`
Ι
Δεν χρειάζεται να τρίβεις συνέχεια τα πλακάκια, Χεντρίκε,
πίνει το ίδιο μου το μάτι,
πίνει ως το τέλος –
όμως άλλα ποτά δεν υπάρχουν –
εδώ το άγαλμα του Βούδα,
κινέζικη θεότητα του άλσους,
αντί μιας κουτάλας Χούλστκαμπ,
παρακαλώ!
Ποτέ δε ζωγράφισα κάτι
σε χρώμα λευκό του πάγου ή μπλε των παγοδρόμων
ή σε πράσινο ιρλανδικό,
που κάνει την πορφύρα νʼ αστράφτει –
μόνο τη δική μου μονοτονία πάντα,
την ορμή των σκιών –
καθόλου ευχάριστο,
τόσο ξεκάθαρα νʼ ακολουθώ το δρόμο αυτό.
Μεγαλείο – που;
Παίρνω την πένα
και κάποια πράγματα μένουν εκεί
στο χαρτί, σε λινόδετη επιφάνεια
ή σε παρόμοιο προσάναμμα –
αποτέλεσμα: μπρούτζινος Βούδας αντί αλκοόλ –
αλλά προσφορές σεβασμού ανάμεσα σε φυλλώδη φυτά,
συνεστίαση του σωματείου ζωγράφων –
τι είδος!
… ροκάνες,
προβατάκια που τρίζουν,
αυτοκόλλητα
φλαμανδικά, του Ρούμπενς
για τα εγγονάκια!
(τέτοιοι βλάκες!)
Αχ – Χούλστκαμπ –
κέντρο θερμότητας,
επίκεντρο χρωμάτων,
των σκιών το σκούρο μου χρώμα –
λεκές στην καρδιά και στο μάτι –
`
*
ΙΙ
Το φουγάρο καπνίζει
– φυσά τη μύτη του ο Κύκνος του Έιβον –
τα κούτσουρα βρεγμένα,
στενόχωρη νύχτα, αδειοσύνη παντρεμένη με ρεύμα αέρος –
τέλος με τις προσωπικότητες,
υπερπληθυσμός στη γη
με άφθονα να πέφτουν ροδάκινα, τέσσερα τριαντάφυλλα
τον χρόνο –
σκορπισμένα,
σε ράφια πεταμένα,
απʼ το χέρι αυτό,
το ζαρωμένο
με τις άτονες φλέβες!
Όλες οι Οφηλίες, οι Ιουλιέτες,
στεφανωμένες, αστραφτερές, δολοφονικές επίσης –
όλα τα τρυφερά στόματα, οι στεναγμοί,
που εκμαίευσα απʼ αυτές –
οι πρώτες ηθοποιοί από καιρό γίνανε καπνός,
σκουριά, στάχτη, πουτίγκα για ποντίκια –
μεταξύ των στοιχείων κι η αγαπημένη Άριελ.
Η εποχή σηκώνει την ποδιά της.
Αυτά τα κρανία λόρδων και ψειρών,
οι πορείες της σκέψης τους,
που μελέτησα μέχρι εσχάτων –
κύριοί μου της ιστορίας παραγωγοί
αναλφάβητοι όλοι με κορώνα και σκήπτρο,
μεγάλες δυνάμεις του σύμπαντος
με νυχτερίδες μοιάζετε ή με χάρτινους δράκους!
Ο σερ Γκουν μου έγραφε πρόσφατα:
«τα υπόλοιπα είναι σιωπή» –
αυτό είναι δικό μου νομίζω,
μόνο δικό μου μπορεί να ʽναι,
ο Δάντης νεκρός – ένα μεγάλο κενό
ανάμεσα στους αιώνες
ως τα δικά μου λεξιλογικά παραθέματα –
όμως αν έλειπαν αυτά,
τα κουρέλια δε θα βροντούσαν,
οι παράγκες, τα ικριώματα, τα κουδούνια
δε θα ηχούσαν.
Κενά; Ανάμεσα στα δόντια ίσως,
αλλά η μεγάλη οδοντοστοιχία πιθήκου
συνεχίζει νʼ αλέθει
την αδειοσύνη της, παντρεμένη με ρεύμα αέρος –
τα κούτσουρα βρεγμένα
κι ο μπάτλερ ροχαλίζει μέσα σε όνειρα μπύρας.










