`
ΕΝΑ ΓΑΛΑΖΙΟ ΦΩΣ
Η ποίηση σου άργησε• μα ήρθε.
Ένα γαλάζιο φως στο έμπα του Απρίλη.
Με βρήκε ʽκεί που ανέβαζα σ’ ένα γιαπί
τσιμέντο, τούβλα
και βλαστήμιες.
Πάνω σε μια μετέωρη σκαλωσιά
των δεκαοχτώ μου χρόνων…
Εκεί,
ανάμεσα γης και ουρανού,
στη Δραπετσώνα
άκουσα τη θαλασσινή φωνή σου!
«Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί…»
κι άξαφνα μέσα μου τρικύμισαν
όλες οι θάλασσες
όλες οι σημασίες.
Φάροι, νησιά των κοραλλιών και άγνωστα λιμάνια,
Φάτα Μοργκάνα πρόβαλαν στα μάτια μου μπροστά
και το γιαπί με τα εφτά πατώματα άλλαξε, έγινε
καράβι μυθικό, καράβι μεθυσμένο
με καπετάνιο εσένα, ναι, και ασυρματιστή.
Πληγές παλιές που νόμιζα πως είχαν γιατρευτεί,
αιμορραγούσαν πάλι.
`
*
ΗΤΑΝΕ ΤΟΤΕ…
Εσύ από τη θάλασσα, κι εγώ απʼ τα βουνά.
Οι ρότες μας δεν έσμιξαν ποτέ.
Ποιος να το έλεγε όμως, πως
ένα πρωί ανοιξιάτικο του εβδομήντα πέντε,
θα μου έφεγγαν αλλιώς,
ο Αλδεβαράν και ο Σταυρός του Νότου.
Ήτανε τότε που,
– όπως το είχες προβλέψει δυστυχώς–
απʼ τη στεριά θα έσκιζες στερνή φορά,
τη μακρινή γραμμή των οριζόντων.
Ενώ εγώ,
(που αγάπησα πολύ το ΜΑΡΑΜΠΟΥ),
σαν όλους τους άλλους στεριανούς,
θα έκανα σχέδια πολλά,
για μακρινά,θαλασσινά ταξίδια.
Δίχως Φυλλάδιο Ναυτικό. Δίχως καράβι.Δίχως…
`
*
ΚΑΘΕΝΑΣ ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΤΟΥ
Οι μαγγανείες των άστρων
και οι θάλασσες οι φοβερές της ποίησης
μας έφεραν κοντά.
Γίναμε φίλοι, σύντροφοι στο ίδιο μακρύ ταξίδι.
«Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τʼ Αλγέρι και το Σφαξ…»
Για εκείνες τις άγνωστες χώρες της ψυχής μας, δηλαδή!
`
*
ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ
1
Ποιητή μου, διάβηκεςτον Αχέροντα νωρίς.
Δεν πρόφτασα να σου δείξω τις πληγές μου
πάνω στο χαρτί.
2
Ο Ινδικός,
οι άγριες θάλασσες του νου και της ψυχής σου,
γίνανε χάρτες και πυξίδα μου.
Γίνανʼ οι Κυριακές μου, Νίκο.
3
Κι άξαφνα μπήκες από την στεριά
στις άλλες θάλασσες,
τις νοητές,
με το αιώνιο πούσι.
Αυτές που δεν θα γνωρίσουνε ποτέ
τυφώνες και τραγούδια.
Κι όμως σε περιμένω πάλι απόψε…
4
Και τώρα,
«δώθε απʼ τον θάνατο», απαρηγόρητος
κάθομαι και σου γράφω.
Τρέμει το χέρι, τρέμει το χαρτί,
μα δεν θα σταματήσω…
Θα μείνω πάντα
ιδανικός κι ανάξιος εραστής
της ποίησής σου.
`











Τέσσερα ποιήματα από έναν ποιητή της ορεινής ενδοχώρας, που ονειρεύεται τα μακρινά ταξίδια. Πόσοι από μας κάπου, κάπως, κάποτε δεν ταξιδέψαμε νοητά, δεν ονειρευτήκαμε, δε βρήκαμε στιγμιαίες διαφυγές στα άγνωστα τοπωνύμια και στις εξωτικές εικόνες της ποίησης του Καββαδία. Μπορεί να μην καταλαβαίναμε τους πρωτάκουστους ναυτικούς όρους του, μα νιώθαμε την ποίησή του τόσο οικεία, σαν να μιλά κατευθείαν στην ψυχή μας ή μάλλον σαν να μας γνωρίζει κι ανασύρει από τα βάθη της ψυχής μια βαθιά λαχτάρα. Μπράβο σου, Χρήστο, που μέσα από τα τέσσερα αυτά ποιήματα μας μεταφέρεις αυτή τη λαχτάρα –ίσως και την υπόρρητη πίκρα- όλων ημών που δεν τολμήσαμε να φύγουμε, αλλά παραμείναμε – έστω και χωρίς καράβι- ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές της ποίησης του Καββαδία.
Υπέροχα και νοητά συνομιλούν δυο ποιητές, ο ένας μέσα από τον άλλο !
Μας ταξιδέψατε αγαπητέ κύριε Τουμανιδη ,συνομιλώντας εξ’ ονόματος όλων μας! Ευχαριστούμε.