`
Στερνόγραφο
Στον Ειρηναίο Μαράκη
Εμένα δεν με άγγιξαν, κορμιά του Modigliani
Στην μάσκα μου δεν κάθισε , σκύλος να πιλοτάρει
Πόνος εμένα μʼ έθρεψε, το στρίτσο και οι μουράβιες
και η μπαρκέτα έγραψε, της προσμονής ανταύγειες
Γλάροι σ´εμέ Φτερούγισαν, απά από την πρύμνη
κι όχι τα απαίσια, των Μαραμπού τα σμήνη
Ο ίμερος σαν έσφιγγε, μετά τα τόσα μίλια
ποτέ μου δε με έσπρωξε σε νέο απ´ τη Σεβίλλια
Εγώ δεν γράφω ρήματα, για τους αλλοπαρμένους
Ισόμετρο δεν στέγνωσε, τους θαλασσοδαρμένους
κι ούτε με νοιάζει τι θα πουν σεφέρια και ελύτες
Εγώ την πένα έσπασα για θαλασσών αλήτες
Θα μείνω πάντα εύκλεος, μα και άξιος εραστής
των φθογγικών συνθέσεων , μιας ποίησης που ρέει
Μηδέποτε αριστερός και οπορτουνιστής
Μα ούτε και παιδεραστής , που Νόμπελ αποπνέει
Corbiere εγώ δεν διάβασα, ούτε και Εμπείρικο
Τις ρίμες μου τις έγραψα, με την ψυχή a picco
κι ούτε μού δώκαν προβολή του πενταγράμμου μύστες
Με ματσακονι πληρωσα των λογισμών τις ρήτρες
Παιδί του μόχθου κι άπραγο στου λόγου τα λιβάδια
φρόντισα τις ανάγκες μου να βάλω στη γραμμή
Κι όταν με φως εγεμησα , της γνώσης τα σκοτάδια
πλήρωσε της αξίες μου του χρόνου η φυλακή
Δεν είμαι τέλος ο γραφιάς, του σαλονιού της σάλας
Γέννημα, θρέμμα , ανάθεμα, θαλασσινής κουφάλας
τους πόθους και τα κρίματα τραγούδησα του μόχθου
Τα εύσημα δεν ζήτησα ενός λογίου όχλου
Λένε για μένα οι άναυτοι που μοίρα βρωμερή
έφερε το γιατάκι τους πλάϊ με το δικό μου
πως είμαι κακοτράχαλο , του βίτσιου εγώ παιδί
υποταγμένος άδολα, στο λερωμένο εγώ μου
Αυτοί με δίχως φρόνημα , το θυμικό του ναύτη
αυτοί που ´ρθαν στην θάλασσα τυχοδιωκτικά
και λέρωσαν και ντρόπιασαν με τα γραπτά τους λάσπη
μιάς οικογένειας πλατιάς τα έντιμα παιδιά
Οι άναυτοι μιλούν για με λίβελος ψιχαλίζει
ενώ εγώ πιστέψτε με , λάτρης στα θηλυκά
Κι αν μία που αγάπησα πουτάνα θε να γένει
εκείνη αποφάσισε Πλαστά ιδανικά
Πικρό ψωμί και ανέβρεγο που φάγαμε μαζί
λένε για μένα ναυτικοί και παραγκωνισμένοι
την ποίηση πως έπλασα ζαχαροκάντιο ζυμωτή
και όχι τραβέρσο ψευτικο και νάνοι κουρασμένοι
Τώρα σεπτός τραγουδιστής, ψάλλω τις Αρπυίες
τα πλευρικά μου σβήνοντας , για δυό μικρές αξίες
Η μιά , η δίψα της ζωής , η άλλη του θανάτου
κ΄ οι φίλοι , κληρονόμοι μου , του τελικού μαντάτου
`
*
Ανεμολόγιο
Από τον Γρέγο , μέχρι και τον Γαρμπή
κι από τον Πουνέντη , εως τον Λεβάντε
έψαξε η αγάπη να με βρει
μα ´γω κρυμμένος, με μιά όμορφη στις Andes
Από τον Σιρόκο, στου Μαΐστρου την πληγή
έψαχνα τα φιλιά της Τραμουντάνας
Η Οστρια , με κοιτούσε σιωπηλή
να υποκύπτω , στα τερτίπια μιάς πουτάνας
Από τον Νότο μέχρι και τον Βοριά
είν´ εκατον ογδόντα , χρυσαλίδες
Στις ενενήντα , μόνο μια παστρική
κι άλλες μισές , κάλπικες φυσαλίδες
Απ´ τον Levante , στου Gulf Sream τα δυτικά
κι απ´ τον Ponente , στα νερά του Kuro-Siwo
άφησα , τα όνειρα μου βιαστικά
πριν για την κόλαση , μονάχος μου να φύγω
Τ´ ανεμολόγιου δύο καρτίνια μοναχά
με χώρισαν από το άχθος ευτυχίας
το “είναι” , όλο ανάθημα , στη χαρά
Μα έμεινα ιερομνήμων ουτοπίας
`
*
Κυματωσιά
Μ´αρπαξε μιά κυματωσιά απ´το βυζί της μάνας
για να μου μάθει τη ζωή¨ πως βγαίνει το ψωμί
κι αφού καλά με δίδαξε , τι πάει να πει χολή
σε ομήγυρη με πέταξε , ποιητικής αλάνας
Μ´αγκάλιασε κυματωσιά , φουρτουνιασμένου πόντου
για να μου δείξει των μοιρών , τ´αποκρυφα γραπτά
μα δ´αύτη με χαστούκισε και μ´εκανε σκουπίδι !
με ρίζωσε σαν μύδι , στου πάτου τα ριζά !
Καβάλησα κυματωσιά , θάλασσας , μιάς αντάρας
για να με πάει στη χαρά , στης γνώσης τα στενά
Μα ´κείνη με ξελόγιασε και μ´έκανε σκουπίδι
μα τράβηξε το ξύδι , μέσα απ´ την καρδιά !
Μέζωξε μια κυματωσιά , σαν άτι του ανέμου
σεργιάνι και με έβγαλε , σ´αντάρα και καιρό
κι αφού στροβίλισε , το πενιχρό “εγώ”
στους νικημένους μ´έβγαλε , του , της ζωής πολέμου
Μ´άρπαξε μια κυματωσιά , στον Άδη να με πάει
αφού πρώτα μου έμαθε , τι πάει να πει ουτοπία
και πριν προκάνω να διαβώ , την λίμνη Αχερουσία
αράδιασα στον τάφο μου , λουλούδια Απριλομάη !!!
`
*
Ενʼ από Ivori κολιέ
Στον Σπύρο Αραβανή
Σʼ ένα flea market , του λιμανιού του Cienfuegos, δυτικά
βρέθηκα κάποτε χαζεύοντας , των νέγρων σόλικες πραμάτιες
μέχρι που πρόσεξα , πως μία μαύρη με κοιτούσε επίμονα
αν κι ʼχε το κεφάλι της σκυφτό , με των ματιών τις άκρες.
Μπροστά της είχε μπιχλιμπίδια , καρφίτσες και κουμπιά
ανάκατα, κάποιων καιρών αλλοτινών , της φθήνιας μεγαλεία
μα στό ʼνα χέρι , το ζερβό, κράταγε να μην της πάρουνε , σφικτά
ένα από ivori κολιέ , που σίγουρα θα είχε την δική του ιστορία.
Μόλις το πρόσεξα , το είναι μου κόμπος (ε)σφίχτηκε με μιάς
και ένιωσα πως κάποτε , στα χέρια κράτησα το μάταιο στολίδι
όταν παιδί αμούστακο , περνούσα στο λαιμό μιάς κοπελιάς
απʼ το παρθενικό, που όμως με σημάδεψε , σαν γύριζα , ταξίδι.
Η γερονέγρα , ιέρεια voundou και του διαβόλου παπαδιά
στο πρόσωπο μου διάβασε , της μοίρας το παιγχίδι, αμέσως
και όταν το κόστος ζήτησα να μου πει , για μια ανάμνηση παλιά
με θράσος αξιέπαινο , ζηλευτό , μου είπε «solo cinquenta pesos».
Βαρύ το τίμημα πολύ , μα το συναίσθημα ακόμη πιό μεγάλο
πρόσταξε: πλήρωσε φτωχέ μου και ίσως, έτσι πάλι ξαναβρείς
αυτό που λίγοι, με χαρά κερδίζουμε η πίκρα, από τον άλλο
και όνειρο η ανάμνηση το λένε, μοναδικό φτιασίδι της ψυχής.
Ένʼ από ivori κολιέ, πάντοτε στο λαιμό μου θα φοράω
χωρίς ετούτο να σημαίνει, τα μάταια πως δοξάζω στη ζωή.
Ανάλγημα και γιατρικό, όταν αδύναμος, γιʼ αυτά που φύγανε πονάω
και θύμημα μοναδικό. Η ουτοπία μόνο, μπορεί να είναι ιδανική.
`
*
Liberty
Στον Αντώνη Αντωνάκο
Απʼ το κοράκι μέχρι και το ποδόσταμο
χίλια καρφιά, πυρά , σε περιζώνουν
Κι απʼ την καρίνα έως την γαλέτα σου
χίλιες κατάρες να ξορκίσεις, που σʼ οργώνουν
Και μόνη ένδειξη της γέφυρας
ζερβά το κόκκινο, πράσινο στα δεξά σου
και τʼ αλμπουρήσια , για την ρότα μας
και η κορώνη, να φωτά ταʼ απόνερα σου
Τʼ αμπάρια σου με χούφτες και σφηνόξυλα
με μπίμια, μπουκαπόρτες, μουσαμάδες
Αβέρτα κουραδόρος που φορτώθηκε
την λευτεριά να φέρει στους ραγιάδες
Κτίστηκες για να πεθάνεις άδοξα!
Εσένα περισκόπιο περιμένει
Κάπου εκεί στʼ Ατλαντικού, τα κρύα νερά
θʼ αφήσεις το κουφάρι σου! Στο πρέπει!
Την προτομή σου, βλέπω τώρα στο βυθό
κοράλλια το κορμί σου έχουνε στοιχειώσει
και μία σμέρνα απʼ το όκιο το πρυμιό
κοιτά τον θάνατο σου, να προδώσει!











Συγχαρητήρια για τα ποιήματά σας κ. Αντωνόπουλε. Θαυμάζω την αφομοίωση και την δημιουργική σας πρόταση πάνω στο έργο του Καββαδία. Χαίρομαι που δεν μπήκαν κάτω από την “ταμπέλα” των στιχουργημάτων, αλλά της γνήσιας ποίησης.
Τ άστρο του Καββαδία διαγράφει εδώ και χρόνια μια ανοδική τροχιά. Τραγουδιέται, επηρεάζει, συγκινεί, παρηγορεί. Κι ασ’ τη γραμματολογία να κοιμάται.
Σπυρίδωνα Αραβανή και Σωτηριε Παστακα !!
Σωτηριε Παστακα και Σπυριδωνα Αραβανή
ενα Ευχαριστω δεν ειναι ικανό να αποδώσει
το περιεχόμενο του υπό θαλάμου μου
για εσάς !!!!!!!!!
Στερνόγραφο
[…]
Ο ίμερος σαν έσφιγγε, μετά τα τόσα μίλια
ποτέ μου δε με έσπρωξε σε νέο απ´ τη Σεβίλλια
[…]
κι ούτε με νοιάζει τι θα πουν σεφέρια και ελύτες
Εγώ την πένα έσπασα για θαλασσών αλήτες
[…]
Θα μείνω πάντα εύκλεος, μα και άξιος εραστής
των φθογγικών συνθέσεων , μιας ποίησης που ρέει
Μηδέποτε αριστερός και οπορτουνιστής
Μα ούτε και παιδεραστής , που Νόμπελ αποπνέει
[…]
Δεν είμαι τέλος ο γραφιάς, του σαλονιού της σάλας
Γέννημα, θρέμμα , ανάθεμα, θαλασσινής κουφάλας
τους πόθους και τα κρίματα τραγούδησα του μόχθου
Τα εύσημα δεν ζήτησα ενός λογίου όχλου
[…]
ΥΓ Λάθος η βολονταριστικη σας αναγνωση των ποιημάτων του.
Ο ποιητης ειναι λαϊκος, αμεσος, , τρυφερος και οξυς ταυτοχρονα.
Η ποιηση του αμεση, ξεκαθαρη, …μικρη σχεση με τον Καββαδια .
“….Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
“Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα”.
Αυτό θέλουμε κι εμείς….”
Ο Γιάννης Ρίτσος θα χαμογελά απο ψηλα με “πλέρια” ευχαρίστηση απο τα θαλασσινά ποιηματα του κου Παναγη Αντωνοπουλου.
Σας Ευχαριστω όλους !
Πέθανε ο διηγηματογράφος Δημήτρης Πετσετίδης
Πέθανε, σε ηλικία 77 ετών, ο διηγηματογράφος Δημήτρης Πετσετίδης. Ο Σπαρτιάτης συγγραφέας έφυγε από τη ζωή χτες βράδυ ξαφνικά κι ενώ βρισκόταν στην Αθήνα.
[…]
http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/pethane_o_diigimatografos_dimitris_petsetidis-65113917/
Για να είμαι διακριτικός, απέναντι, στην οιονεί εξομολόγηση του άλλου, αποφεύγω να σχολιάζω κείμενα, που θεωρώ μέτρια ή κάτω του μετρίου, εκτός, εάν υπάρξει διχογνωμία, και πάρω θέση, θέλοντας, να συμβάλλω, και εγώ, στην προσπάθεια αποκαταστάσεως του δικαίου, εκφέροντας την άποψή μου. Εάν, κάτι με συνεπάρει, θα το βροντοφωνάξω! Πρόσφατα, ανεκάλυψα σε ένα σχόλιο της κ.Τριγαζη Γεωργίας, σε ανάρτηση του Ποιείν, στις 22/2/2010, τον Θεοδόση Βολκώφ, που, αν και, μας χωρίζουν ιδεολογικές διαφορές, με εξέπληξε, ταξιδεύοντάς με, σε αλλοτινούς ποιητικούς καιρούς, που, ποτέ δεν λησμονούνται, και τους οποίους, ο Βολκώφ, εκπροσωπεί επαξίως! Μόνο, να βρεί σφραγίδα.
Η συνδυαστική τεχνική λέξεων, παραστάσεων, νοημάτων, έξυπνα κεντημένης ομοιοκαταληξίας, δίνοντας μουσικότητα, κάποιες φορές κουράζει. Λείπει, αυτός ο αλλόκοτος, ιδιωματικός παλμός, που θα βάλει την σφραγίδα που ανέφερα.
Επίσης, δεν καταλαβαίνω σε ένα κείμενό του, γιατί ο γέρος ποιητής, την στιγμή που θα γοητεύσει την δεκαοχτάχρονη, θα πρέπει, λόγω της καθιερωμένης, ανήθικης ηθικής των αναστολών, των συμπλεγμάτων, των ενοχών, να παραιτηθεί, των κερδισμένων με την αξία του, παρεπομένων, στερώντας από την δεκαοχτάχρονη, την μύηση σε λιμένας πρωτοειδομένους.
Ο tempora o mores!
Παρ’ όλα αυτά, και την σχεδόν απούσα κοινωνική κριτική(στα κείμενα που διάβασα), η ροή του ποιητικού λόγου, ακατάσχετη!
Δεν μπορώ, να μην ομολογήσω, το χάρισμα του λόγου, το οποίο έχει δουλευτεί με σμίλη ακριβή, ωθώντας την πένα του Βολκώφ, σε γραφή ανεξίτηλη.
Τελειώνοντας την παρεμβολή μου, επανέρχομαι, σε ό,τι αφορά τους σχολιασμούς μου, λέγοντας, πως δεν μπορώ, να μένω αδιάφορος, σε γραφές, που περνούν φιλοσοφικά, κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, καθώς, και σε συμπεριφορές, που προκαλούν τις αντιλήψεις μου περί ηθικής, αισθητικής,ευγενείας.
Όταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθό
και προσκυνάω για κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,
πες μου στην άγια πίστη σου, πως να προσευχηθώ;
σε ποιόν να ξομολογηθώ και που να μεταλάβω;
Εάν έχετε στοιχεία, για την μειωμένη ηθική υπόσταση του Καββαδία, τον οποίον προσπαθείτε, μα δεν καταφέρνετε, αφ’ ενός να διασύρετε και αφ’ ετέρου να μιμηθείτε, καταθέστε τα στοιχεία αυτά, δημοσίως, όπως τολμάτε, και αποπειράσθε, να τον διαπομπεύσετε.
Εκείνο που προσάπτετε στον Καββαδία, μέσα από το πρώτο κείμενό σας, είναι η ομοφυλοφιλία, γράφοντας:Ο ίμερος σαν έσφιγγε, μετά τα τόσα μίλια, ποτέ μου δεν με έσπρωξε σε νέο απ’ τη Σεβίλια.
Κι ακόμα κύριε …. ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.
Αυτή η στροφή, είναι ένα από τα κομψοτεχνήματα της ελληνικής ποίησης του εικοστού Γαρμποκεντημένες με λέξεις εικόνες, ρίγη αίσθησης, ενός ειδυλλιακού σοδομισμού, όπου η κιθάρα που ολολύζει, προαναγγέλει αισίως, στην κυνική αλμύρα της σαρκός, που πένεται, αναζητώντας. Όμως, η υψηλή τεχνική του Καββαδία, απογειώνεται στον στίχο:και κάποια κάπου ολόλυζε .
Εκεί, ο ποιητής, των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, αναχωρεί! Το χάσιμο που νοιώθω, μελετώντας αυτούς τους στίχους, διακόπτει την ασχολία μου, με αυτούς.
Υπαινίσσεσθε,ότι με δίχως φρόνημα το θυμικό του ναύτη, ο Καββαδίας λέρωσε, ντρόπιασε με τα γραπτά του, που είναι λάσπη, την πλατιά οικογένεια των εντίμων ναυτικών.
Οι τέσσερις, κατά την γνώμη μου, κορυφαίοι έλληνες ποιηταί του εικοστού αιώνος είναι:O Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Λαπαθιώτης, ο Καββαδίας. χωρίς να λησμονώ τον Παλαμά, και τους προγενεστέρους μεγίστους, Κάλβο, Σολωμό. Υπάρχουν και άλλοι έλληνες ποιητές, καλοί.
Ο Καβάφης, είναι ο πρώτος με διαφορά, έλληνας ποιητής του εικοστού αιώνος, και μέσα στους επτά πρώτους της Ευρώπης, και ήταν ομοφυλόφιλος, όπως ο Λαπαθιώτης, και ο Καββαδίας, αμφιφυλόφιλος. Επιθυμείτε να τους φτύσουμε, όπως, ένας μητροπολίτης, προτρέπει τις μάζες, να συμπεριφέρονται προς τους ομοφυλόφιλους, και το
φτύσιμο, σε λίγο θα γίνει κρέμασμα, όπως τον παλιό, καλό καιρό;
Η ομοφυλοφιλία, είναι μία έκφανσις έρωτος, έμφυτη στους ανθρώπους! Μα αυτό ακριβώς, προσπαθούν διά της υστερίας των, να ξορκίσουν οι
ομοφοβικοί, τον ίδιο τον εαυτό τους.
Ό,τι απαγορεύεται στην κοινωνία τούτη,
είν’ από ξύλο δρύϊνο, ρουμπίνι διαλεχτο!
Σε ενδοιασμούς δεν έστερξα,
την κλίνη του να αποδεχτώ.
Τα μάτια του αχνάδα φεγγαριού,
άνθη του ήλιου τα μαλλιά του απόηχος καλοκαιριού,
η λαίμαργη, απειρότεχνη ματιά του.τανε θηλυκή η θωριά.
αγέρι απαλό το χνούδι.
Ερωτιδεύς! Χείλη σαρκώδη, κερασιά,
λαγνείας εύχυμο λουλούδι.
Η αγκαλιά καμίνι υγρό,
τα σώματα λικνίζονται εξαντλημένα,
στης ηδονής το μπότζι που μεθώ,
ξεσπούν σ’ αλαλαγμούς παρμένα
από αψάδας κάματο οργασμό.
Ακόμη και αν επρόκειτο, για στιχοπλόκο, ποτέ δεν θα έβγαινα, δημοσίως, να χαρακτηρίσω λάσπη, που
ντρόπιασε μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα, την γραφή του(που είναι διάχυση ψυχής),πολύ δε, περισσότερο, δεν μπορώ, να το διανοηθώ, την στιγμή, που, και εγώ εκφράζω, διά της γραφής,
την εσωτερικότητά μου.
Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για τον Νίκο Καββαδία, που εισβάλλει διαβολεμένα, όπως, μόνο
αυτός γνωρίζει, να εισβάλλει στις ψυχές των ανθρώπων, και να τις κάνει άνω κάτω, με την
απίστευτη κινητικότητα, του ιδιώματός του, της
ορολογίας του, που ξεδιπλώνουν με μαστοριά, τα
πάθη της ανήλεης θάλασσας, υποβάλλοντας μας,
σε μια αόριστη νοσταλγία, στέλνοντας μηνύματα,
μιάς ζωής φευγάτης, εκζητήσεων, τυχοδιωκτικής,
μακριά από στείρα στερεότυπα, πληκτικά ειωθότα!
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε
καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.
————————————-
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα’ ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;
Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, καπνός κι αθάλη,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.
Η μόνη μου παράκληση όμως θά’ τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για εν΄αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.
———————————————
Επίσης, σε άλλους στίχους σας, υπαινίσσεσθε βαρύτατα(αφού πρώτα δίνετε τα ονόματά τους),
ό,τι πιο βαρύ υπάρχει, κατά των δύο ελλήνων
νομπελιστών ποιητών, τους οποίους, και εγώ δεν
συμπαθώ, ούτε η γραφή τους με αντιπροσωπεύει,
όμως αυτό δεν αμφισβητεί την ποίησή τους.
Έχετε στοιχεία; Πως το λέτε αυτό;
Γράφετε στον δεύτερο στίχο σας: Στη μάσκα μου δεν κάθησε σκύλος να πιλοτάρει.
Είδαμε την προκοπή από την πηδαλιουχία του ανθρωπίνου είδους! οι κύνες, δεν θα μπορούσαν,
να οδηγήσουν χειρότερα από τους ανθρώπους.
Πολλοί άνθρωποι, έχουν σκύλους οικοτρόφους,
διότι παίρνουν από αυτούς, όσα οι συνάνθρωποί τους, είναι ανίκανοι, να τους δώσουν.
Δεν θα το πιστέψετε άνθρωποι ?!! ‘’ Όπου φυσάει ο άνεμος λοστρόμε !
Εκεί ανοίγεις τα πανιά σου !! ‘’ το είπε ένας ποιητής αγύρτης-
οπορτουνιστής-τυχοδιώκτης , στον μακαρίτη τον πατέρα μου
( πλήρωμα αμφότεροι του ‘’ Κυρηνεία ‘’ της ΕΛΜΕΣ )
όταν εξέφρασε την απορία του ( ο πατέρας μου ) , για τα πολιτικά πιστεύω του
γνωρίζοντας πως είναι γόνος , αστικής-εύπορης οικογένειας !!!!
Για να είμαι διακριτικός, απέναντι, στην οιονεί εξομολόγηση του άλλου, αποφεύγω να σχολιάζω κείμενα, που θεωρώ μέτρια ή κάτω του μετρίου, εκτός, εάν υπάρξει διχογνωμία, και πάρω θέση, θέλοντας, να συμβάλλω, και εγώ, στην προσπάθεια αποκαταστάσεως του δικαίου, εκφέροντας την άποψή μου. Εάν, κάτι με συνεπάρει, θα το βροντοφωνάξω! Πρόσφατα, ανεκάλυψα σε ένα σχόλιο της κ.Τριγαζη Γεωργίας, σε ανάρτηση του Ποιείν, στις 22/2/2010, τον Θεοδόση Βολκώφ, που, αν και, μας χωρίζουν ιδεολογικές διαφορές, με εξέπληξε, ταξιδεύοντάς με, σε αλλοτινούς ποιητικούς καιρούς, που, ποτέ δεν λησμονούνται, και τους οποίους, ο Βολκώφ, εκπροσωπεί επαξίως! Μόνο, να βρεί σφραγίδα.
Η συνδυαστική τεχνική λέξεων, παραστάσεων, νοημάτων, έξυπνα κεντημένης ομοιοκαταληξίας, δίνοντας μουσικότητα, κάποιες φορές κουράζει. Λείπει, αυτός ο αλλόκοτος, ιδιωματικός παλμός, που θα βάλει την σφραγίδα που ανέφερα.
Επίσης, δεν καταλαβαίνω σε ένα κείμενό του, γιατί ο γέρος ποιητής, την στιγμή που θα γοητεύσει την δεκαοχτάχρονη, θα πρέπει, λόγω της καθιερωμένης, ανήθικης ηθικής των αναστολών, των συμπλεγμάτων, των ενοχών, να παραιτηθεί, των κερδισμένων με την αξία του, παρεπομένων, στερώντας από την δεκαοχτάχρονη, την μύηση σε λιμένας πρωτοειδομένους.
Ο tempora o mores!
Παρ’ όλα αυτά, και την σχεδόν απούσα κοινωνική κριτική(στα κείμενα που διάβασα), η ροή του ποιητικού λόγου, ακατάσχετη!
Δεν μπορώ, να μην ομολογήσω, το χάρισμα του λόγου, το οποίο έχει δουλευτεί με σμίλη ακριβή, ωθώντας την πένα του Βολκώφ, σε γραφή ανεξίτηλη.
Τελειώνοντας την παρεμβολή μου, επανέρχομαι, σε ό,τι αφορά τους σχολιασμούς μου, λέγοντας, πως δεν μπορώ, να μένω αδιάφορος, σε γραφές, που περνούν φιλοσοφικά, κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, καθώς, και σε συμπεριφορές, που προκαλούν τις αντιλήψεις μου περί ηθικής, αισθητικής,ευγενείας.
Όταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθό
και προσκυνάω για κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,
πες μου στην άγια πίστη σου, πως να προσευχηθώ;
σε ποιόν να ξομολογηθώ και που να μεταλάβω;
Εάν έχετε στοιχεία, για την μειωμένη ηθική υπόσταση του Καββαδία, τον οποίον προσπαθείτε, μα δεν καταφέρνετε, αφ’ ενός να διασύρετε και αφ’ ετέρου να μιμηθείτε, καταθέστε τα στοιχεία αυτά, δημοσίως, όπως τολμάτε, και αποπειράσθε, να τον διαπομπεύσετε.
Εκείνο που προσάπτετε στον Καββαδία, μέσα από το πρώτο κείμενό σας, είναι η ομοφυλοφιλία, γράφοντας:Ο ίμερος σαν έσφιγγε, μετά τα τόσα μίλια, ποτέ μου δεν με έσπρωξε σε νέο απ’ τη Σεβίλια.
Κι ακόμα κύριε …. ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.
Αυτή η στροφή, είναι ένα από τα κομψοτεχνήματα της ελληνικής ποίησης του εικοστού Γαρμποκεντημένες με λέξεις εικόνες, ρίγη αίσθησης, ενός ειδυλλιακού σοδομισμού, όπου η κιθάρα που ολολύζει, προαναγγέλει αισίως, στην κυνική αλμύρα της σαρκός, που πένεται, αναζητώντας. Όμως, η υψηλή τεχνική του Καββαδία, απογειώνεται στον στίχο:και κάποια κάπου ολόλυζε .
Εκεί, ο ποιητής, των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, αναχωρεί! Το χάσιμο που νοιώθω, μελετώντας αυτούς τους στίχους, διακόπτει την ασχολία μου, με αυτούς.
Υπαινίσσεσθε,ότι με δίχως φρόνημα το θυμικό του ναύτη, ο Καββαδίας λέρωσε, ντρόπιασε με τα γραπτά του, που είναι λάσπη, την πλατιά οικογένεια των εντίμων ναυτικών.
Οι τέσσερις, κατά την γνώμη μου, κορυφαίοι έλληνες ποιηταί του εικοστού αιώνος είναι:O Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Λαπαθιώτης, ο Καββαδίας. χωρίς να λησμονώ τον Παλαμά, και τους προγενεστέρους μεγίστους, Κάλβο, Σολωμό. Υπάρχουν και άλλοι έλληνες ποιητές, καλοί.
Ο Καβάφης, είναι ο πρώτος με διαφορά, έλληνας ποιητής του εικοστού αιώνος, και μέσα στους επτά πρώτους της Ευρώπης, και ήταν ομοφυλόφιλος, όπως ο Λαπαθιώτης, και ο Καββαδίας, αμφιφυλόφιλος. Επιθυμείτε να τους φτύσουμε, όπως, ένας μητροπολίτης, προτρέπει τις μάζες, να συμπεριφέρονται προς τους ομοφυλόφιλους, και το
φτύσιμο, σε λίγο θα γίνει κρέμασμα, όπως τον παλιό, καλό καιρό;
Η ομοφυλοφιλία, είναι μία έκφανσις έρωτος, έμφυτη στους ανθρώπους! Μα αυτό ακριβώς, προσπαθούν διά της υστερίας των, να ξορκίσουν οι
ομοφοβικοί, τον ίδιο τον εαυτό τους.
Ό,τι απαγορεύεται στην κοινωνία τούτη,
είν’ από ξύλο δρύϊνο, ρουμπίνι διαλεχτο!
Σε ενδοιασμούς δεν έστερξα,
την κλίνη του να αποδεχτώ.
Τα μάτια του αχνάδα φεγγαριού,
άνθη του ήλιου τα μαλλιά του απόηχος καλοκαιριού,
η λαίμαργη, απειρότεχνη ματιά του.τανε θηλυκή η θωριά.
αγέρι απαλό το χνούδι.
Ερωτιδεύς! Χείλη σαρκώδη, κερασιά,
λαγνείας εύχυμο λουλούδι.
Η αγκαλιά καμίνι υγρό,
τα σώματα λικνίζονται εξαντλημένα,
στης ηδονής το μπότζι που μεθώ,
ξεσπούν σ’ αλαλαγμούς παρμένα
από αψάδας κάματο οργασμό.
Λεωνίδας Καζάσης
————————
Ακόμη και αν επρόκειτο, για στιχοπλόκο, ποτέ δεν θα έβγαινα, δημοσίως, να χαρακτηρίσω λάσπη, που
ντρόπιασε μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα, την γραφή του(που είναι διάχυση ψυχής),πολύ δε, περισσότερο, δεν μπορώ, να το διανοηθώ, την στιγμή, που, και εγώ εκφράζω, διά της γραφής,
την εσωτερικότητά μου.
Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για τον Νίκο Καββαδία, που εισβάλλει διαβολεμένα, όπως, μόνο
αυτός γνωρίζει, να εισβάλλει στις ψυχές των ανθρώπων, και να τις κάνει άνω κάτω, με την
απίστευτη κινητικότητα, του ιδιώματός του, της
ορολογίας του, που ξεδιπλώνουν με μαστοριά, τα
πάθη της ανήλεης θάλασσας, υποβάλλοντας μας,
σε μια αόριστη νοσταλγία, στέλνοντας μηνύματα,
μιάς ζωής φευγάτης, εκζητήσεων, τυχοδιωκτικής,
μακριά από στείρα στερεότυπα, πληκτικά ειωθότα!
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε
καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.
————————————-
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα’ ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;
Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, καπνός κι αθάλη,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.
Η μόνη μου παράκληση όμως θά’ τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για εν΄αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.
———————————————
Επίσης, σε άλλους στίχους σας, υπαινίσσεσθε βαρύτατα(αφού πρώτα δίνετε τα ονόματά τους),
ό,τι πιο βαρύ υπάρχει, κατά των δύο ελλήνων
νομπελιστών ποιητών, τους οποίους, και εγώ δεν
συμπαθώ, ούτε η γραφή τους με αντιπροσωπεύει,
όμως αυτό δεν αμφισβητεί την ποίησή τους.
Έχετε στοιχεία; Πως το λέτε αυτό;
Γράφετε στον δεύτερο στίχο σας: Στη μάσκα μου δεν κάθησε σκύλος να πιλοτάρει.
Είδαμε την προκοπή από την πηδαλιουχία του ανθρωπίνου είδους! οι κύνες, δεν θα μπορούσαν,
να οδηγήσουν χειρότερα από τους ανθρώπους.
Πολλοί άνθρωποι, έχουν σκύλους οικοτρόφους,
διότι παίρνουν από αυτούς, όσα οι συνάνθρωποί τους, είναι ανίκανοι, να τους δώσουν.
Θερμές Ευχαριστίες !
Κι όμως ?? Και η μετριότητα και η μικρότητα έχουν δικαίωμα στην άποψη !!!!!!!
Πόσο γραφικός γίνεται κανείς , όταν γράφει:
‘’ αποφεύγω να σχολιάσω κείμενα που θεωρώ μέτρια ή κάτω του μετρίου ‘’
και από την άλλη ασκώντας «καλόπιστη» κριτική , στο ίδιο κείμενο γράφει:
‘’ δεν μπορώ να μην ομολογήσω , το χάρισμα του λόγου , το οποίο έχει δουλευτεί , με σμίλη ακριβη ‘’ !!!
Κύριε Λ.Κ την απάντηση σας την δίνουν
α) Αιολικά Γράμματα
β) Παμπάλαιο Νερό
γ) Ποιείν
δ) 24 Γράμματα
ε) Βακχικόν
στ) Ατεχνως
ζ) bibliotheque
η) τέλος οι 1500 αφελείς και ανόητοι που αγόρασαν το πόνημα μου !!
Όσο για τον μύθο που κόπτεσθε , απάντηση σας δίνει ο μακαρίτης
ο Σεφέρης για την ποιητική του αξία (την οποία δεν έθιξα ) !!!!
Ας με συγχωρήσουν οι φίλοι του Ποιείν , μα όταν σε αγγίξει μια κατσαρίδα
πρέπει να πλυθείς !
κ. Αντωνόπουλε, εάν τα χρόνια σας, είναι όλη η περιουσία σας, όπως γράφεται, τότε παραμείνατε ανέστιος και πένης.
Κύριε Καζάζη
Το να είσαι αμαθής και απαίδευτος , ίσως είναι πταίσμα !
Το να , το δείχνεις , είναι ΕΓΚΛΗΜΑ !!!!!!!!!!!