`
Η πρώτη ποιητική δοκιμή του Νίκου Παπαδάκη με τον αινιγματικό, διφορούμενο τίτλο «Ό,τι (Δεν) θα μπορούσε να είναι αλλιώς», , ανοίγει από την αρχή κιόλας πεδία στοχασμού και προβληματισμού, καθώς ο ευφυής εγκλεισμός του Δεν στις αγκύλες, μας αφήνει ανοικτά πολλά ενδεχόμενα σκέψης. Τελικά θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Ή μήπως δεν;
`
Βαθύτατα υπαρξιακό ερώτημα, όσο υπαρξιακός ποιητής μπορεί να χαρακτηριστεί και ο Νίκος Παπαδάκης. Ας είσαι αιώνιος και άπειρος, ανεξέλεγκτος και μόνος τόσο μα τόσο μόνος σαν τη μηχανή του εαροφάγου θα πει χαρακτηριστικά στο «Μετά τον χρόνο» φλερτάροντας με το βαθύ υπαρξιακό θέμα της ανθρώπινης μοναξιάς. Αλλά και στο «Ορθογραφώντας» το παιχνίδισμα των λέξεων Ηδονή όπως οδύνη κλείνει μέσα του βαθιά ερωτήματα της ύπαρξης, του πόνου, της ευχαρίστησης, της σαρκικής και μη ικανοποίησης. Και «Στην ειρωνεία των ρωγμών» διερωτάται έχεις ποτέ σκεφτεί ότι οι ρωγμές υπάρχουν για να μας ειρωνεύονται; Και εμείς τι κάνουμε θα πεις, όταν όλα πια έχουν γραφεί, όταν όλα πια έχουν ειπωθεί; Μήπως δεν τις έχουμε πια ανάγκη;
`
Τα 17 ποιήματα, μικρά μονόπρακτα, που περιέχονται σε αυτή την ποιητική δοκιμή εκπλήσσουν με την πυκνότητα του ύφους τους και τον υπολανθάνοντα λυρισμό τους. Γραμμένα όλα σε ελεύθερο στίχο, που στην πρώτη ανάγνωση τους γοητεύεσαι από τον ποιητικό ρυθμό τους, που δημιουργείται από τη γειτνίαση των επιλεγμένων λέξεων τους σε έναν λόγο πυκνό, που ρέει όμως, χωρίς ίχνος φλυαρίας. Μικρές προτάσεις, με τα ρήματα επιλεγμένα στην κατάλληλη θέση για να μιλήσουν στο είναι μας, να μας κινητοποιήσουν , να ειρωνευτούν, να αποκρυπτογραφήσουν τα δεδομένα, να απελευθερώσουν, να συγκινήσουν, να προτρέψουν, να φωνάξουν… ξεφλούδισε τις πόλεις που σου ανήκουν, στάσου στο κέντρο της δικής σου ημιτελούς Sagrada Familia, πάψε να ψάχνεις για την αξία του, ακόμα κι από εκεί που είσαι…. Τότε ας ανάψουμε κεριά για εκείνους τους Ανέστιους και Απέλπιδες.. Επίθετα, τα τελείως αναγκαία, ενώ το βάρος πέφτει στα ουσιαστικά που λειτουργούν ως υποκείμενα, αντικείμενα, επεξηγήσεις που όλα αυτά κάνουν τον λόγο πυκνό κι ουσιαστικό. Σε μια λεωφόρο αόρατη γεύομαι την ευάγρια αρμύρα της θαλάσσης, του αίματος, του ιδρώτα, των δακρύων….γράφει χαρακτηριστικά στο «Περί Ελαχίστου» ή στον «Ζωγράφο και την Πόλη» ένα φως που μπάσταρδο, λειψό, αναπάντεχο γίνεται ανάμεσα στα άλλα φώτα όπως η αντανάκλαση ενός κομμένου αφτιού στα νεκρικά νερά της πόλης.
`
Αξιοπρόσεκτοι είναι επίσης οι διασκελισμοί που παρατηρούνται καθώς είναι γραμμένοι οι στίχοι, τοποθετώντας σε άλλο στίχο άρθρα από τα ουσιαστικά τους, αντωνυμίες από λέξεις που προσδιορίζουν… σαν να κόβεται η ανάσα για να τονιστούν λέξεις και νοήματα, που θέλει ο ποιητής. Επιτρεπτά όλα αυτά, ποιητική αδεία, και μάλιστα στον ελεύθερο στίχο. Τέλος η μεταφορική χρήση της γλώσσας, κυρίως η λεπτή ειρωνεία που διατρέχει τους στίχους ή επικεντρώνεται στους τελευταίους στίχους, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός λόγου ποιητικότατου, που σε μαγεύει και σε ταξιδεύει να στοχαστείς πάνω σε ανθρώπινες καταστάσεις. Και αυτό όσο να πεις είναι μια κάποια ελπίδα, η μόνη ελπίδα γράφει στο τέλος του ποιήματος «Η αιχμαλωσία του Antonio Gaudi».
`
Βαθύτατα στοχαστικός, πνεύμα ανήσυχο αποτυπώνει την προσωπική του περιπέτεια σε ποιήματα με βιωματικό περιεχόμενο σε «Πόλεις αλωμένες» και στην απουσία που δεν χρειάζονται σπονδές και που απομένει η σιωπή θα πεις όπως γράφει στο ποίημα «πάντα ονείρων απατηλότερα» Κοινωνικά προβληματισμένος, κατορθώνει τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής να μεταπλάθονται σταδιακά στην ποίησή του, το ιδεολογικό όραμα ενός κοινωνικά δικαιότερου κόσμου με αξιοπρέπεια, η σταδιακή σκληρή διάψευση, τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, διαπερνούν με αριστοτεχνικό τρόπο την ποίησή του. Κάποιος μου ψιθύρισε, η ιστορία θα ξαναγραφεί ποτέ ξανά από τους νικητές, κι είναι αργά, πολύ αργά για τους ηττημένους, θα πει στο ποίημα «δυσαγγελία», ενώ στην «Ελεγεία στην άχραντη ευτέλεια» θίγει βαθιές ρωγμές της κοινωνίας που ζούμε προτρέποντας τον αναγνώστη και επιτέλους δες τους μετανάστες πως τους υποδεχόμαστε, πως μεριμνούμε, εντάξει κάποιοι από μας μα κι οι υπόλοιποι με τα καλύτερα μιλάμε λόγια. Το νόημα τους στην αρχή το διαισθάνεσαι μεν αλλά περιμένεις να το ανακαλύψεις κατά την επόμενη ή επόμενες αναγνώσεις των ποιημάτων, κι όταν αυτό αναδυθεί τότε ο νους φωτίζεται, η καρδιά συγκινείται κι έτσι σου αποκαλύπτεται όλη η ουσία της ποίησης. Η συνομιλία με τον αναγνώστη γίνεται διάδραση μέσα στο παιχνίδι της ανάγνωσης και ο ίδιος ο αναγνώστης τελικά γίνεται συναναγνώστης και συνδημιουργός χρησιμοποιώντας όρους των σύγχρονων Αναγνωστικών θεωριών του Iser και του Jauss. Ειρωνικός, αλλά και πολιτικός, πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι πολιτικός, ένας επιστήμονας με τόσο συγγραφικό- επιστημονικό και διδακτικό έργο «περί Πολιτικής και άλλων δαιμονίων».
`
Τελικά το δαιμόνιο της πολιτικής διαπέρασε και το ποιητικό του πράττειν, το οποίο είναι «ποιοτικά» έντονο και ρηξικέλευθο, αλλά συνάμα με επιρροές από την πολιτική ποίηση δημιουργώντας, με αυτόν τον τρόπο, τις συνηχήσεις ενός ευρύτερου ποιητικού συμβάντος και κάνοντάς τον να ονειρεύεται τον Λένιν να διαβάζει το Crash στο ποίημά του «Μετά τον χρόνο». Συνομιλεί ακόμη με αβαν- γκαρντ συγγραφείς, όπως τον Μπάροουζ, με λογοτέχνες πιστούς στην αντιλογοτεχνική εκδοχή της λογοτεχνίας όπως τον Μπουκόφσκι, με φιλοσόφους, καλλιτέχνες, πολιτικούς, δίνοντας στο ποιητικό του μόρφωμα έναν διακειμενικό χαρακτήρα. Τελικά ο διάλογος με το ποίημα, γίνεται διάλογος του ποιήματος με άλλα ποιητικά μορφώματα, γίνεται συνομιλία των κειμένων μεταξύ τους όπως αναφέρει η Julia Kriste-va και μας θυμίζει τον Γιώργο Σεφέρη που τριάντα χρόνια πριν είναι γράψει: «Βλέπουμε λογοτέχνες που όσο γυρεύουν να διατυπώσουν το αναντικατάστατο που φέρνουν μέσα τους, τόσο αισθάνονται δυνατότερες συγγένειες με δημιουργούς έξω από την περιοχή της γλώσσας τους» Τέλος, θα ήταν παράλειψη να σταθώ μόνο στο ποιητικό σκέλος που ενυπάρχει μέσα σε αυτό «το τόσο μικρό, λιανό βιβλιαράκι, με την τόση καλλιτεχνική συγκίνηση», όπως επιτυχημένα έγραψε ο Δημήτρης Φύσσας.
`
Γιατί και τα τρία κριτικά κείμενα περί τέχνης και σώματος, εξουσίας, βίας και οδύνης που περιέχονται σφύζουν από διακαλλιτεχνικότητα και διεπιστημονικότητα, για να χρησιμοποιήσω πάλι όρους από τον Δημήτρη Φύσσα. Διαπραγματεύεται θέματα χορού, σινεμά, θεάτρου, σημειολογίας, κοινωνιολογίας με κριτικό τρόπο, με κριτική ματιά και δοκιμιακό προσωπικό ύφος που τείνει να αποκτήσει την καθολικότητα που του αρμόζει, καθώς απευθύνεται σε όλους και μας αφορά όλους όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μεταξάς στον πρόλογο του βιβλίου. Η ερμηνευτική κριτική προσέγγιση του Σαιξπηρικού Μάκβεθ στο κείμενο «το άνθος και το φίδι» δίνει μια νέα οπτική στον χώρο του θεάτρου, στους «Μεσημβρινούς εφιάλτες» η άγρια οσμή που αναδύει ο Δυτικός πολιτισμός μέσα στο έργο του ΜακΚάρθυ τον ωθεί να αναρωτηθεί: Τότε τι; Ποια ελπίδα; Και μαζί με τον αυτόν και όλοι εμείς, ενώ «στις Μνήμες από το Πουθενά» κλείνουμε τα μάτια και κινούμαστε σώμα και ψυχή στις ρωγμές και τις ερμηνείες που προσπάθησε να μας μεταφέρει μέσα από το έργο Πουθενά του Δημήτρη Παπαιωάννου.
`
Θα κλείσω αυτή την μικρή εισήγηση με μια φράση του Έλιοτ: «Η ποίηση δεν προσπαθεί να εκφράσει την προσωπικότητα των ποιητών, μάλλον προσπαθεί να την καταργήσει και κάνοντας αυτό, εκφράζει μιαν άλλη προσωπικότητα που ανήκει σε όλους» Αυτήν την άλλη προσωπικότητα καλούμαστε να δούμε, που δεν ξέραμε και πολλοί από εμάς δεν φανταζόμασταν. Γιατί Όλα τα έργα τέχνης, έλεγε ο Adorno, η τέχνη στο σύνολό της, είναι αινίγματα. Στην περίπτωση του πανεπιστημιακού καθηγητή, Κοινωνικού επιστήμονα και πολύ καλού φίλου Νίκου Παπαδάκη αυτό το αίνιγμα μετατρέπεται και σε ευχάριστη έκπληξη που μετουσιώνεται σε ποιητικό μόρφωμα.










