«Φοβόμουνα και μου άρεσε»
Με μια τρελή περιστροφή γύρω
από τον εαυτό σου
-σαν δοκιμή προσομοίωσης-
απογειώνεσαι.
Κάθετη κορύφωση του νέου διλήμματος.
Ο ελεύθερος χρόνος σου τέλειωσε
ή μήπως -τώρα -άρχισε;
Μετράς πολλά μηδενικά- αμετάφραστα.
Ο εγκλεισμός έπαψε ξαφνικά να αποτελεί
προσωπική επιλογή σου.
Μ’ ανάσες ζωής -σε μικρές δόσεις-
ξεχρεώνεις τα μελλούμενα:
το πένθος -για το λίγο που έδωσες
-για το φως που αρνήθηκες
-για τις ανυπεράσπιστες ώρες
που μοιράστηκαν δίκαια
το ουρλιαχτό του λύκου και το κόκκινο χρώμα
του ήλιου -κομμάτι της αυγής.
Τώρα – σε κατ’οίκον περιορισμό-
καλλιεργείς ελπίδες θερμοκηπίου.
Ίσως τα καταφέρεις- έστω για μια στιγμή –
ν’αποτιμήσεις τη δική σου διάρκεια.
Κι ο ουρανός ξημερώνει -κάθε πρωί – αμετανόητος
σκανάροντας ήττες -νίκες- ερείπια και τρόπαια
-πάντα υπεράνω.









