Σεμνή πριγκίπισσα των κατεψυγμένων[1]
Στην Όλγα
Σεμνή πριγκίπισσα των κατεψυγμένων,
είναι σταθερές οι ιδιότητες των σωμάτων.
Αέρινα εξελίσσεται η διόρυξη των συναισθημάτων
καθώς αυτή τοποθετεί τα τάπερ στο ψυγείο.
Κόκκινο νύχι και μαλλί οξυζενέ.
Ο λόγος της απλώνεται σαν σε θεατρικό σανίδι.
Η αποθέωση θα έρθει στο λιώσιμο των πάγων.
Χαμηλοβλεπούσα και σεμνή
διπλώνει τα καιρικά φαινόμενα σε μια βαλίτσα.
Κρατάει πάντα παγερό ραβδί.
Στην πρώτη διαφωνία
γίνεσαι ένα άγαλμα κρυστάλλου.
Στα εργοστάσια εγείρονται άλλες ανησυχίες.
Οι μέλισσες δεν είναι εργατικές.
Αντίθετα, στο κρύο οι εργάτριες
κόβουν λαιμούς πουλερικών,
καθώς πετάνε γύρω τους μανιασμένα
ορατές οι απειλές απόλυσης.
«Σε δύσκολους καιρούς»,
τους λέει ο επόπτης,
«είναι σίγουρη η περικοπή μισθών.
Δείξτε επομένως κέφι και χαρά».
Σε άλλη ιστορία
λες με σιγουριά
πως κάποτε
θα φύγεις μακριά της.
Σου λέω ξανά
πως η κατάψυξη δεν έχει ποτέ μια κεντρική αρτηρία.
Όπου κι αν πας,
αυτή θα είναι
η σεμνή πριγκίπισσα των πάγων.
Ψάχνουμε κάπου να βρεθούμε.
Κοτόπουλα κατεψυγμένα χωρίς κεφάλι.
Κάποτε βγάζαμε φωτιές
σαν δράκοι μουλωχτοί
ή ρέαμε σε ορεινά ρυάκια
(σμίξαμε μια φορά στη θάλασσα).
Τώρα παγάκια είμαστε
σε ψυγείο ξεχασμένο.
Ελπίζουμε σε μια διακοπή του ρεύματος.
[1] Η φράση «πριγκίπισσα των κατεψυγμένων» προέρχεται από δημοσίευμα του κίτρινου τύπου.
*
Οι τυφλοπόντικες
Λαγούμια τόσο δα στενά μες στο σκοτάδι.
Ακούμε τον ήχο της φωνής μας,
νομίζουμε πως είμαστε κοντά
κατολισθήσεις όμως ξαφνικές
χαλάνε τις όμορφες στοές μας.
Περάσματα στενά
με χώμα μαύρο και βαρύ.
Την έξοδο κάποιος μόνιμα νομίζει
ότι βρίσκει.
Σαν βγει στον ήλιο τυφλώνεται πολύ.
Ύστερα σκάβει άλλη τρύπα.
Όταν ξυπνά
σε τσίγκινο κατσαρολικό
φτιάχνει φιδέ
και ονειρεύεται μαλλιά αγγέλων.
Μια μέρα
σούπα σκαντζόχοιρου θα μαγειρέψω
Έξω από το τούνελ
θα τη φάμε.
Θα πέφτει μυρωδάτη η βροχή.
Δίπλα χρυσόψαρα πολλά
θα κολυμπάνε μες στη λίμνη.
Μπάνιο θα κάνουμε με το μεγάλο ψάρι.
Ύστερα
με κουμπότρυπες γυαλιστερές
αντί για μάτια
παρέα θα οργανώσουμε
των τρωκτικών το έπος.
*
Ανδαλουσιανό τούνελ
Είμαστε τα άλογα αλμπίνοι.
Δεχόμαστε
τα χλιαρά χάδια του τουρίστα
φιλτράροντας
στην κάτασπρη κόρη των ματιών μας
την τοξικότητα τόσων αιώνων
ανθρώπινης ιστορίας.
Όταν κοιμόμαστε
γινόμαστε λησμονημένες αμαζόνες
τόξα από φουσκωμένες φλέβες
δόντια πυκνά και μαργαριταρένια.
Τα όνειρα
διακηρύξεις ανεξαρτησίας.
Απαλλασσόμαστε
σταδιακά
από επιβήτορες κάθε είδους.
Παλιότερα πέφταμε από γκρεμούς
με χλιμιντρίσματα-κραυγές
από τον κάτω κόσμο.
Στο μέλλον
που έρχεται καλπάζοντας
καταβροχθίστε τους ξεναγούς
που σε σπαστά αγγλικά
μιλάνε
για αρχαίες εκστρατείες,
τον Ξενοφώντα,
τη δύναμη της ευγονικής,
την καθαρότητα των γονιδίων.
Τα κόκαλά τους
ξέξασπρα
πετάξτε στο ποτάμι.
Αν σήμερα
άλογα όντας
γινόμαστε μαύρα από άσπρα
Θα έρθει η μέρα
άσπρο να γίνει το σκοτάδι.
Μέχρι τη θάλασσα
θα μας πάνε οι οπλές μας.
Παράδοξοι οδηγητές τυφλών
που ξεχωρίζουν
στο σκοτάδι.
*
Απευθείας ανάθεση Αγρίνιο-Αθήνα
Στην Κλεισούρα
τα βράχια φτιάχνουν προστατευτική εικόνα
που ξεπερνιέται γρήγορα
με την ταχύτητα λεωφορείου.
Οι κήποι χρειάζονται διαρκή φροντίδα.
Οι άνθρωποι το ίδιο.
Προσπερνάμε εγκαταλελειμμένους τάφους.
Προσέχεις έναν με φωσφορούχο λουλουδάκι στο πλάι.
Το ξεχορτάριασμα είναι
μνημονική διαδικασία.
Το χώμα γύρω
κάνει εφικτή μια συνομιλία του παππού σου με τον Μπόρχες.
Η όραση οξύνει την εγγύτητα της φαντασίας.
Ο παππούς μου αγάπησε παιδί ένα κατσικάκι.
Εσφάχθη ξαφνικά.
“Η παραπλάνηση,” είπε,
είναι εφαλτήριο επίγνωσης.
“Γι αυτό», του είπα,
«μιλώ κι εγώ με τα κατσίκια».
Έξω από το Μεσολόγγι
ο Γκόρπας
μιλάει για τα σπίτια.
Αλάτι και νερό.
Ψωμί.
Η ψίχα είναι ο συνδετικός ιστός της ιστορίας.
Αντάρτες ήταν οι πατεράδες των γονιών μου.
Έτσι είναι εφικτή
η μνημονική εγχάραξη
μακρόσυρτης συνομιλίας
στη Μακρόνησο.
Περιστοιχίζονται και οι δυο τους
από κατσικάκια
με κόκκινους λαιμούς σημαδεμένους.
Μόλις επέστρεψαν από τον κάτω κόσμο.
Το βέλασμα σημαίνει: “είμαι εδώ”.
Βελάζουμε όλοι μαζί παρέα.
“Ποιος αναθέτει τι, σε ποιον;”,
ρωτά ο παππούς μου
μες στο μικρό του το ραφείο.
“Επιβιώσαμε γενιές πολλές.
Τώρα θέλουν να μας στενέψουν
τα μανίκια”.
Είναι το πέρασμα της ραπτομηχανής
το αντάμωμά μας.
Μελλοντική συγχρονία.
Κοιτάς τη θάλασσα.
Η γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου
αναπαλαίωση
του Ιωνά και του κήτους.
Πριν το Αίγιο
μες στη βροχή
κάποιος ασβεστώνει ένα σπίτι.
Οι επαναληπτικές κινήσεις
πάντα εγγράφουν μια εικόνα από σένα.
Μπροστά μου ένα παιδάκι τρώει πατατάκια.
Δίπλα δυο κυρίες
σχολιάζουν τη βάφτιση
του πρωτότοκου.
Ακολουθεί παράθεση φωτογραφιών
με διάσημους φίλους του παιδιού της.
“Να κοίτα εδώ. O Ψινάκης τού φοράει το σταυρό του”.
“Πολύ ωραία,” λέει η άλλη κουρασμένα.
Είναι η τελευταία στάση η Αθήνα.
Στην έξοδο
ο οδηγός απολυμαίνει
αναστοχαστικά
με αντισηπτικό
ψήγματα ιστοριών
κρυμμένα
ανάμεσα στις θέσεις.
Στον ύπνο του
Θα επιστρέψουν εκδικητικά
όλες μαζί.
Και θα βελάζουν.









