`
Βαγγέλης 1995-
Σιωπή ή φωτιά; Δεν ξέρεις πού να δώσεις
το παιδικό φιλί που χρόνια καρτεράς.
Με βέρμπες γυάλινες ντυθήκαμε οι Τιτάνες
οι παντοδύναμοι. Και «δεν χωράς σε μας»
σου ψιθυρίσαμε, βροντόφωνα ή χωρίς ήχο.
Και σ’ ανοίξαμε τον τάφο σου, για να
μην κουράζεσαι. Γαμώ την Παναγία!
Τι σκουπιδότοπο πούχουμε για καρδιά.
Κι ύστερα του Νεσίν τα «σώπα» τα πικρά
(καθώς τ’ ανδρείκελα τα μασκοφορεμένα)
σου τραγουδήσαμε, οι τέλειοι υποκριτές,
σαν καταδίκη, τάχα, στ’ άθλια καμωμένα.
Κι αφού οι δέκτες επεράσαν την ψυχή σου
από της AGB την κρεατομηχανή,
τ’ αγγελικό σου έσβησε, βλέμμα• επιτυχία:
Γράψαμε κι άλλο ένα θύμα στο χαρτί.
Σιωπή ή φωτιά; Δεν έχει σημασία, αφού πάλι
κάποιον θα πούμε αύριο «μη κανονικό».
Πανάκριβέ μου και γιγαντιαίε Βαγγέλη,
που να με πάρει ο διάολος, σ’ έσφαξα κι εγώ.
`
*
Του άδοξου Λούη Τίκα
Στον Nicholas George Wertheim και στους Aylan Kurdi
Δυο μάτια με φλογίζουνε, παντάδοξα, μα οικεία.
Τα νιώθω, αργυροπλούμιστα, στα κύτταρά μου μέσα
να καίνε την ασχήμια μου. Κι όπως η Πριγκηπέσσα,
να πολεμούν την αφοβιά γιομάτα άγια ανδρεία.
Με δυο μεγάλες μοιάζουνε και σφαλισμένες πύλες,
που δεν αφήνουν τα Σκληρά σκουπίδια να τα υγραίνουν.
Δε ζουν πολύ. Μα –αλίμονο!- ποτέ τους δε σωπαίνουν!
Ορθώνουν την πανεμορφιά τους σαν Ηράκλειες στήλες.
Είναι δυο μάτια που ο φτωχός ντρέπομαι να κοιτάξω
γιατί με κάνει η ανάσα τους να αισθάνομαι κανένας.
Σαν να τα μέλωσε με τη γλυκολαλιά της πένας
ο Θάμυρις. Πώς θάθελα για λίγο να τους μοιάσω!
Και όπως είναι μαντευτό, δυο μάτια σαν εκείνα
(όπου πολύ αγαπήθηκαν, σαν ήρωες) με μίσος
κοιτούσαν τα και γλοιωδώς, τα τέρατα. Μα, ίσως
της Ίριδάς τους ζήλευαν την ακριβή πλατίνα.
Γελούν οι ευδαίμονες σοφοί πως πέρα τα σιγήσαν
για πέρα. Μα δεν ξέρουνε πως τραγουδούν ακόμη,
όταν στα δυο ραγίζουνε των Λάντλοου οι δρόμοι.
Δυο μάτια με γροθιά ψηλά, τον κόσμο επλημμυρίσαν
με α ν θ ρ ω π ι ά.
Κι αν εβαφτίζουνταν ποτέ σε θάλασσα μαβιά,
τόνα θα τόλεγαν Χρυσή και τάλλο Λευτεριά.
`
*
Νικόλα
Κυνηγημένη έμοιαζε στο δρόμο, η ζωή σου
Ξέφτυσε! κι απόμεινε του νου σου η κατάρα.
Μολύβι μαυροσέντονο χαράζει την κραυγή σου,
μονάχη της σε μια γωνιά δακρύζει η κιθάρα.
Δε σε συμβίβασαν ποτέ με «πρέπει» και κανόνες,
από τα πεζοδρόμια, τους έφτυνες με γέλιο!
Και οι γραφές που άφησες και ξαγρυπνούνε μόνες,
μας ζωγραφίζουν τέλεια, σαν είρωνα ευαγγέλιο.
Άξεστος, γύφτος και τρελός, σε μια εποχή νορμάλ,
είπες πολλά κι ενόχλησες τον κόσμο τον καλό.
Γράφτηκες, σαν αερικό, στης Μοίρας το ζουρνάλ,
ως ένας άλλος έκπτωτος, της Δύσης, Φαραώ.
Πέταγες απ’ τον κόσμο τους για ιόχροες ουρανούς
καίγοντας τους νόμους τους, τις ελεεινές ταμπέλες.
Ποτέ σου δεν εδέχτηκες να γίνεις σαν κι αυτούς,
τον Ήλιο σου να κρύβουνε των μέτριων οι ομπρέλες.
Δε λυπάμαι πούφυγες σα θύμα μιας πλεκτάνης,
όσες φορές κι αν γεννηθείς, και πάλι θα πεθάνεις.
`
***********************************************************
Ο Άρης Φίλιππας είναι 20 ετών και σπουδάζει στην Πάτρα. Δυο ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Μετρό











Για τ’άτιμα εγκλήματα που διαπράττουν οι άνθρωποι,και
για τη συμπεριφορά των πολλών,που με ολιγωρία/αδιαφορία/συναίνεση, δεν τα σταματούν/τ’αφήνουν ατιμώρητα,σίγουρα…δεν ευθύνεται η Παναγία!
Όσο για την βλαστήμια(ο καθένας την κάνει “εκ του ασφα_
λούς”πιστεύοντας στο ατιμώρητο)δεν την θεωρώ πράξη
αντίδρασης/αντίστασης/γενναιότητας.
Αυτά…και στα γράφω με συμπάθεια.
Καταλαβαίνω -εν μέρει- την ενόχληση της κυρίας Αθανασίου: μιλάει για “βλαστήμιες”, στέκεται στο στίχο όπου αναφέρεται η Παναγία (ενώ είναι μια έκφραση “ντεζά φαίτ”, που ακούγεται καθημερινώς στους κατά τα άλλα άγιους δρόμους μας), εμμένοντας στην “χριστιανική” έννοια της τιμωρίας και του αντιθέτου της -και δεν βλέπει τα ποιήματα ενός νέου παιδιού, που ρίχνουν νέο φως και πλουτίζουν με νέα δυναμική τις παραδοσιακές στιχουργικές φόρμες!
Πραγματικά, δεν ξέρω τι κάνει στο “Ποιείν” η κυρία Αλεξία. Γι’ αυτό, άλλωστε, υπάρχει και η “Πειραϊκή Εκκλησία”, για πολλούς απείρως πιο σεβαστή!
Το που ανήκω, κ. Λυκοτραφίτη, λογοτεχνικά, (εγώ χρησιμο_
ποιώ β πρόσωπο, ευθύτητας) και το που θα δημοσιεύω και
θα σχολιάζω, το αποφασίζω αποκλειστικά και μόνον εγώ•
και όχι εσείς.
Όσο για την ποιητική μου ευαισθησία_οξυδέρκεια(τι είδα, τι δεν είδα στην ποίηση του Άρη Φίλιππα, που υπηρετεί τον έμμετρο στίχο, όπως κι εγώ) θ’αποφανθεί,όπως και για οποιοουδήποτε άλλου γράφει στίχο, ο Χρόνος•_ όχι εσείς.
Και κάτι τελευταίο και σημαντικότερο!
Το ό,τι αποφανθήκατε πως εγώ δεν ταιριάζω εδώ, άρα πρέ
πει να (αυτο)αποβληθώ και να πάω αλλού(βρήκατε και το που) αποδεικνύει πως εσείς, ο “προσεκτικός” αναγνώστης
δεν νιώσατε, ούτε στο ελάχιστο, το νόημα απ’ τις Τρεις
“Κραυγές” και ιδίως απ’ το ημιστίχιο Και “δεν χωράς σε μας”.
Άτομα, με την νοοτροπία του κ. Γιώργου(εδώ αφήνω το β
πρόσωπο), που “ξέρουν” και αποφασίζουν ποιος ταιριάζει στο χώρο (τους;)και άρα μπορεί να παραμείνει και ποιος εί_
ναι “παράταιρος” και πρέπει να εξωθηθεί στην πόρτα της ε
ξόδου και να πάει αλλού, έκαναν στον Βαγγέλη όσα έκαναν
Δεν έχω να προσθέσω ή να διευκρινίσω κάτι άλλο• επομένως δεν πρόκειται να ξαναμπώ στο κόπο ν’ απαντήσω σε τυχόν καινούριες προσβολές, “απορίες” και
υποδείξεις.
Κάποιοι ζουν και τρέφονται με προσβολές• εγώ όχι! Απλά
όφειλα στον εαυτό μου να δώσω μιαν απάντηση.
Η πραγματική ζωή ειναι σκληρή.Ετσι και η ποίηση μπορεί να γίνει σκληρή, μα πραγματική.Ποιός μπορεί να ορίσει την ποίηση ? Η δύναμη της να σε σοκάρει παραμένει αμείωτη.Και αυτό πρέπει να κάνει κάποιες φορές,να σοκάρει για να αφυπνίσει.Είναι δύσκολο να καταφέρεις να βάλεις τις σωστές λέξεις στο χαρτί, ή έστω να τις ψυθιρίσεις μέσα από τα δόντια σου. Κάποιοι όμως – όπως ο Άρης Φιλιππάς – το καταφέρνουν.Υπέροχα ποιήματα,που ξεχιλίζουν από ευαισθησία.