Ο Ρέννε ήθελε να ταξιδέψει στην Αμβέρσα, αλλά πώς θα το έκανε αυτό χωρίς να συγχυστεί; Το μεσημέρι δε θα κατάφερνε να βρίσκεται εκεί. Έπρεπε να αποδεχτεί το γεγονός ότι δε θα έφτανε το μεσημέρι στην Αμβέρσα. Ακούσατε μήπως τη λέξη Αμβέρσα; Να ‘ταν άραγε μια σκέψη; παραδοχή μήπως; ή κάποιο συμπέρασμα; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Σκοπός του Ρέννε ήταν η καλλιέργεια και η αναζωογόνηση του ψυχισμού του.
Και τώρα φανταζόταν πως κάθεται στο τρένο και πως θυμόταν ξαφνικά τη συζήτηση στο τραπέζι, απ’ όπου έφυγε μόλις· παρεπιπτόντως έστω ως απάντηση σε μια σύντομη ερώτηση, σε κάθε περίπτωση πάντως ο ίδιος έψαχνε συσχετισμούς με την πόλη, με τον Μεσαίωνα και την προκυμαία του ποταμού Σέλντε.
Ξαφνιασμένος άρχισε να ιδροκοπάει. Μαζεύτηκε καθώς αναλογιζόταν τα συμβάντα, ακαθόριστα κι απρόβλεπτα ακόμη, πάντως τόσο μικρά κι ασήμαντα, απ’ την άποψη της πορείας ζωής ενός κυρίου.
Τον τύλιξε ένα νέφος αδυναμίας και δισταγμών. Πού θα έβρισκε τις εγγυήσεις ότι κάτι θα μπορούσε να διηγηθεί για το ταξίδι, κάτι θα έπαιρνε μαζί του, κάτι θα βίωνε;
Μεγάλες σκοτούρες, όπως ο σιδηρόδρομος, στάθηκαν απέναντί του, η άφιξή του στον σταθμό μαζί με την αναγκαστική μετακίνησή του στον χώρο ενασχόλησης, όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν μύχια, όμως κάνουν κάποιον να υποφέρει μέσα του, βαθιά κι απαρηγόρητα.
Πώς του ‘ρθε η σκέψη ν’ αφήσει αυτά με τα οποία εκπλήρωνε τη μέρα του; Ήταν τόσο θαρραλέος να βγει απ’ το καβούκι του; Πίστευε όντως σε μια διεύρυνση αντί σε μια καταστροφή;
Όχι, είπε, όχι. Τ’ ορκίζομαι: όχι. Μόλις πριν λίγο σαν βγήκα απ’ το κατάστημα, υπήρχε αυτή η μυρωδιά μενεξέ, ήμουν πουδραρισμένος, μια κοπέλα με στήθος λευκό πλησίασε, και δεν ήταν απίθανο πως κάποιος θα την προσέγγιζε. Καθόλου απίθανο πως κάποιος θα χαιρόταν και θ’ αφήνιαζε. Μια ολάκερη ακτή δυνατοτήτων απλώνεται εδώ, που πάνω της χτυπά το γαλάζιο στήθος της θάλασσας. Αλλά για να εξιλεωθώ, θα πάω τώρα για φαγητό.
Αφού υποκλίθηκε στην είσοδο αναγνώρισε συγκεκριμένα πρόσωπα. Ποιος ήταν αυτός; Κάθισε σιωπηλά. Οι κύριοι σηκώθηκαν με δυσκολία.
Ο κύριος Φρίντχοφ μιλούσε για ένα ιδιαίτερο τροπικό φρούτο που το κουκούτσι του έχει το μέγεθος αυγού. Τη συμπαγή σάρκα του την τρως με το κουτάλι. Κάποιοι ισχυρίζονται πως έχει γεύση φουντουκιού. Αντιθέτως ο ίδιος θεωρεί πως έχει γεύση αυγού και τρώγεται με πιπέρι κι αλάτι. Πρόκειται για ένα γευστικότατο φρούτο, και παρόλο που έτρωγε 3-4 τη μέρα, δεν είχε ποτέ κάποια σοβαρή ενόχληση.
Σ’ αυτό το σημείο παρενέβη ο κύριος Κέρνερ, αναφέροντας πως πρόκειται για κάτι αξιοσημείωτο. Φρούτο με πιπέρι κι αλάτι; Αυτό του φάνηκε εντελώς ασυνήθιστο, και τοποθετήθηκε επ’ αυτού.
Κι αν όντως έχει γι’ αυτόν γεύση αυγού, υπέδειξε ο κύριος Μάου σχετικά με το υποκείμενο της κρίσης, ομολογουμένως με κάποια περιφρόνηση, σα να μην έβλεπε κάτι παράδοξο. Ως εκ τούτου, συμπλήρωσε ο κύριος Όφενμπεργκ, υπενθυμίζοντας κάποιους κανόνες, δεν είναι δα και τόσο περίεργο, τι γίνεται λόγου χάρη με την τομάτα; Τελικά ο κύριος Κρίτσλερ έφερε για παράδειγμα ένα θείο του που στα εβδομήντα του έτρωγε πεπόνι με μουστάρδα, και μάλιστα τις βραδινές ώρες, ήταν άραγε ωφέλιμο για την υγεία;
Συνολικά: υπήρχε εδώ πράγματι ένα αντικείμενο τόσο αξιοπερίεργο, ένα περιστατικό, τρόπος του λέγειν, που κέρδισε την προσοχή όλων, ίσως γιατί με όλες αυτές τις γενικεύσεις οδηγούσε σε πορείες συλλογισμών, ίσως πάλι γιατί ως βίωμα απ’ την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα των τροπικών πρόσφερε ερεθίσματα για σκέψη;
Όσο διαρκούσε η συζήτηση, ο Ρέννε έτρεμε και πνιγόταν πάνω απ’ το πιάτο του και μόλις μετά βίας έφαγε το κρέας.
Μπορεί πάλι να εννοούσε μια μπανάνα, είπε με σιγουριά ο κύριος Κέρνερ, αυτό το μαλακό, γλυκό και μακρουλό φρούτο.
Μια μπανάνα; αντέδρασε ο κύριος Φρίντχοφ. Αυτός, ο γνώστης του Κονγκό;; Που χρόνια ολόκληρα ταξίδευε στο Μοαμπάνγκι; Όχι, θα του άξιζε γι’ αυτό ένα ειρωνικό χαμόγελο! Σύντομα ο Ρέννε εξαφανίστηκε απ’ την παρέα. Τι συνέκριναν επιτέλους; Μια φράουλα ή ένα φουντούκι, ίσως πάλι ένα κάστανο, κάπως νοτιότερα. Αυτός όμως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος στο Χουλεμακόγκ, που ‘ρθε απ’ τη ζούγκλα των Σουαχίλι;
Τώρα ή ποτέ, φυγή ή καταστροφή, σκέφτηκε ο Ρέννε, και: δεν είχε ποτέ κάποια σοβαρή ενόχληση; ψηλαφούσε μες στο χάος που επικρατούσε απ’ τον θόρυβο, κοιτούσε με έκπληξη κι αμφιβολία τον ειδικό: στεκόταν μπροστά στο τίποτα· θα δοθεί επιτέλους απάντηση;
Καθόταν λοιπόν απλά και μόνο σε ξύλινη καρέκλα ο Ρέννε; μήπως σερνόταν ζαλισμένος απ’ τις πληροφορίες για την επικινδυνότητα του τροπικού φρούτου, όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιστάσεις κι εξιστορήσεις τέτοιων εμπειριών, ο σιωπηλός ερευνητής, από ιδιότητα κι επάγγελμα, ο φειδωλός στα λόγια του γιατρός; Μόλις που διέκρινε μέσα απ’ τα βλέφαρα, πάνω απ’ το πιάτο του, ν’ αχνοφέγγει η διαδοχή των γεγονότων. Δεν επρόκειτο για ελπίδα, αλλά για κάτι άσκοπο. Και μια διαπίστωση: οι περισσότεροι κύριοι είχαν πράγματι την εντύπωση ότι άλλη μια επιβεβαίωση της άποψής τους θ’ άξιζε περαιτέρω σκέψη. Και τώρα δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία: ορισμένοι έγνεφαν μασουλώντας.
Αγαλλίαση, θριαμβικά τραγούδια. Αντί γι’ αμφιβολίες ακούγονταν τώρα αιτιολογημένες απαντήσεις, κι αυτό το εκτίμησε ο Ρέννε. Κατανόηση κι αξιολόγηση· έτρωγε κρέας, ένα πασίγνωστο έδεσμα· άρχισε να εκφράζεται, να καταλήγει σε συμπεράσματα, μέσα σ’ ένα επιστέγασμα χαράς· ακόμη και μια απογευματινή συνάντηση αποδέχτηκε, με κάποιο δισταγμό, δίχως όμως να τρέμει η καρδιά του.
Οι άντρες κάθονταν σαν αγάλματα. Σίγουρα ήταν ένας θρίαμβος για τον Ρέννε. Αντιλαμβανόταν βαθιά πως κάθε ομοτράπεζος του αναγνώριζε τον τίτλο του κυρίου και μετά το γεύμα τον καλούσε για ένα ποτάκι, λέγοντας κι ένα καλαμπούρι, με την παρότρυνση για περισσότερα ποτά, αλλά ακόμη και η έντονη αντίδρασή του στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ δημιουργούσε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα. Εντυπωσίασε ως ομιλητής, κι αυτό εξαιτίας της συγκρατημένης του θέλησης να ‘ναι πειστικός· θα δεχόταν με χαρά ακόμη και μια εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη· είναι αλήθεια. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο· η ψυχρή αταραξία, ναι, η πραότητα του προσώπου του τον βοήθησε σ’ αυτή τη νίκη, κι αυτή κουβαλούσε μέχρι την πόρτα που έκλεισε πίσω του.
Περπάτησε στο δρόμο σα σκιά, και πάλι μ’ αυτή την αίσθηση του ύπνου όπου βυθίζεσαι χωρίς περιδίνηση, θνησιγενής, καθορισμένος μόνο ως σημείο τομής. Δυο πόρνες εμφανίστηκαν στο δρόμο, τον αντιλήφθηκαν από μακριά, αλλά ήταν ριγμένες στη δουλειά, ώσπου βρέθηκε κοντά τους. Και τότε συνάντησαν τα μάτια του την έγκαιρη αναγνώριση, την αγνότητα και την υπόσχεση από ώριμο αίμα.
Όμως ο Ρέννε σκέφτηκε, σας ξέρω κτήνη, πάνω από τριακόσιες τσίτσιδες κάθε πρωί! και πόσο δεινές παίχτριες του έρωτα είστε! Γνώριζα μια που για μια μέρα υπήρξε το μεθύσι εικοσιπέντε αντρών, η θύελλα και το καλοκαίρι, η ανθηρή τους απόλαυση. Απλά παρουσίασε τη μορφή της και μετουσιώθηκε σε πραγματικότητα. Θέλω να ερευνώ μορφές και ν’ αφήνομαι· μια λοφοσειρά από πραγματικότητες, ω έδαφος των πραγμάτων.
Βγήκε απ’ το σπίτι. Μπροστά του φωτισμένοι λεωφόροι, απόμακρο φως, ανθισμένες δάφνες. Βρισκόταν σ’ ένα προάστιο· φτώχια σε υπόγεια, σακάτηδες και τάφοι, χαμόγελο κανένα. Όμως ο Ρέννε σκέφτηκε, κάθε άνθρωπος που συναντώ είναι μια καταιγίδα της τύχης του. Πουθενά η δικιά μου ασήκωτη, πιεστική σύγχυση.
Προχώρησε με αργό βήμα, ανασκαλεύοντας το παρόν. Ήταν μια ασυνήθιστη ώρα στο δρόμο, άγνωστη γι’ αυτόν εδώ και μήνες. Απαριθμούσε προσεκτικά τ’ ανταμώματα με τα ερευνητικά, ελαφρά κουρασμένα μάτια του.
Αποτύπωση συμβάντων, φώναξε, υπέρβαση μετά από ταξινόμηση κι έλεγχο. Απ’ τον χείμαρρο των πραγμάτων, το μεθύσι των ήχων, τα κύματα του φωτός, να φτάσω κάποτε στον σιωπηλό κάμπο, αυτό έχει για μένα σημασία.
Η περιοχή που περιδιάβαινε του ήταν άγνωστη, αλλά μπορεί να συναντούσε κάποιον γνωστό που να τον ρωτούσε πώς από δω. Και μολονότι όλο και κάποιον ασθενή θα ‘χε ενίοτε φροντίσει, τέτοιοι υπολογισμοί δεν ευσταθούν πάντα, τον απωθούσε η σκέψη να βρεθεί απέναντί του: απ’ το τίποτα να περάσει στη διερώτηση, υποκινούμενος από μια σκιά, ανίκανος να βρει κάποια μεταξύ τους συνάφεια, κι εντούτοις να σκέφτεται ότι θα τα καταφέρει.
Δειλά κοίταξε γύρω του· σπίτια και δέντρα υψώνονταν περιφρονητικά· προσπέρασε με βιασύνη και υποταγή. Σπίτι, είπε στο επόμενο κτήριο· σπίτι στο μεθεπόμενο· δέντρο σε όλες τις φλαμουριές στο δρόμο του. Για μια απλή κοινοποίηση πρόκειται, τα πράγματα παραμένουν άθικτα· ποιος είναι αυτός που θα υπέθετε ή θα παρέβλεπε ή θα δημιουργούσε από αντίδραση και μόνο; Να περπατήσει λίγο στον ήλιο, τίποτα άλλο δεν ήθελε· να ζεσταθεί, ένα γαλάζιο που ‘χε ο ουρανός: απέραντο, μητρικό, που ξεθωριάζει ανεπαίσθητα.
Δεν βρισκόταν μακριά απ’ το νοσοκομείο του, και να που τον κατέβαλε πάλι η στενοχώρια. Πού πήγαινε λοιπόν, στο διάστημα μήπως; Ήταν ο ονειροπόλος που τριγυρνά στις βουνοπλαγιές ή ο βοσκός στους λόφους; Βάδιζε ίσως κοντά στην ανθισμένη καστανιά, να κόψει ένα κλαδί με το κεράτινο μαχαίρι, ώσπου ο χυμός να κυλήσει στον φλοιό και να γίνει φλογέρα; Τραγούδια, τα γνώριζε άραγε; Μήπως πάλι ήταν εκείνος ο ελεύθερος ταξιδευτής με τα ιστία, που στο βλέμμα του έσβηνε όλη η γη; Ω, προχώρησε ήδη τόσο μακριά! Ήδη μπροστά στο δρόμο σειόταν ένα πεδίο κάτω από κίτρινες θύελλες, ένας στικτός ουρανός, κι ένα όχημα να σταματούσε στην άκρη της πόλης. Πίσω! σήμαινε αυτό· γιατί πιο πέρα σαλεύει το άμορφο, και παραμονεύει το απέραντο.
Έτσι βρέθηκε πάλι στο δρόμο που τον τραβούσε σα σχοινί κάτω από ένα φως ρηχό. Ο δρόμος περνούσε από πόρτα σε πόρτα, στην ουσία από τον ποδόγυρο της γυναίκας για τα θελήματα· απ’ τα υπόγεια η κουζίνα ανέδιδε φαγητό και φτώχια· ο κύριος μπροστά στον καθρέφτη περιποιόταν τη γενειάδα του· όταν χτυπούσε το πόδι σε μέταλλο, όλοι φρόντιζαν για την παροχή νερού· αν υπήρχε στον τοίχο κιγκλίδωμα, δεν θα έπιανε πάγο τον χειμώνα, και δικαιολογημένα χρειάζονταν επισκευές και φρεάτια;
Σκέφτηκε ο Ρέννε, πόσο μοναχικά είναι εδώ στον δρόμο που ‘ναι ξεκάθαρα προσδιορισμένος κι από άποψη ιστορικής εξέλιξης σχεδόν αδιάφορος· όμως όμορφο και σίγουρο είναι τούτο, να πορεύεσαι όσο το κορμί αντέχει, και να διαπιστώνεις πως δεν πρόκειται για πορεία, αλλά για ονειροπόλημα στην πλάτη της επιδίωξης.
Όταν ήρθε το βράδυ οι γυναίκες ακτινοβολούσαν θηλυκότητα μέσα από γούνες και μπούκλες. Ανθοί, σπαρταρίσματα, πτυχώσεις βελούδινης αιδούς και ζώνες πάνω απ’ τους γοφούς. Ο Ρέννε αναπτέρωσε στη θέα μιας βελούδινης μαντήλας, θαύμασε την κομψότητα και την δίχως άλλο επιβεβλημένη υποταγή του υλικού υπό την έννοια της απόκρυψης· ήταν γι’ αυτόν ένας θρίαμβος της σκόπιμης και αιτιοκρατικά καθοδηγούμενης δράσης. Αλλά – και ξαφνικά είδε τη γυναίκα γυμνή – όμως όχι τη συγκεκριμένη· πρέπει να ‘ταν η άσιτη που έσκυβε για μια ακόμη φορά.
Τότε τον πλησίασε ένα κύριος, και χα χα, ωραίος καιρός ενίοτε, για μια στιγμή παρελθόν και μέλλον σε ταξινομικό χώρο. Μόλις έφυγε, ο Ρέννε ήταν ζαλισμένος. Όλοι τους ζούνε επικεντρωμένοι στους μεσημβρινούς, ανάμεσα σε τηλεσκόπιο και βαρόμετρο, μόνο αυτός ρίχνει ματιές στα πράγματα, παραλυμένος απ’ την επιθυμία για ένα αζιμούθιο, και ουρλιάζει για ένα σίγουρο λογικό συμπέρασμα, για μια λέξη που θα τον καθορίσει. Πότε έγινε ο χάλκινος αυτός άνθρωπος που γύρω του φλέγονται ολημερίς τα πράγματα κι ο ύπνος της νύχτας, αυτός ο παρατημένος σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό, πόση γη υπάρχει ακόμη, αυτός ο ριζωμένος, ο ακλόνητος!
Θέλησε να ταξιδέψει, αλλά τώρα στον δρόμο πάνω πρόβαλλαν σιδηροτροχιές, κι αμέσως χαμήλωσε το βλέμμα. Ω, υπάρχει μια γη, πράσινη όντως, γη από πηλό, ασημένια στο βάθος, πάνω απ’ την οποία φτερουγίζουν τα μάτια, υπάρχουν ακόμη πόλεις, επίπεδες λευκές, κοντά σε ακτές, και ψαροκάικα, σκουρόχρωμα, που τα κρατούν, τ’ αγαπούν και τα ξεχνούν.
Ή μια ζωή στην τροχιά ενός ρολογιού. Με το χέρι στους βολβούς των υακίνθων. Οι ώμοι που τραβούν το δίχτυ, ασημένιοι, να το ρίχνουν στην ακρογιαλιά.
Εκεί, στον φωτεινό αραιό αιθέρα, με τα μπουμπούκια ν’ ανθίζουν, και κάτω απ’ το πρώτο αστέρι, πέρασε μια γυναίκα με άρωμα γαλάζιου και πήρε το κεφάλι του Ρέννε, το ακούμπησε απαλά στο σβέρκο, αποκοιμίζοντάς τον, και πάνω απ’ το μέτωπό του ορθώθηκε το ξημέρωμα.
Ο Ρέννε ξέσπασε σε λυγμούς: ποιος τρίζει τα δόντια του όσο εγώ κάτω απ’ το σεντόνι, ποιος είναι τόσο υπόδουλος απ’ τη συνάφεια των πραγμάτων όπως εγώ, αλλά αυτά τα ταξιδιάρικα βαθιά νερά, τα σκοτεινά και μενεξεδένια, απ’ το χάσμα μιας μασχάλης – βρίσκομαι σε κατάσταση συντριβής.
Η νύχτα κυλά στους δρόμους, μαβίζει πάνω απ’ τις λευκές πέτρες, η αποξένωση εντείνεται· λιώνουν οι θάμνοι, οποία φθορά!
Άρχισε να βρέχει και οι μορφές διαλύθηκαν. Σπίτια ξεπρόβαλλαν μες στο χλιαρό ψιλόβροχο, ολόκληρη η πόλη κυριεύτηκε απ΄την ανοιξιάτικη ομίχλη. Όμως αυτός αιωρήθηκε πάνω απ’ την πόλη, απόμακρος, μόνος, μ’ ένα στέμμα από κάπου. Αίφνης έγινε ο κύριος με τις αποσκευές, που θα ταξίδευε μες από λιβάδια κι εσχατιές. Ήδη μπροστά του λικνίζονταν λόφοι, αραιά δασωμένοι· οι αγροί τον υποδέχτηκαν αδελφικά, επήλθε συμφιλίωση.
Κοίταξε στον δρόμο και κατάλαβε πού να πάει.
Όρμησε στο σκοτάδι ενός κινηματογράφου, στο άγνωστο της πλατείας. Από φαρδιά δοχεία πλατύφυλλα άνθη φτάνανε έως τα κρεμαστά κόκκινα φώτα. Ένας πραγματικά γλυκός ήχος από βιολιά, φιλικός και ζεστός, κατέκλυσε κάθε γωνιά του μυαλού του. Ώμοι ακουμπούσαν σε ώμους, μια παράδοση· ψίθυροι, μια ένωση· αγγίγματα, η ευτυχία. Ένας κύριος με τη γυναίκα και το παιδί του τον πλησίασαν, λέγοντάς του ότι γνωρίζονταν, είχε ανοικτό το στόμα και γλυκό χαμόγελο. Όμως ο Ρέννε δεν τον θυμόταν.
Είχε απορροφηθεί απ’ την ταινία, απ’ την κρίσιμη χειρονομία και την ορμή του μύθου.
Μπροστά στη θάλασσα ανέμιζε διάπλατα το μαντήλι, διακρίνονταν οι πιέτες του φορέματος στο απαλό αεράκι· σα ζώο χτυπιόταν στον αέρα, και πόσο δροσερό ήταν το ποτό για τον τελευταίο της φυλής.
Πώς χτυπούσε τα πόδια του, πόσο δυνατά στεκόταν στα γόνατα. Τίναξε ήρεμα τη στάχτη, θολωμένος απ’ τα μεγάλα πράγματα, τα οποία ανέμενε απ’ το γράμμα που του παρέδωσε με τρεμάμενα πόδια ο γέρο-υπηρέτης.
Ο γέροντας πλησίασε ευγενικά τη γυναίκα στο Μπρόννεν. Και πώς απόρησε η παραμάνα με το μαντήλι στο στήθος. Τι χαριτωμένη σύντροφος! Τι ζαρκάδι μες στις φτέρες! Τι ιπποτικό κυνήγι! Τι αστραφτερή γενειάδα!
Προσεκτικός ο Ρέννε δεν ανέπνεε σχεδόν, για να μην καταστρέψει τη στιγμή. Και μετά τέλειωσε, αυτό ήταν όλο.
Πάνω απ’ τα συντρίμμια μιας άρρωστης εποχής η κίνηση και η σκέψη επινοήθηκαν ξανά, δίχως κάποιο ενδιάμεσο βήμα. Τα χέρια φτερούγιζαν απ’ τα θέλγητρα· απ’ το φως στο ισχίο, μια ελαφριά δόνηση, από κλαδί σε κλαδί.
Μέσα του μούγκριζε χείμαρρος. Κι αν δεν ήταν χείμαρρος, μια καταιγίδα μορφών, ένα πυρετώδες παιχνίδι, άσκοπο, και το τέλος σε κάθε εσχατιά.
Ο Ρέννε, ένα πλάσμα, ένα σπάνιο συνονθύλευμα σε διάλυση, περιτριγυρισμένος από γαλάζιους κόλπους, με το φως να καγχάζει πάνω απ’ τα βλέφαρα.
Βρέθηκε σε μια λεωφόρο. Στάθηκε σ’ ένα πάρκο.
Το σκοτάδι απλωνόταν απειλητικά, κουβαλώντας συννεφιά και βροχή, και πάλι αυτό το αίσθημα του ύπνου όπου βυθίζεσαι χωρίς περιδίνηση, θνησιγενής, καθορισμένος μόνο ως σημείο τομής· αλλά ο Ρέννε συνέχισε να περπατά μες στην άνοιξη, έφτασε μέχρι τις φωτεινές ανεμώνες μες στο γρασίδι κι ακούμπησε σε μια στήλη, θανατερά λευκή, αιώνια μαρμάρινη, που ξέπεσε εδώ απ’ τον ερειπιώνα, τον παντοτινό σύντροφο της θάλασσας του νότου.









