`

ΑΚΟΥ ΝΕΕ ΑΜΑΘΗΤΕ ΠΟΙΗΤΗ

γράφε για όλους
δηλαδή για κανέναν

μην το ξεχνάς
απ΄τον λαό έρχεσαι
και ο λαός είναη η ρίζα σου
κατά συνέπεια
μη λαβαίνεις καθόλου υπόψη τον λαό

κάνε ιερό κάθετί φυσικό που αγγίζεις
κάθετί ιερό που αγγίζεις
κάνε το φυσικό

δηλαδή
κάνε ό,τι σου καπνίσει
κάψε τουτε τις παρατηρήσεις σε παρακαλώ

είναι η μεταθανάτια συμβουλή μου

`
*

 

ΓΡΑΦΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΘΑΝΩ ΑΠO ΚΑΗΜΟ

Γράφω για να μην πεθάνω από καημό
για να μην πνιγώ σε τούτη τη δίψα για φόνο
που σκεπάζει τις φρικτές αυνανιστικές βραδιές
των άθλιων θεωρείων των κινηματογράφων.
Θα έδινα τη δίψα και το επώνυμό μου
για ένα φιλί και μόνο…
αλλά μονάχα σάλιο υπάρχει κάτω απ΄το φλογερό
υπερσυντέλικο του ανθρώπινου.
Θα’ δινα τον εαυτό μου για έναν γλυκό θεό
που θα μ΄έκανε να ψυχορραγήσω στο φως
αλλά ο μαύρος καβαλάρης των ονείρων μου
με προσκαλεί στην άγρια καταστροφή
τη αιματηρής μορφής των μνημάτων.
Για να μην παραδοθώ σ΄αυτόν, τόσο αληθινό..γράφω, μιλώ
αναλώνομαι στην ίδια μου την τρέλα που είμαι άνθρωπος

`
*
ΑΥΣΤΗΡΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
ΕΝΟΣ ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (απόσπασμα)

Σκοτωθείτε
όμως αφήστε ήσυχο εκείνο το παιδί που κοιμάται στην κούνια.

Αν η λύσσα σας είναι φωτιά που καταβροχθίζει τέτοιον ουρανό
και στα μαξιλάρια σας μεγαλώνουν τα πιστόλια:
καταστραφείτε αφανιστείτε ματώστε
με σπαραγμένα μάτια στα στοιβαγμένα κοιμητήρια
που κάτω απ΄το φεγγάρι για τόσα πράγματα σιωπούν
όμως αφήστε ήσυχο τον αγρότη
να τραγουδήσει το πρωί
το θρεπτικό γαλάζιο των ήλιων.

Εισβάλετε με τον τράνταγμά σας
τα εργαστήρια τα ιστιοφόρα τα πανεπιστήμια
τα φασματικά γραφεία όπου τόσος κόσμος μαραίνεται
θρυμματίστε κάθε ρόδο ποδοπατήστε τον ευμενή σκεπτόμενο
ετοιμάστε τις βόμβες φωσφόρου και τους γάμους του νερού με τον θάνατο
που μέλλει να συνθλίψουν τις γλυκές περαστικές κοπέλες
ετούτη εδώ την ώρα που μειδιά
σε κάποια άγνωστη πόλη της επαρχίας
όμως αφήστε ήσυχο τον νεαρό φοιτητή
που κουβαλάει στην καρδιά του ένα μυστικό θέρος

Κατακλύστε τις εφημερίδες τα ραδιόφωνα τα σινεμά τις εξέδρες
με εντελεχείς δομές ασυμβατότητες
πολιτικά μπλοκ στρατιωτικές ενισχύσεις
όμως αφήστε ήσυχο τον εργάτη που καπνίζοντας ένα τσιγάρο
γελάει με τους φίλους του σ’ εκείνο το μπαρ της γωνίας.
Φονευτείτε αν έτσι το θέλετε
εξολοθρευτείτε εσείς: οι θεωρητικολόγοι αμφοτέρων στρατοπέδων
που ποτέ δεν θ΄αρπάζατε ένα παληκαρίσιο τουφέκι
όμως αφήστε ήσυχο αυτόν τον τόσο καλό και κοινό άνθρωπο
που με τη γυναίκα του κάνει περίπατο τα οικονομικά δειλινά

[…]

`
*

 

ΟΣΟ ΕΣΥ ΘΕΕ ΔΕΝ ΜΑΣ ΜΙΛΑΣ

Όσο εσύ Θεέ δεν μας μιλάς
με τη σιωπή της έντρομης καρδιάς
όσο δεν μας κοιτάζεις κατά μέτωπον
κεραυνοβολώντας μας με αγάπη και τρυφερότητα
θα σβήνουν οι ήλιοι οι κήποι οι ανθισμένες κοπέλες
θα επινοούν οι άνθρωποι τα μαρτύρια τους τους τρομερούς δρόμους τους
αλλά θα περιμένουν από σένα από σένα μη γελάς
την πιο ωραία τους περιπέτεια

`

***************************************************************
Ο Miguel Labordeta Subias (Μιγέλ Λαμπορδέτα Σουμπίας) γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου του 1921 στη Zaragoza και πέθανε αιφνιδίως την 1η Αυγούστου του 1969, πάλι στη Zaragoza. Ανήκει στους μεγάλους λησμονημένους της ισπανικής ποίησης του 20ού αιώνα και, ως εκ τούτου, μοιράζεται το κοινό πεπρωμένο των δημιουργών εκείνων που, παρότι δεν μερίμνησαν για τη δόξα και την υστεροφημία τους, έρχεται κάποτε η ώρα που ανακαλύπτονται και αναγνωρίζονται από τις επόμενες γενιές, συνήθως αργά κι ενίοτε επιπόλαια. Το κυρίαρχο συστατικό της ποίησής του, το οποίο αποκρυσταλλώνει όλες τις επιδράσεις και τις αναφορές και αποτελεί ασύγχυτο σήμα κατατεθέν του, είναι η εξπρεσιονιστική γραφή, ήτοι η σφοδρότητα και η σπασμωδικότητα της διατύπωσης (“λυρικό της τραχύτητας” τον χαρακτήρισε ο Rafael Ballestreros), ως μοναδικός τρόπος έκφρασης της καταπληξίας για το απερινόητο της ύπαρξης καθώς και της διαμαρτυρίας για την κοσμική εγκατάλειψη και την ηθική αποσάθρωση, ως υποκειμενικό αισθητικό σύστοιχο της ανελέητης απειρομορφίας μίας δυσμενούς αντικειμενικότητας. Φιλοδοξία της παρούσας ανθολογίας είναι η ανάσυρση από τη λήθη και η ανάδειξη ενός -ακόμα- παραγνωρισμένου ποιητή, όχι επειδή είναι παραγνωρισμένος, αλλά επειδή είναι εξαίρετος.