Βγαίνοντας από το σχολείο
Βγαίνοντας από το σχολειό μας
Συναντήσαμε
Ένα μεγάλο σιδηρόδρομο
Μας έφερε μια βόλτα
Γύρω τριγύρω από τη γη
Σ’ ένα χρυσό βαγόνι
Και γύρω γύρω από τη γη μας
Συναντήσαμε
Τη θάλασσα να κάνει τον περίπατό της
Μαζί με τα κοχύλια της
Με τ’ αρωματισμένα της νησιά
Με τα ωραία της ναυάγια
Και με τους καπνιστούς της σολομούς
Και συναντήσαμε
Πάνω απ’ τη θάλασσα
Τ’ αστέρια που μαζί με το φεγγάρι
Με ιστιοφόρο ταξιδεύανε
Για Ιαπωνία
Κι ακόμα συναντήσαμε τους τρεις σωματοφύλακες*
Που με τα χέρια γύριζαν
Τη μανιβέλα* ενός μικρού υποβρύχιου
Κι εκείνο βυθιζότανε
Ψάχνοντας αχινούς
Κι όταν γυρίσαμε στη γη μας
Συναντήσαμε
Πάνω σ’ εκείνη τη γραμμή του σιδηροδρόμου
Ένα σπίτι
Που γύρω από τη γη όλο γύριζε
Και γύρω από τη θάλασσα
Και προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ το χειμώνα
Που το κυνηγούσε
Αλλά κι εμείς πάνω στο σιδηρόδρομο
Αρχίσαμε να τρέχουμε να τρέχουμε
Πίσω από το χειμώνα
Ώσπου στο τέλος τον πατήσαμε
Κι έτσι το σπίτι πια σταμάτησε να τρέχει
Κι η άνοιξη που ήταν σταθμάρχης
Βγήκε και μας χαιρέτησε
Μας ευχαρίστησε
Και τότε τα λουλούδια όλης της γης
Βαλθήκανε να σπρώχνουν
Από παντού το σιδηρόδρομο
Κι εκείνος πια δεν ήθελε να προχωρήσει
Από το φόβο μήπως τα πατήσει
Κι έτσι κι εμείς
Γυρίσαμε πια πίσω με τα πόδια
Γύρω τριγύρω από τη γη
Γύρω τριγύρω από τη θάλασσα
Και γύρω από τον ήλιο
Το φεγγάρι και τ’ αστέρια
Με τα πόδια
Και με τα πόδια και με τ’ άλογα και μ’ αυτοκίνητα
Και τέλος με ιστιοφόρα.
**
Ο Γάτος και το Πουλί
Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού
Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού
Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού
Που το μισόφαγε
Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει
Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει
Και να γλείφει τη μουσούδα του
Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί
Κηδεία επίσημη
Κι ο γάτος είναι καλεσμένος
Προχωρεί πίσω από ένα μικρό αχυρένιο φέρετρο
Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί
Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι
Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει
Αν ήξερα που σου ’κανα τόσο κακό
Λέει ο γάτος στο κορίτσι
Θα το είχα φάει ολόκληρο
Κι ύστερα θα ’λεγα
Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει
Μέχρι τα πέρατα της γης
Κάτω εκεί τόσο μακριά
Απ’ όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει
Ίσως τότε πονούσες λιγότερο
Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.
*
Κάποιος
Ένας άνθρωπος βγαίνει από το σπίτι του
Πολύ νωρίς το πρωί
Είναι ένας άνθρωπος λυπημένος
Αυτό δα φαίνεται στο πρόσωπό του
Ξαφνικά βλέπει ένα παλιό καταλογάκι τηλεφώνων
Σ’ ένα σκουπιδοντενεκέ
Το τινάζει λίγο και το φυλλομετράει μηχανικά
Μένουν τα πράγματα όπως είναι δεν αλλάζει τίποτε
Αυτός ο τόσο λυπημένος άνθρωπος
Λέγεται Μαλακίδης
Γι’ αυτό είναι τόσο λυπημένος
Φυλλομετράει
Φυλλομετράει συνέχεια
Κάποτε σταματάει
Στο γράμμα Μ
Φτάνει στη στήλη ΜΑ-
Τότε το λυπημένο βλέμμα του φωτίζεται
Γεμίζει από χαρά Κανείς
Πραγματικά κανείς δεν έχει το ίδιο όνομα
Είμαι ο μόνος Μαλακίδης
Ψιθυρίζει μέσ’ από τα δόντια του
Πετάει το βιβλιαράκι
Τινάζει και τη σκόνη από τα χέρια του
Και συνεχίζει πια
Περήφανος το δρόμο του.









