Μετρώντας τις τροπαιοφόρες διαψεύσεις

που σχίζουν τα σπλάχνα με την ακρίβεια νυστεριού

θάλλοντας νέες ελπίδες σαν μελλούμενες ήττες

περπατώ στο σύμπαν.

Αυτό που μας στερήθηκε είναι ό,τι μας μετακινεί

προς εκείνη την πλευρά της σελήνης

με τοπικά χαμηλό υψόμετρο και ανυψωμένα χείλη.

Ω σκοτεινή ρίζα της αισιοδοξίας

πόσο ακόμα θα ανθίζεις σε έδαφος στρυφνό

διακλαδώνοντας το άπειρο

με την ψευδαίσθηση της ύπαρξης;

 

Μια νεκρή πολυθρόνα ισούται με εκατομμύρια φωνές

κι ένας σβησμένος δαυλός με χιλιάδες φωτόνια οργής

κι όμως η στοργή δυο μόλις γράμματα πρωθύστερα

και ο θρόνος ένα θρόισμα χωρίς το σώμα.

Γενιά μου, σκαμναγκάθι του ερέβους

γενιά μου, σκοτωμένο αγρίμι στο λαρύγγι του Θεού

γενιά μου, αμήχανη και μηχανογραφική

καθρεπτισμένη σε στάσιμα νερά σαν φαγιούμ.

 

Κι όπου μελίσσια βομβαρδιστικά εκεί σαλπίζει «ειρήνη»

κι όπου κρυσταλλωμένα μέλη εκεί εκχύνονται ποταμοί

«ελευθερίας»

κι όταν επάνω στο τραπέζι σφάζουν την «αδικία»

δειπνούν οι αθώοι με τα ψίχουλα δικαιοσύνης

κι όταν βυθομετρούν τo «έλεος»

επελαύνει η νόσος των δυτών.

Αεί απολύεις τον δούλο σου δαίμονα

κατά το ρήμα σου εν πολέμω.

 

Εκείνος που κράζει  «τα ταλαιπωρημένα μου πλευρά!»

θα τον συνθλίψει η ομορφιά των γυμνών της κοιλάδων.

Κι εκείνη που θρηνωδεί για τον αστερισμό του

Κενταύρου

θα λυγίσει απ’ τα σκλήθρα του δέρματός του.

Γιατί ποιος μπορεί να σταματήσει την ορμή ενός κτήνους

προς το θήραμά του

και τον πόθο του θύματος να λεηλατηθεί;

Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την αγάπη

ότι αυτοί χορτασθήσονται.

`

Κι όποιος, τέλος, ταπεινώνεται απ’ το βήμα της σαύρας

που κορφολογεί τον ήλιο

όποιος ακόμη συγκινείται απ’ το πείσμα της

δροσοσταλίδας

να μετεωρίζεται στο φύλλο της μοίρας της

όποιος ακόμη διερωτάται

«Ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσει η πείρα;»

αυτός θα εξέλθει από τη βασιλεία του υψιπετούς

προσκυνώντας ὃ οὐκ οἴδε.

 

`

Α΄ Δημοσίευση: περ. Εντευκτήριο, τχ. 113, 2016