H ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Περιήγηση στα τοπία της ποίησης των Σωτήρη Παστάκα, Σταύρου Ζαφειρίου, Βαγγέλη Τασιόπουλου, Χλόης Κουτσουμπέλη και Πέτρου Γκολίτση

Διάλεξη που δόθηκε στην Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης τον Νοέμβρη 2017 στα πλαίσια της παρουσίασης του περιοδικού ERATO Ars Poética Revista Internacional de Poesía

H ποίηση της εμπειρίας, έτσι όπως εμφανίζεται μετά τη δεκαετία του 70 στην Ελλάδα και στην Ισπανία, είναι πιο καθημερινή και άμεση και έχει ως σημείο αφετηρίας τις βιωματικές εμπειρίες του λυρικού εγώ του ποιητή.

Mιλάει με οικεία, καθημερινή γλώσσα για τη ζωή και τις περιστάσεις της, για το περιβάλλον στο οποίο ζει ο ποιητής (φυσικό και κοινωνικό), όντας άλλοτε κριτική του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι και άλλοτε υπαρξιστικός εσωτερικός στοχασμός μιας δοκιμαζόμενης και οξυμένης συνείδησης από τα συλλογικά και ατομικά ανθρώπινα δεινά.

Η ποίηση της εμπειρίας χρησιμοποιεί περισσότερο τις σημασίες των λέξεων που αναπαριστούν την ποιητική κατάσταση και τα βασικά υφολογικά μέσα της μοντέρνας ποίησης , δηλαδή τη μεταφορά και την αναλογία και ιδίως την ειρωνεία, όταν επιδίδεται στην κριτική και την αυτοκριτική των περιστάσεων που περιβάλλουν το λυρικό εγώ ή στην ποιητική αναπαράσταση των δρώμενων μιας δοκιμασμένης κυρίως από το άγχος της αυτοεπιβεβαίωσης, ψυχής.

Κάποτε, διολισθαίνει θεληματικά προς την πρώτη κατάσταση ή την πεζότητα, γιατί πιστεύει ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο φανταστικό από την πραγματικότητα» ,για να θυμηθούμε και τον συγγραφέα του Υπογείου και των Δαιμονισμένων.
Οι σύγχρονοι ποιητές θέλουν να κατοικίσουν όπως ο Φρίντριχ Χέλντερλιν «ποιητικά στη γη » αλλά αυτό δεν είναι εφικτό γιατί η εξορία, η φυσική κατάσταση του ποιητή, είναι κυρίως εσωτερική, επειδή το λυρικό εγώ αισθάνεται ότι τα πονήματά του έχουν εξοριστεί οριστικά στη σχόλη και στην τύρβη της, στις εκδηλώσεις μιας πολιτιστικής ζωής που κάποτε καταντά «σαν ξένη» ή σαν «φορτική», επειδή υπάρχει γενικευμένη, στους κύκλους της ποίησης, η αίσθηση ότι ο ποιητικός λόγος έχει υποβαθμιστεί σε όχημα για τις παραστάσεις και τα λογοτεχνικά χάπενινγκ, έχοντας ηττηθεί από την πεζότητα και τη φαιδρότητα μιας ανερμάτιστης πολιτιστικής ζωής.

Στην εποχή μας του λογοτεχνικού κορεσμού, της γενικευμένης κρίσης αξιών και της δικαιολογημένης απελπισίας των ποιητών και των συγγραφέων, ο κόσμος της ποίησης, μοιάζει με μια λησμονημένη από τους ανθρώπους φυλακή, όπου μέσα της χτυπιούνται ουρλιάζοντας κάποιες ανθρώπινες σκιές, χωρίς να βρίσκουν οι παράλληλοι μονόλογοί τους κάποιαν απάντηση ή ανταπόκριση από τον έξω κόσμο.

Σημειώνει σχετικά ο Σωτήρης Παστάκας σε μια συνέντευξή του για την ποίηση των ημερών μας παρομοιάζοντάς την με μια «απέραντη πεδιάδα…» Χαριτολογώντας για την επιλογή αυτής της μεταφοράς, τονίζει: “ίσως, επειδή τα δύο τελευταία χρόνια είμαι μόνιμος κάτοικος στον κάμπο της Λάρισας. Δεν υπάρχουν υψώματα, ούτε καν λοφίσκοι. Μια απέραντη επίπεδη επιφάνεια που σχηματίζεται από υπερτροφικά εγώ που κατασπαράσσουν το ένα το άλλο. Όταν θέλω να πάρω λίγο καθαρό αέρα ανεβαίνω στα βουνά: διαβάζω και ξαναδιαβάζω τους κλασικούς”

Στα παράθυρα αυτής της Βαβέλ των θεληματικά εγκλεισμένων, βλέπουμε πότε-πότε, να καθρεφτίζονται τα νεοφανή δεινά του ποιητικού λόγου της λεγόμενης μετανεωτερικής μας εποχής, το άγχος για την επιβεβαίωση μιας ξεχωριστής ταυτότητας, της ταυτότητας του κορεσμένου από τα σκουπίδια του δυτικού πολιτισμού πνευματικού ανθρώπου, η τρέλα, η κατάθλιψη, το κενό, η απόγνωση, η ματαιότητα, το μηδέν, στοιχεία που εμφανίστηκαν 60 χρόνια πριν στην ποίηση της Beat generation..και που ατέρμονα επαναλαμβάνονται, από το 1970 και μετά, στην ποίηση των γενεών του 70,του 80 και του 90.

Η ποίηση της εμπειρίας προσπαθεί να εκφράσει την πραγματικότητα που περιβάλλει το λυρικό εγώ, την πραγματικότητα που είναι σχεδόν πάντα οδυνηρή και απογοητευτική, όντας η πιστή αναπαράστασή , η ακριβής ακτινογραφία των πεσσιμιστικών της περιστάσεων της κρίσης(οικονομικής, ,πολιτισμικής, υπαρξιακής).
Κατʼ εξοχήν ποιητής της βιωματικής εμπειρίας ο Σωτήρης Παστάκας περιγράφει στον «Ύποπτο φυγής» τα δρώμενα αυτής της απέλπιδης απόσυρσης στον καθημαγμένο εσωτερικό κόσμο του λυρικού εγώ.

Ύποπτος Φυγής

Όλα κοντά τα θέλω,
προσιτά και εύχρηστα,
υλικά της απόγνωσης:
αλκοόλ, τσιγάρα και τηλεκοντρόλ,
να προσθέτω κανάλια και νʼ αφαιρώ σε χρώμα,
έτσι που ένας λεκές
πολύχρωμος και σκοτεινός το μέλλον έχει γίνει.
Βυθισμένος λοιπόν, στον καναπέ της απόγνωσης,
αγνοούμενος μες στους καπνούς,
στο αλκοόλ στη μαύρη οθόνη,
πιο εύκολο μου φαίνεται νʼ αποσυρθώ,
να εγκαταλείψω το ομοίωμα μου
χωρίς να το αντιληφθεί κανείς πως βγήκα πια, εξήλθα,
γεμάτο το ποτήρι και τα τσιγάρα μου εκεί,
μαζί με το κορμί μου κι η τηλεόραση ανοιχτή
κι εγώ δεν σας χαιρέτησα,
δεν είπα καν «στο επανιδείν», «arrivederci», «see you».

Η ποίηση της εμπειρίας κάποτε είναι ένας μικρός ή και εκτενέστερος εύστοχος στοχασμός, για τις περιπέτειες της γραφής και του λυρικού εγώ, για τη σιωπή, εννοημένη ως φυσική περίσταση του σύγχρονου ποιητή και για τις περιορισμένες ή μηδενικές δυνατότητές του νʼ αλλάξει τον κόσμο.
Γράφει σχετικά η Χλόη Κουτσουμπέλη, μια από τις πιο σημαντικότερες φωνές της ποίησης της γενιάς του 90.

Μην εμπιστεύεσαι τους ποιητές.

Γερνούνε με τα χρόνια.
Χωρίς τα χρόνια, γερνούνε πιο πολύ.
Πεθαίνουν νωρίς
πεθαίνουν νέοι,
ή ζούνε ατέλειωτα χρόνια σιωπής.
Φοβούνται τη σιωπή οι ποιητές.
Μα όταν γράφουν, μυούνται στη σιωπή.
Με τη σιωπή τους αλλάζουνε τον κόσμο.

H Κουτσουμπέλη γράφει μια σύγχρονη ποίηση της εμπειρίας στην οποία αναπαριστά ποιητικά με έξοχες εικόνες και μεταφορές το ανθρώπινο δράμα σε όλες του τις παραλλαγές, θυμίζοντάς μας ότι η οδύνη των άλλων, των διπλανών μας είναι ένα από τα συμπτώματα της αρρώστιας του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού

Η αρρώστια

Το πλοίο είναι γεμάτο μετανάστες.
Φορούν τραγιάσκες και κοστούμια
που γυαλίζουν στους αγκώνες,
κοιτάζουν μία προκυμαία από σκόνη
και λευκά μαντήλια που ζωγραφίζουν το κενό.
Σε μιαν εξέδρα ένας βιολιστής
παίζει κόκκινο βιολί,
φορώ ένα μαύρο φουστάνι και δεν έχω μαλλιά,
κλαις και δεν ξέρω πώς να σʼ αγκαλιάσω,
σαν να διασχίζουμε τον χρόνο
σε έρημα πλοία φαντάσματα
που προσκρούουν συνέχεια σε παγόβουνα
μόνο και μόνο για να,
για να μην,
επειδή δεν γίνεται χωρίς
αλλά ούτε και με,
κι ο βιολιστής παίζει παράφορα βιολί
κι ενώ όλοι αρχίζουν να χορεύουν
μου κλείνει μυστικά το μάτι
ενώ πίσω στην πόλη,
τα ποντίκια μεταδίδουν την πανούκλα
που χωρίς να ξέρουμε
όλοι μας κουβαλάμε
μες στο πλοίο. (Διακειμενικότητα εδώ με την Πανούκλα του Albert Camus)

Η ποίηση της εμπειρίας είναι κάποτε μια καταβύθιση στα δαιδαλώδη τοπία της σύγχρονης ιστορίας και της κουλτούρας και τακτικά ένας ηθικός στοχασμός για την παρακμή της καθημερινής ζωής, κάτι που είναι καταφανές σε πολλά σημεία της ποιητικής παραγωγής του Σταύρου Ζαφειρίου, που θεωρείται από την κριτική ως ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του 80. Ο Ζαφειρίου ξέρει να συνδυάζει αριστοτεχνικά τον ιστορικιστικό ποιητικό στοχασμό με την πολιτιστική και κοινωνική κριτική στην ποίησή του όσο λίγοι ποιητές της γενιάς του.

Στο έργο του «συχνή είναι η εξιστόρηση μέσω μιας θρυλικής ή ανώνυμης persona καθώς και η εμφάνιση μιας σειράς εικόνων που, ενώ φαίνονται καθορισμένες χρονικά, δημιουργούν την αίσθηση της διαχρονικής συνεύρεσης παρόντος και παρελθόντος σ’ έναν ακαθόριστο χωρο-χρόνο».
Η διακειμενικότητα-η πρώτη μνεία έγινε ήδη- είναι ένα κοινό στοιχείο στο έργο και των πέντε ποιητών που άρχισαν την ποιητική τους πορεία σε μια εποχή που πλην του ταλέντου χρειάζόταν και η λογοτεχνική μόρφωση ως αντιστήριγμα του ποιητικού λόγου.
Εντάσσω το επόμενο ποίημα στα διακειμενικά ποιητικά κείμενα και στην παράδοση της ποίησης που δομείται με την αξιοποίηση της επώνυμης και θρυλικής persona, θυμίζοντάς σας δυο κορυφαίους προκατόχους του Ζαφειρίου τον Κώστα Ουράνη και τον Κώστα Καρυωτάκη που έγραψαν τα ομώνυμα ποιήματα για τον «ιππότη της ελεεινής μορφής» , δηλαδή τον Δον Κιχώτη.

Δον Σάντσο Πάντσα Ντε Λα Μάντσα
ο ιπποκόμος της ελεεινής μορφής

Να ʼμαι και πάλι τώρα εδώ
Πάνω απʼ τους τόπους της φτωχής γεωγραφίας
Μια κι όπως λεν τα πάντα είναι παρόντα
Κι αυτό που ήταν μια φορά ακόμα είναι
Μέσα απʼ το φως κοιτάζοντας τη φλόγα
Και μέσα από τη λάμψη τη φωτιά

Καθήκον είχα ως παλιός χριστιανός
Έργα και λόγια των κυρίων να πιστεύω
Ήσυχος του ύπνου το μανδύα τυλιγόμουν
Στα όνειρά μου έτρεχαν νερά
Απʼ τις βρυσοπηγές της Αραγώνας
Ούτε γητειές παραμυθένιων μάγων.

Τυχαία μου έπεσε στα χέρια η φυλλάδα
Κι όπως κουτσά-στραβά τις λέξεις σεργιανούσα
Της σκευωρίας βρήκα την κλωστή
Τα μυστικά τους πάρε-δώσε αγνοώ, μα ξέρω τώρα
Πως και οι δυο δοξάστηκαν στη ράχη μου πατώντας

Πολλοί εξ αρχής με είχαν συμβουλέψει
Μη βγεις στο δρόμο με τρελό, θα φορτωθείς μπελάδες
Μʼ αρχοντοπούλες μου είχε τάξει και οφίτσια
Έτσι καβάλησα το γκρίζο μου γαϊδούρι
Μια τίμια προσμένοντας συναλλαγή

Ωστόσο ο Δον Κιχάνο με ξεγέλασε
Στου κουλοχέρη εγκαταλείποντάς με τη γραφίδα
Έρμαιο αφέθηκα πράξεων γελοίων
Που οι ίδιοι μηχανεύτηκαν για μένα
Ήμουν εγώ ο αλανιάρης σκύλος της Αποκριάς

Ήμουν αυτός που απόμεινα στεγνά να ονομάζομαι
Σάντσο Πάντσα, ο πλανόδιος κοιλαράς
Ειρηνικός ακόλουθος του Ιδάλγου
Ένας αγροίκος κουτοπόνηρος χωριάτης
Που σε όλα πίστεψε και αμφέβαλλε για όλα
Ο πάντα δεύτερος σʼ αυτήν την κωμωδία

Κι αν τελικά με κράτησαν στα μέτρα της σειράς μου
Και δεν ελπίζω σε τίποτα πια
Διόλου δε θλίβομαι
Ξέρω καλά πως η ιστορία ευνοεί τους ισχυρούς
Δεν αφαιρώ και δεν προσθέτω
Πέρα απʼ το χρόνο σμίγω με το χρόνο
Μένω της μάνας μου ο γιος
Μένω ο Σάντσο

Αυτός που είμαι εγώ

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε μερικά ποιήματα του Πέτρου Γκολίτση, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μόνο που εδώ η persona είναι επώνυμη.
Η σχέση του Ζαφειρίου με τη γλώσσα είναι νευραλγική. Στο έργο του “Δύσκολο” βλέπουμε την ίδια τη γλώσσα να αδυνατεί να διαβεί τα επώδυνα βιώματα της σύγχρονης πραγματικότητα «με όλα τα φαινόμενα της βίας, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που τη διατρέχουν».
Ο Ζαφειρίου ως ποιητής-στοχαστής έχει στενή σχέση με την μακροχρόνια παράδοση του ευρωπαϊκού κουλτουραλισμού (poesía culturalista) που αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι της διανόησης.
15.Στη συλλογή “Ενοχικό” «επιχειρεί να αναιρέσει τη σοβαρότητα του κειμένου με τη χρήση λατινικών εκφράσεων σʼ όλους τους τίτλους σχολιάζοντας τη φύση της γλώσσας και δημιουργώντας ένα παιχνίδι με τη γλώσσα και τις έννοιες»
Ο Ζαφειρίου, όπως και οι Γκολίτσης και η Κουτσουμπέλη, “ χρησιμοποιεί την ιστορία και το μύθο με επιτυχημένους ποιητικούς αναστοχασμούς. Στα έργα του «διαλέγεται με την ιστορία και το μύθο και με έννοιες όπως ο πόλεμος, το μίσος και ο ανθρώπινος φόβος», έννοιες που αφορούν στη συνεχώς μεταβαλλόμενη ηθική ενός πολιτισμού που .. διαρκώς μεταμφιέζεται”.

Μέσα σ ένα τέτοιο πολιτισμό και σε με μια καθημερινότητα, που το στοιχείο της ανθρώπινης αγριότητας κυριαρχεί σε ένα τοπίο όπου ο άνθρωπος είναι homo hominis lupus, οι βιωματικές εμπειρίες του λυρικού εγώ είναι πάντοτε τραυματικές,αυτοκαταστροφικές, δραματικές και κάποτε τραγικές,κάτι που είναι επίσης χαρακτηριστικό και σε όλη την ποιητική παραγωγή του Λαρισαίου ψυχίατρου-ποιητή που αξιοποιεί την ψυχαναλυτική του παιδεί και εμπειρία μεταστοιχειώνοντάς την σε αυθεντική βιωματική ποίηση.

Διαβάζει ο Σωτήρης Παστάκας

ΑΛΤΣΧΑΪΜΕΡ ΑΡΧΟΜΕΝΟ

*

Δεν έσφαλα αρκετά. Έπρεπε να επιμείνω
λίγο περισσότερο, να επιδείξω μεγαλύτερη
επιμέλεια, εργατικότητα. Να επεξεργαστώ
το έμφυτο ταλέντο μου στην παρανομία,
τα κτυπήματα κάτω από τη μέση. Να εκμεταλλευτώ
το χαμογελαστό μου πρόσωπο
να τους εξολοθρεύσω όλους κι όχι να λάβω
αυτή τη μεταλαβιά της συγχώρεσης μετά.

Όχι, δεν αμάρτησα αρκετά, το παραδέχομαι.

*

Είμαι κακός και το γνωρίζετε όλοι σας.
Σταματήστε να με ζωγραφίζετε,
να χύνετε τις μπογιές και τα χρώματα,
ξεπλύνετε τα πινέλα και σκίστε
το τελάρο. Πετάξτε από πάνω μου
αυτόν το λευκό μανδύα του ποιητή.
Σταματήστε επιτέλους να με φωτογραφίζετε
και να ζητάτε συνεντεύξεις.
Ένας κακός ευτυχισμένος άνθρωπος, είμαι.

Στη συλλογή “Ενοχικό” ο Ζαφειρίου κινείται στα γνώριμα τοπία της ποίησης του Σωτήρη Παστάκα, και «συνδιαλεγόμενος με το θέμα της ενοχής όχι ως αίσθημα αλλά ως πράξη και όχι προς ένα άλλο πρόσωπο αλλά προς τον ίδιο μας τον εαυτό», επικεντρώνεται «στην ανθρώπινη φύση και στη βιολογική της μοίρα”.
Τέλος, “όσον αφορά τη σχέση του με τη πόλη του, η Θεσσαλονίκη επηρεάζει άμεσα το έργο του, λειτουργώντας πολλές φορές ως σκηνικό δράσης για τους ήρωες του. Ακόμα και όταν η πόλη δεν δηλώνεται με το όνομά της προσδιορίζεται από κομβικά της σημεία ενώ μπορεί να μην έχει μυθοπλαστική σημασία αλλά χρηστική σκοπιμότητα καθώς ο συγγραφέας θέλει να βάλει τους ήρωες του σ ένα αστικό περιβάλλον”.
Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι πανταχού παρούσα και στα ποιήματα των Γκολίτση, Τασιόπουλου και Κουτσουμπέλη. Παρομοίως συμβαίνει με τη Λάρισα και τη Αθήνα που στοιχειώνουν ως φυσικά και μεταφυσικά τοπία ως περί-γυροι και περι-στάσεις του λυρικού εγώ την ποίηση της εμπειρίας του Σωτήρη Παστάκα. Ο Ζαφειρίου δηλώνει, κάτι που ασφαλώς αποδέχονται όλοι οι συνάδελφοί του σʼ αυτή την εκδήλωση, πως “η σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του είναι αμφίδρομη και καθοριστική και για τους δύο. Ακόμη και στα έργα μου όπου η πόλη είναι απούσα, η πόλη μου είναι εκείνη κι αν δε την περι-γράφω εγώ με περι-γράφει εκείνη”.

Αρίθμηση διμοιρίας

Χαμογελάμε προς τὰ ἔξω
γιατὶ τὰ πράγματα εἶναι ἁπλά.
Ἡ ζωή μας μπαίνει στὰ καλούπια τους
χωρὶς πολλὲς πολλὲς διαδικασίες
κι ἀναγκασμένοι νὰ κρατᾶμε τὰ προσχήματα
ἀποχρωματιζόμαστε στερεοφωνικά.
Ἡ ἀνάγκη εἶναι κομμάτι μας ἁπτό
–χωρὶς παρομοιώσεις·
μόνο κατάφατσα μποροῦμε νὰ τὴ δοῦμε.
Ὅ,τι ποῦμε περνᾶ στὰ πρακτικὰ
τῆς ὑποκρισίας μας,
ἀπαθανατίζοντας μιὰ ἐποχὴ
ποὺ σβήνεται μέρα τὴ μέρα
στὰ ἡμερολόγια τῆς κωλοτσέπης.
Ἔτσι, ὁ κόσμος βαδίζει ἀντίστροφα,
ὄχι σὰν χρόνος ἀνάποδος ἢ στραβοξύπνημα

Η ποίηση της εμπειρίας ως σύγχρονο λογοτεχνικό ρεύμα, με αγγλοσαξονικές κυρίως ρίζες και με ευδοκίμηση στην Ισπανία και την Ελλάδα των δεκαετιών του 70 του 80 και του 90,ενδιαφέρθηκε όπως ήδη τόνισα, κυρίως για την μετουσίωση των βιωματικών εμπειριών του λυρικού εγώ σε ποιητικό λόγο και για την αποπεζοποίηση της καθημερινής ζωής, που συνέλαβε πρώτος, το 1870, ο επαναστάτης Αρθρούρος Ρεμπώ και ολοκλήρωσε ο σουρεαλισμός όταν ανακάλυψε την ποίηση των ταινιών του Τσάρλι Τσάπλιν.

Από μία άποψη λοιπόν, οι ποιητές που διαβάζουν απόψε σʼ αυτή την αίθουσα ενδιαφέρθηκαν, δίχως πάντοτε να το συνειδητοποιήσουν , για την επαναεισαγωγή της ποίησης στη ζωή, έχοντας συλλάβει το παλαιό μήνυμα των γάλλων σουρεαλιστών. Ο παρηγορητικός λόγος της ποίησης είναι αναγκαίος για την αντίσταση του πνευματικού ανθρώπου στην πεζότητα της καθημερινής ζωής,για την ανάσχεση της «ωμότητας των πραγμάτων»(Φράνσις Μπέικον).

Γράφει χαρακτηριστικά ο Σωτήρης Παστάκας, φτιάχνοντας με αδρές πινελιές και με περισσή ειρωνεία «Το πορτραίτο του ποιητή κοντά στα σαράντα».

Πορτραίτο του ποιητή κοντά στα σαράντα

Κοντά στα σαράντα του έτυχαν μαζί
ένας πρώτος γάμος κι ένα δεύτερο βιβλίο.
Απλή πράξη αποταμιεύσεως, η ωριμότητα- ποιος το είπε;
Κατασπατάλησε ότι κι αν είχε
και τώρα από το καινούριο του ρετιρέ,
όρθιος στο κέντρο της παρέας,
με το άσπρο λινό κοστούμι,
το ανεπίκαιρο λευκό μπορσαλίνο με τη μαύρη κορδέλα,
υψώνει το ποτήρι του στους καλεσμένους.
Ας κρυφακούσουμε: «Η ποίηση, αληθώς λέγω,
δεν μας διασώζει από τα σφάλματα του παρόντος.
Παρηγοριά και συναίνεση παραχωρεί
για να επαναλαμβάνουμε, μικροί μου εν τέχνη αδελφοί,
διαρκώς βελτιωμένα:
σε ένα τρίτο βιβλίο, ένα δεύτερο γάμο.»

Η ποίηση της εμπειρίας είναι αυτό-αναφορική διεκτραγώδηση των παθημάτων του λυρικού εγώ και καθολική μεταφορική μετουσίωση σε λυρικό-δραματοποιημένο λόγο των εσωτερικών του δρώμενων που, ,εμμέσως πλην σαφώς, αποτελούν την πυρίμαχη ύλη του μοντέρνου ποιήματος-κειμένου που συνδυάζει στη δομή του και στους στίχους του τη μεταφορά, το κατʼεξοχήν υφολογικό μέσο,την μετωνυμία, την προσωποποίηση, την ειρωνεία, κάποτε την πραγμοποίηση και την persona ʽόπως ήδη τόνισα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης το σκιάχτρο της Χλόης Κουτσουμπέλη

Το σκιάχτρο

Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβάται,
διώχνω τους εφιάλτες
και τους έλκω,
το βράδυ χαϊδεύω τα σκοτάδια
το πρωί κουνώ τα χέρια στα πουλιά.
Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβίζει,
στην έρημο μιας σχέσης με ανθρώπους.
Με τα χέρια μου- τσουκνίδες
ξεσκίζω το πρόσωπό μου
και τους άλλους.
Μα κάτω από τα άχυρα
και την σκισμένη μπλούζα
ένα κοράκι κρύβω,
στιλπνό,
μαύρο,
μόνο,
το πιο έρημο κοράκι,
την καρδιά μου.

(ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ)