`

I

Εγώ ξέρω έναν ύμνο ουρανομήκη, παράξενο
που στης ψυχής τα σκοτάδια μιαν αυγή αναγγέλει,
ετούτου του ύμνου οι σελίδες αυτές
ρυθμοί που ο αγέρας καταλύει στο ημίφως

Θα ήθελα εγώ να τον γράψω, τʼ ανθρώπου
μερώνοντας τη φειδωλή κι ανυπότακτη γλώσσα
με λέξεις που ήσαν για ένα φεγγάρι
στεναγμοί και γέλια , νότες και χρώματα.

Όμως εις μάτην παλεύω, δεν βρίσκονται λέξεις,
να τον συλλάβουνε, άξιες,  και μόλις- πανώρια!-
θα έχω τα χέρια σου στα χέρια μου μέσα
θα μπορούσα στʼ αυτί να στον πω κατά μόνας.

`

ΙΙ

Σαΐτα που ιπτάμενη

πηγαίνει, στην τύχη ριγμένη,

χωρίς να μαντεύει που

τρεμάμενη θα καρφωθεί  ∙

φύλλο που απʼ το ξεραμένο δεντρί

ο  γαρμπής  παρασέρνει

χωρίς να προβλέπει κανείς το χαντάκι

όπου  θα πέσει  και πάλι ∙

γιγάντιο κύμα που ο αγέρας

τυλίγει και μες τη  θάλασσα σπρώχνει

και κυλά και περνάει μη ξέροντας

τι παραλίες να γυρέψει πηγαίνει ∙

φως που σε τρεμουλιαστά φωτοστέφανα

λάμπει, σχεδόν ξεψυχώντας,

κι αγνοεί  ποιο απʼ αυτά

τελευταίο θα χάσει τη  λάμψη του ∙

αυτό είμαι εγώ

τον κόσμο διασχίζω, δίχως να σκέφτομαι

από πούθε έρχομαι και ούτε που

τα βήματα μου με πάνε

`

ΙΙΙ

Ταρακούνημα παράξενο

που  ανακινεί  τις ιδέες

όπως σπρώχνει ο τυφώνας

σε αταξία τα κύματα

ψιθυρισμός που μες την ψυχή

υψώνεται κι ολοένα θεριεύει,

σαν   ηφαίστειο υπόκωφο

που αναγγέλλει πως θα βγάλει φωτιές ∙

αλλοιωμένες  μορφές

από όντα απίθανα

τοπία που εμφανίζονται

σαν ιδωμένα μέσα  από  πέπλο ∙

χρώματα,  που ένα γίνονται

κι αναπαριστούν στον αέρα

του ουρανίου τόξου τα άτομα

που μες το φως κολυμπούν ∙

δίχως λέξεις ιδέες,

χωρίς νόημα λέξεις ∙

συχνότητες  που  δεν έχουν

ούτε ρυθμό ούτε  μέτρο ∙

πεθυμιά κι αναμνήσεις

από ανύπαρχτα πράγματα ∙

χαράς εισβολή

παρορμήσεις  για   κλάματα ∙

όλο νεύρο ενέργεια

που τι να κάνει δεν βρίσκει ∙

δίχως χαλινά να τʼ  οδηγούν

ιπτάμενο άτι ∙

Τρέλα  που το πνεύμα

διεγείρει  κι εξάπτει∙

θείο μεθύσι

του πάνσοφου πλάστη…

Έτσι  η έμπνευση είναι!

Φωνή αχανής,  το χάος

μες το κεφάλι  βάζει σε τάξη,

και κάνει μέσα απʼ τους ίσκιους

το φως να φανεί ,

αστραφτερό  χαλινό χρυσαφένιο

που δυνατό σταματάει

του  παθιασμένου  μυαλού

το φαρί το ιπτάμενο

Μαρμαρυγή, σε δέσμες φωτός,

δένει τις σκέψεις ∙

ήλιος που σκίζει  τα σύννεφα

και στο αποκορύφωμα φτάνει ∙

χέρι πανέξυπνο

που σʼ ένα μαργαριταρένιο κολιέ

τις αδάμαστες λέξεις

καταφέρνει να ενώσει ∙

αρμονικός ρυθμός

που με μελωδία κι αρίθμηση

τις φευγαλέες  νότες

εγκλωβίζει στον χτύπο  του  ∙

καλέμι που δαγκώνει το μάρμαρο

μορφή στο άγαλμα δίνοντας,

και την πλαστική ομορφιά

στην ιδεατή την προσθέτει ∙

ατμόσφαιρα όπου συστρέφονται

οι ιδέες σε  τάξη,

όπως  ενώνει τα άτομα

μια έλξη απόκρυφη ·

χείμαρρου κύματα που

ο πυρετός τη δίψα του σβήνει ∙

όαση που στο  πνεύμα

δίνει πίσω το σφρίγος του…

Αυτή είναι η λογική μας !

Και με τις δύο πάντα παλεύει

και νικά και τις  δύο,

η διάνοια μόνο  μπορεί

σʼ ένα ζυγό και τις δύο να δέσει

`

ΙV

Μην πείτε  πως με το θησαυρό της ξοδεμένο,

ελλείψει θεμάτων , βουβάθηκε η λίρα ∙

μπορεί ποιητές να μην υπάρχουν ∙ όμως πάντα

θα υπάρχει ποίηση.

Όσο  απʼ του φωτός τις συχνότητες,  το φιλί,

πυρωμένο  θα πάλλεται  ∙

όσο  ο ήλιος τα σκόρπια  νέφη

με φωτιά και χρυσάφι θα ντύνει ∙

Όσο η αγκαλιά του αγέρα  κουβαλάει

ευωδιές  κι αρμονίες∙

όσο θα υπάρχει στον κόσμο η Άνοιξη,

θα υπάρχει και η ποίηση!

Όσο η επιστήμη δεν μπορεί να εντοπίσει

τις πηγές της ζωής,

και στους ουρανούς ή στα πέλαγα  θα υπάρχει μια άβυσσος

που στους υπολογισμούς θʼ αντιστέκεται ·

Όσο θα  προχωρά η ανθρωπότητα

χωρίς να  ξέρει για πού τραβάει ∙

όσο για τον άνθρωπο θα υπάρχει ένα μυστήριο,

θα υπάρχει και  η ποίηση!

Όσο θα νιώθουμε νʼ αγαλλιά   η  ψυχή μας,

δίχως στα χείλη να σκάει χαμόγελο ∙

Όσο κάποιος θα κλαίει χωρίς  το κλάμα να φαίνεται

που  συννεφιάζει τα μάτια ∙

Όσο καρδιά και κεφάλι

θα εξακολουθούν να παλεύουν ·

όσο θα υπάρχουν ελπίδες και αναμνήσεις,

θα υπάρχει κι η ποίηση!

Όσο μάτια θα υπάρχουν πʼ αντανακλούνε

εκείνα τα μάτια που τα κοιτούνε ∙

όσο  τα χείλη που αναστενάζουν θʼ αποκρίνονται

σε άλλα χείλη που αναστενάζουν ∙

όσο  μπορούν  μες το  φιλί ταραγμένες

να αισθάνονται  δύο ψυχές ∙

όσο μια ωραία  θα υπάρχει γυναίκα,

θα υπάρχει κι η ποίηση!

`

V

Πνεύμα ανώνυμο,

ακαθόριστη ουσία,

εγώ ζω με τη ζωή

χωρίς τις μορφές της ιδέας.

Εγώ κολυμπώ στο κενό,

τρέμοντας μέσα στου ήλιου τη φλόγα,

δονούμαι μες τις σκιές

και επιπλέω μαζί με τα σύννεφα.

Εγώ είμαι το χρυσό το πλουμίδι

που απʼ το ουράνιο σώμα  πέφτει το μακρινό ·

εγώ είμαι του ψηλού φεγγαριού

το δροσερό και γαλήνιο φως.

Εγώ είμαι η πυρωμένη νεφέλη

που κυματίζει στο σούρουπο μέσα ·

εγώ είμαι του περιπλανώμενου άστρου

η μαρμαρυγή που φεγγοβολά.

Στις κορυφές εγώ είμαι το χιόνι,

είμαι φωτιά  επάνω στις άμμους,

γαλάζιο κύμα μέσα  στα πέλαγα,

κι αφρός που πέφτει πάνω στις όχθες.

Στο λαούτο μέσα είμαι μια νότα

και στη  βιολέτα  η ευωδία,

φευγαλέα φλόγα πάνω στα μνήματα

και  στα ερείπια μέσα είμαι κισσός

Εγώ βροντώ στην καταιγίδα

και  σφυρίζω στη λάμψη της αστραπής

και σβήνω το φως του  κεραυνού

και βρυχώμαι στη θύελλα μέσα.

Εγώ γελώ στις κορυφές,

ψιθυρίζω μέσα στο ψηλό το χορτάρι,

αναστενάζω μες  στο καθάριο το κύμα

και κλαίω μέσα στο κίτρινο φύλλο .

Εγώ κυματίζω μαζί με  τα άτομα

του καπνού που πάνω υψώνεται

και στον ουράνιο θόλο αργά ανεβαίνει

σε τεράστιες σπείρες

Εγώ, απʼ τις κλωστές τις ολόχρυσες

που τα  έντομα έχουν κρεμάσει,

κουνιέμαι  στα δέντρα ανάμεσα

στον καυτό ύπνο του μεσημεριού

Εγώ τρέχω πίσω από τις νύμφες

που μέσα στο ολόδροσο  ρεύμα

του ρυακιού του  κρουσταλλένιου.

τα παιχνίδια τους κάνουνε  γυμνές

Εγώ, σε δάση κοραλλένια

στρωμένα  λευκά μαργαριτάρια,

κυνηγάω  στον Ωκεανό

τις αέρινες Ναϊάδες.

Εγώ, μες στα σπήλαια τα θολωτά

που  ήλιος μέσα τους δεν μπαίνει,

γίνομαι ένα με τα ξωτικά,

χαζεύοντας τα πολλά τους πλούτη.

Εγώ γυρεύω των αιώνων

τα  χνάρια που πλέον έχουν σβήσει

και ξέρω πως τα βασίλεια από αυτά

πως  δεν έμεινε ούτε τʼ όνομα τους.

Εγώ στον γρήγορο ίλιγγο ακολουθώ

κόσμους που στροβιλίζονται,

και του ματιού μου η κόρη συλλαμβάνει

την πλάση όλη ακέραια.

Εγώ  τα μέρη ετούτα ξέρω καλά

που ούτε ψίθυρος δεν φτάνει

και κείνα  όπου άστρα ασχημάτιστα

προσμένουνε ένα φύσημα  ζωής.

Εγώ είμαι πάνω απʼ την άβυσσο

το γεφύρι που την διασχίζει ·

εγώ είμαι η άγνωστη κλίμακα

που ενώνει γη κι ουρανό

Εγώ είμαι το  μη  ορατό

το δαχτυλίδι   που συγκρατεί

τον κόσμο του σχήματος

στης ιδέας τον κόσμο.

Εγώ είμαι, εντέλει,  το πνεύμα αυτό,

απόσταγμα άγνωστο  ,

ευωδιά γεμάτη μυστήριο

της οποίας  ο ποιητής είναι το σκεύος   της.

`

***************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Γκουστάβο Αδόλφο Μπέκερ ( 1836-1870)  υπήρξε,  μαζί με την Ροσαλία ντε Κάστρο, πρωταγωνιστής της προ-ρομαντικής περιόδου της Ισπανικής ποίησης. Το έργο του αν και σχετικά μικρό σε όγκο  επηρέασε καταλυτικά το έργο σημαντικών μορφών όπως ο Ρουμπέν Νταρίο, ο Αντόνιο Ματσάδο και Χουάν Ραμόν Χιμένεθ καθώς και την ποιητική γενιά του 1927 (Λόρκα,  Σαλίνας,  Θερνούδα κ.α.). Ένα μεγάλο μέρος της κριτικής τον έχει αποδεχθεί ως θεμελιωτή της σύγχρονης, Ισπανικής ποίησης. Το έργο του   είναι γεμάτο  έντονες αντιθέσεις όπως ήταν άλλωστε και η ταραχώδης και γεμάτη αντιξοότητες  ζωή  του, η οποία λόγω μιας φυματίωσης, που τον ταλαιπώρησε από πολύ νωρίς, τερματίστηκε πρόωρα, όταν ήταν ακόμη 34 ετών. Τα  «Ποιήματα» (Rimas) το σπουδαιότερο ποιητικό του έργο, που του χάρισε ευρύτατη αποδοχή απʼ όλα τα κοινωνικά στρώματα και παγκόσμια αναγνώριση ,   είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες:  Ποίηση (I–XI), Έρωτας ( XII–XXIX), Ερωτική απογοήτευση (XXX–LI), Πόνος, αγωνία (LII–LXXVI). Επίσης έγραψε σπουδαία κείμενα σε πρόζα, με επιρροές από τον Πόε και τον Χόφμαν, τα οποία συγκεντρώθηκαν εκ των υστέρων σε ένα τόμο με τον τίτλο «Μύθοι» (Leyendas). Ο ίδιος ο ποιητής προλογίζοντας την έκδοση των δύο προαναφερόμενων έργων, τον  Ιούνιο του 1868,  ξεκινούσε την εισαγωγή του ως εξής: « Μέσα από τις θεοσκότεινες γωνιές του εγκεφάλου μου, σε εμβρυακή στάση κι ολόγυμνα , κοιμούνται τα εκκεντρικά τέκνα της φαντασίας μου, περιμένοντας στη σιωπή, να τους ντύσει η τέχνη με το λόγο για να μπορέσουν να εμφανιστούν με αξιοπρέπεια στην σκηνή του κόσμου»