`
Οι ποιητές
(Αποσπάσματα)
Λόγια σε πρώτο πρόσωπο
Δεν υπάρχει σπιθαμή
από τη σάρκα μου
ή την ψυχή μου
πού να μη φέρνει
το σημάδι μιας ουλής
τη θύμηση μιας πληγής˙
Η θάλασσα στα μάκρη της
έκανε δίχως οίκτο την καρδιά μου
ένα καρούλι.
Τρίζει μέσα μου αυτή η καρδιά
σαν πόρτα.
Το σώμα μου θυμάται στο πετσί του
όλες τις πληγές των χρόνων.
Κρατώ ό,τι πρέπει ατόφιο
ίσαμε να χαθώ
και με το να κρατάς σφιχτά τον κόσμο
δεν είσαι παρά μια πληγή
το ξεθωριασμένο παλιόδερμα
ενός βρωμοταμπούρλου.
Για να θριαμβεύσω πάνω στη δοκιμασία
βουτηγμένος ζωντανός σε καυτό λάδι
δεν μού χρειάστηκε να περιμένω
τα χρόνια του Διοκλητιανού.
Ρίχτηκα με φυσικότητα στα θηρία,
είναι ένα πανάρχαιο παιχνίδι,
κάτω απʼ τα νύχια τους
άνθρωποι πού τραγουδάνε.
Είμαι ο γέροντας της Πάτμου
την επαύριο των διωγμών
ο πού κουρνιάζει στο βάθος σπηλιάς
έχοντας ο ουρανός μια σχισμή
σαν γυναικείο αιδοίο
και η μέρα του ξεπροβάλει
από τούτη την χοάνη
ο αγέρας από δώ
φυσάει το πάθος του.
Για να ʼρθω δώ
πού βρίσκομαι
τα πόδια γδέρνονται
στις πέτρες του αναχώματος.
Αυτοί πούʼ ναι απέξω
δεν το αποκοτούν
έχουν αλλιώτικες έγνοιες
πάνε κάθε της νύχτας
να σηκώσουν τα δίχτυα τους
βλέπω να γλιστρούν από δω,
μακριά στα νερά
οι βάρκες και οι πυρσοί τους.
Είναι λοιπόν πρωί-πρωί
στις αμμουδιές
πού χτυπούν τα πουλιά
πού ακούω να πέφτουν
χτυπημένα τα φτερά
με το άγγιγμα του βέλους.
Άλλοι πού δε ζουν
με το κυνήγι ή το ψάρεμα
υφαίνουν μαλλί
και πλέκουν καλάμια.
Αθώο αρχιπέλαγος
πώς να ζήσεις και να πεθάνεις
στην ευκρίνεια των σημάτων.
Τοπίο στην λεπτομέρεια
κάτω από τις καρτερικές οπλές
περαστικών κοπαδιών
όπου τίποτα δεν μπορεί να περιμένει
παρά την ώχρα του ουρανού
και την αγρανάπαυση
ενός πελώριου ροδώνα
στα δυτικά.
Κόσμε ασύνειδε
του πέρα απʼ τον ορίζοντα,
μόλις πού τόσο γυμνοί
κι ηλιοκαμένοι
οι ναυτικοί απʼ τη Σάμο
με μάτια μαργαριτάρια
ξεφορτώνοντας
τους αμφορείς του κρασιού
μιλούν κάποτε γιʼ αλαργινές σφαγές
γιʼ ανθρώπους
ριγμένους στις φυλακές.
Ποιος θα τους πίστευε
ποιος θα κάτεχε
το αναγκαίο του μάρτυρα.
Κανένας τυφλός δεν τραγούδησε
δω ποτέ
τον πόλεμο
και την πτώση της Τροίας.
Κι αυτό το νησί
στο σάρκινο χρώμα
δεν βρέθηκε στο δρόμο
του βασιλιά των βασιλέων
για κανένα χρυσόμαλλο δέρας
δεν έφυγαν οι άντρες του.
Και εγώ άξαφνο πτώμα
πού σηκώνεται
στους λυγμούς των κολάφων
κατηχούμενος θαμπωμένος
στο ντάλα του μεσημεριού
στην έξοδο του φεγγίτη.
Ιδού εγώ με το στόμα
πελιδνό της αυγής
στο κατώφλι του άσματος
του οραματικού
ορθός
μεςʼ στον ιδρώτα της αγωνίας.
Έφθασα απʼ τη θάλασσα
με μια καραβιά κλέφτες.
Οι στρατιώτες του Καίσαρα
μʼ έριχναν για γούστο στη γαλέρα,
ένα βράδυ μʼ άφησαν
σε τούτη την ακτή
κιʼ έμεινα δίχως τίποτα
παρά το μάλαμα το τραχύ
των δακρύων μου.
Το μέλλον ξεδιπλώνεται
μπροστά μου
σαν το χάρτη του Πτολεμαίου.
Είμαι το χείλος της λύπης
είμαι το φερέφωνο του τάφου.
Μιλώ στʼ όνομα εκείνων
πού δεν έχουν για ήλιο
παρά τη φωτιά στις κατακόμβες
Και θα πεθάνουν
δίχως να ʼχουν αγαπήσει.
Είμαι ο Ιωάννης του Γολγοθά
πού ʼγινε μάρτυρας
του σταυρού και του μαρτυρίου.
Μπορώ να σωπάσω
σε τούτη δω την σπηλιά
πού ʼχει τόσο χώρο
ίσα για να βροντήξω
το κεφάλι μου στον τοίχο
όπως οι τρελοί,
κάνοντας μήπως
και πονέσει το άδικο;
Είμαι το πουλί
πού της δυστυχίας του
φυλακισμένο
χτυπιέται στης ειρκτής του
τα κάγκελα τα ακατανόητα
και ξεσχίζεται
για να γλυκάνει τα φτερά.
Είμαι το πουλί
το μη μπορώντας να χωνέψει
μια στένωση του ουρανού
γίνεται πρόθυμα
ο ίδιος του ο δήμιος.
Πού κιόλας είδα να γεννιέται
τέτοια μεταμόρφωση;
Ήταν μια νέα γυναίκα
κι όχι ένας γερο-σαρκοφάγος
σαν κι εμένα.
Ένα καινούργιο κτίσμα
του εικοστού αιώνα
μια ιστορία
στις τόσες κάθε μήνα
μέσα στο φυλλορόϊμα
των τριαντάφυλλων.
Τι με παίρνει από την Πάτμο
και προς το λιμάνι της Ορλεάνης
με ρίχνει;
Τα μάτια μου τα νυχτόβια
διαβαίνοντας για μακριά
χώρους α-χρονικούς.
Είναι πού η δυστυχία
πάντοτε παντού χτυπά
με τις ίδιες φτερούγες πανικού
μέσα σε παγίδα
όμοια του ουδενός.
Ένας αετός σαν σκύλος
κάθεται στα γόνατα μου
τα βαριά
σε τούτο το νησί
περιμένει την ώρα
πού θα βρυχηθώ στον θάνατο
για να πετάξει.
Προσμένει ίσαμε
πού η θλίψη του κόσμου
θαʼ ναι μέσα μου
σιτοβολώνας
και θα βγαίνει από μέσα μου
το Ευαγγέλιο.
Μού μένει για την ώρα η πνοή
κιʼ η ανάσα για την κραυγή
η μανία πού δίχως αυτή
σβήνουν όλα
η μανία πού μας γυρνάει
τʼ ανάποδα.
Ο άνθρωπος φωτιά κληματόβεργες
και τρέχουν παντού το κατόπι του
τα κτήνη
– κι ευλογώ το κακό πού με λαβώνει.
Ένα φως ερεβώδες
γιομίζει το βλέμμα μου
τούτη τη στιγμή της έκλειψης.
Σηκώθηκα απʼ τη γης
από δύναμη μέσα μου
πού απʼ άλλον έρχεται˙
Είμαι ο τελάλης της καταιγίδας
στοιχειωμένος της σκιάς
και του βουητού
ο λόγος ο σκοτεινός
καμωμένος για την Αποκάλυψη.
Αυτό το φέγγος
του τέλους του κόσμου
δεν είναι κείνο
των ημερών τού κατακλυσμού.
Αυτό το τοπίο του τρόμου
δεν το φωτίζει το πυρ των Σοδόμων.
Η χιλιετηρίδα ξεθωριάζει
στους τοίχους
σαν αφίσα του Savon Cadum
με το τίμημα της καταστροφής
πού έρχεται.
Στα τελευταία ανθρώπινα βήματα
πού απʼ το χέρι με πήρε
κάτω απʼ τους ουρανούς
της Βαλτικής
ο πού μού ξεσκαλίζει
την τελευταία μυρμηγκοφωλιά
πριν την παλίρροια
και την τελευταία ατόφια σκέψη
και την τελευταία ρημαγμένη αγάπη
Αχ! Ο πόλεμος˙
Πολύ αργά
Για να ουρλιάξεις αλτ.
Πολύ αργά
για να μείνει απʼ τους θνητούς
ένα σήμα τού λυγμού
μια ομοίωση σκιάς
μια ανάμνηση
αυτού πού ήταν
η κοινή θλίψη.
Πολύ αργά
για ναʼ ναι η γη
κάτι άλλο
από το αντιφέγγισμα
της σελήνης
ένα είδος καθρέφτη
με κλειστά τα μάτια.
Ιωσάφεθ, Ιωσάφεθ
εδώ πού το τελευταίο
ανθρώπινο χάδι
καμώνεται το πλοίο το χαμένο
στο τρέμουλο
του μπράτσου μου.
Αμμούδα της απελπισιάς
ω χείλος ματαιότητας
όπου το τελευταίο φιλί
ξεθύμανε
τι θα κάνεις εκεί
πού ο θάνατος σε οδηγεί;
Αλλά ποιος ήλιος του μεσονυχτιού
πάνω απʼ τα άλογα δείχνει
χαράζοντας τα ίχνη.
Το λευκό, το πυρρό,
το ωχρό και το μαύρο
οπλίζοντας στο χώμα
στυλώνουν ή χρεμετίζουν.
Ένα άγουρο πρωινό
με ακουμπάει στο μέτωπο
με την ανθοβολιά
των κρινολούλουδων.
Ποιό είνʼ αυτό το άσμα,
πρώτα-πρώτα,
πού δεν γροικάω;
Πρώτα σαν μεταλλαγή
του είναι,
ένα άρωμα βανίλλιας˙
Πρώτα ονειρική γλυκολαλιά,
ένα γειτόνιασμα χλόης
μια φρεσκάδα του νερού.
Πρώτα φώς πού γλυστράει
απʼ τη χαραμάδα
των παραπετασμάτων,
στο βάθος του δώματος
ένα αντικείμενο πού λάμπει.
Να τη επιτέλους
η μουσική πού αναζητώ,
να η μουσικός
και η ρίμα αλλιώτικα
στα δάχτυλα της
με την αρχαία ρίμα δένεται.
Η εναλλαγή κόπηκε
κι ο στίχος πια δεν περιμένει
για να κρατήσει το ίσο του
παρά μια άλλη φωνή
πριν τη δική της.
Δεν ακούω πια στη φωνή μου
παρά τη φωνή της.
Δεν βλέπω πια
παρά αυτά πού βλέπουν
τα μάτια της.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κρατιέμαι στο κατώφλι της ζωής
και του θανάτου
τα μάτια χαμηλά
και τα χέρια μου άδεια
κιʼ η θάλασσα
πʼ ακούω τη βουή της
είναι θάλασσα
πού ποτέ δεν παραδίνει
τους πνιγμένους της.
Και πάνε να ρημάξουν
την ψυχή μου
όταν λείψω
να πουλήσουν στο σφυρί
τα γκρεμισμένα μου όνειρα
Να πού κιόλας τα λόγια μου
ξεραίνονται σαν το φύλλο
στο υγρό μου χείλος.
Θα γράψω αυτούς τους στίχους
με διάπλατα τα χέρια
πού νʼ ακούγεται
ο ήχος της καρδιάς μου
τέσσερις φορές
Εκτός κιʼ αν πεθάνω θα ξεπεράσω
το λαρύγγι και τη φωνή μου
την ανάσα και το τραγούδι μου.
Είμαι ο θεριστής
ο αλλοπαρμένος του θέρου
ο πού βλέπει τη ζωή και το βιός του
ρημαγμένο
κιʼ αποκάνοντας
για το χρόνο πού χάνεται
χτυπά και ξαναχτυπά
το δρεπάνι σαν το γύψο.
Διάλεξα να δώσω στους στίχους μου
τούτη την έκταση της σταύρωσης
και να πέφτει τυχαία
κάπου επάνω μου
η ακόνη της χασμωδίας.
Πρέπει στο κάτω-κάτω
να πιάσω το μέτρο
της εκκεντρότητας μου
στην τάγια της πραγματικότητας
να φτιάσω ένα πανωφόρι
των μύθων μου.
Η ζωή θα ʼχει διαβεί
σαν ένας μεγάλος θλιμμένος πύργος
πού τον τρυπάνε οι αέρηδες
τα ρεύματα χτυπάνε τις πόρτες
κιʼ όμως κανένα δώμα δεν κλείνει.
Λουφάζουν άγνωστοι
φτωχοί και κατάκοποι
κάποιοι οπλισμένοι – ποιος ξέρει;
τα χόρτα λόγγοσαν στις τάφρους
έτσι πού να σβαρνίσεις
πιότερο δεν μπορείς.
Σε τούτο το κατάλυμα
έτσι κιʼ αλλιώς
παλιοί και νέοι
ξεσπιτωθήκαμε
κανένας δεν ξέρει
στα σίγουρα
τι τον μάζεψε εδώ
ίσως είναι όλα όνειρο.
Κάποιο κρυώνουν,
άλλοι πεινούν
οι πιο πολλοί
έχουν ένα μυστικό
πού τους κατατρώει
πού και πού περνούν
βασιλιάδες δίχως όψη
όλοι κλίνουν το γόνυ
μπροστά τους.
Όταν ήμουνα νέος
μού ʼλεγαν θα ʼρθει γρήγορα
η νίκη των αγγέλων
Αχ! Πόσο πίστεψα, πόσο πίστεψα
και να πού τώρα γίνηκα γέρος.
Ο χρόνος των νέων
είναι σαν μια τούφα
πού όλο μπρος στα μάτια
πέφτει
κιʼ ό,τι απομένει
στους γέρους
είναι πολύ βαρύ
και κοντό
να το ξεσηκώσει ο αέρας.
Κιʼ αναρωτιούνται για το βασικό
γιʼ αυτό πού αξίζει
ακόμα να δοθείς,
βλέπουν τα λίγα
πού έπραξαν
στο μονοπάτι το μυσαρό
πού αφήνουν.
Η σκιά πιότερο απʼ το λάφυρο
φτωχοί μου άνθρωποι
για το μέλλον
πού σε κανένα δεν ανήκει
μικροί μου πού παίζετε στο δρόμο
παιδιά τι ανείπωτη συμπόνια
έχω για σας.
Βλέπω ό,τι μπροστά σας στέκει
για κρίμα, για αίμα, για κιότεμα,
δεν θα ʼχετε τίποτα νοήσει
απʼ τις αυταπάτες μας,
τίποτα μάθει
απʼ τα βήματα μας
τα λαθεμένα.
Σε τίποτα δεν θα σας έχουμε
χρειαστεί
θα πρέπει με τη σειρά σας
να πληρώσετε το τίμημα, –
– Κοιτώ τους ώμους σας
να κυρτώνουν
Στο μέτωπο σας
τις ρυτίδες της ρουτίνας.
Σίγουρα, σίγουρα θα μού πείτε
πάντα ήταν κάπως έτσι
αλλά σκεφτείτε κιʼ όσους
βλέπουν τα δάχτυλα τους
γεμάτα ζωή
τα χέρια τους όλο σάρκα
μεςʼ το γρανάζι.
Να τʼ αλλάξουμε˙
σκεφθείτε
κιʼ όσους δεν μιλούσαν
καν για τα δεσμά τους,
μπορούμε να ʼχουμε το δικαίωμα
στην απελπισιά
το δικαίωμα
στο ξαπόσταμα
για μια στιγμή;
Και θάρθει μια μέρα
πού θα ʼχετε
πάνω σας
τον ήλιο τον ξώκελο
της νίκης.
Να θυμάστε
και μείς τον γνωρίσαμε
κιʼ άλλοι ανεβήκαν
να ξεκρεμάσουν
το λάβαρο της δουλείας
απʼ την Ακρόπολη
και τους πέταξαν
αυτούς και την δόξα τους
ακόμα ξαναμμένους
στον κοινό λάκκο
της ιστορίας.
Σκεφθείτε πως δεν σταματά
κανείς ποτέ να παλεύει
και το να ʼχεις νικήσει
είναι εκατό φορές τίποτα
κιʼ όλα διακυβεύονται
ʼτί άνθρωπος ανθρώπου
είναι χρεωμένος.
Είδαμε να κάνει
πράγματα μεγάλα
αλλά γίνανε και τρομερά
γιατί πάντα εύκολο να πεις
δεν είναι
πού το καλό
πού το κακό.
Θα περάσετε από κει
πού κιʼ μείς
κάποτε περάσαμε
σε σας διαβάζω
σαν ανοιχτό βιβλίο
ακούω την καρδιά σας
να χτυπά
σαν να χτύπαγε
η δική μου καρδιά.
Θα την ξοδέψετε
το ξέρω πως
και πως μέσα σας
σβήνει και σιγεί,
πως το φθινόπωρο
ξεφτιασιδώνεται
όπως η σιωπή
γύρω από ένα τριαντάφυλλο
του χειμώνα.
Δεν τα λέω αυτά
για νʼ αποθαρρύνω.
Πρέπει να κοιτάμε
στα μάτια το τίποτα
για να ξέρουμε
να του θριαμβεύουμε
το τραγούδι
δεν είναι λιγότερο ωραίο
όταν σιγοχάνεται.
Πρέπει αλλού να ξέρουμε
να τʼ ακούμε
σαν ξαναγεννιέται
ηχώ στους λόφους.
Δεν είμαστε μόνοι
στον κόσμο
πού τραγουδάμε
και το δράμα είναι
το σύνολο των ασμάτων.
Του δράματος πρέπει
να ξέρουμε
να κρατάμε το μοιράδι,
ακόμα κιʼ όταν
σβήνει μια φωνή
να ξέρετε πάντα
μια χορωδία υπόκωφη
την φράση την μισοτελειωμένη
ξαναπιάνει.
Όταν ο τραγουδιστής
μέχρι τα βάθη του
έκανε το πού μπορούσε
τι νοιάζει
κιʼ αν θα με ξεχάσετε
σαν μια υπόθεση
στην διαδρομή.
Σας αφήνω με τη σειρά μου
σαν τον χορευτή
πού τελευταία φορά
σηκώνεται.
Μην τον κατακρίνετε
στα μάτια του
αν κιόλας προδίνει
αυτό πού κουβαλά μέσα του σκιά.
Δεν μπορώ να σας κάνω πια
άλλα δώρα
εξόν τούτου του φωτός
του ζοφερού.
Άνθρωποι του αύριο
φυσάτε τη θράκα.
Σε σας το να πείτε αυτό πού βλέπω.
Πάτρα, 25/8/2014
`
******************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Το όνομα τού Λουί Αραγκόν, ενός από τους μεγάλους της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, έχει συνδεθεί πρώτα απʼ όλα με την διαλεκτική σχέση της τέχνης με την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη, γενικότερα με την ιστορική εξέλιξη όπως αποτυπώθηκε ιδιαίτερα τον προηγούμενο αιώνα.
Ο Αραγκόν πού υπήρξε πρωτεργάτης του σουρεαλιστικού κινήματος με τον Αντρέ Μπρετόν, τον Πώλ Ελυάρ, τον Τριστάν Τζαρά και άλλους, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ20, εξελίχθηκε σύντομα σε πιστό κομμουνιστή και μέλος του Κ.Κ. Γαλλίας το οποίο δεν εγκατέλειψε ποτέ, έστω κιʼ αν αυτή η σχέση η οποία ήταν για τον ίδιο μια «ομβρογόνος νεφέλη» όπως άλλωστε και η σχέση του Γάννη Ρίτσου με το ΚΚΕ, πέρασε κάμποσες διακυμάνσεις μέσα από τα συνταρακτικά γεγονότα πού σημάδεψαν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα τον 20ο αιώνα.
Ωστόσο ο Αραγκόν, ο μυθιστοριογράφος, ο ποιητής, ο διανοούμενος, ο ντιλετάντες της τέχνης και της ζωής, υπερβαίνει κατά πολύ μια μονοσήμαντη περιγραφή του σαν βάρδος της αριστεράς στα γαλλικά γράμματα, εξ άλλου στην ουσία δεν υπήρξε ποτέ το δίλημμα στρατευμένη ή μη τέχνη. Το ζητούμενο και η διαφορά ήταν και είναι πάντοτε μεταξύ μεγάλης και μέτριας ή ασήμαντης τέχνης και ένα ασφαλέστατο κριτήριο γιʼ αυτό είναι ο χρόνος, με άλλα λόγια η διαχρονική επικαιρότητα και αποδοχή ενός λογοτεχνικού έργου.
Έντονα ερωτικός, ειδικά στα λυρικά του ποιήματα αφιερωμένα στην σύντροφο της ζωής του Έλσα Τριολέ (Les yeux dʼ Elsa, Le fou dʼ Elsa, κλπ), ιχνηλάτης του ανείπωτου μεταφυσικού (La defence de lʼ infini) , αυτού πού μας ξεπερνά, πού μας αντιμάχεται και τελικά μας «συντρίβει», η αναμέτρηση μας δηλαδή με το πραγματικό πού είναι το αδύνατο, το μη επιστημονικοφανές, η ανθρώπινη περιπέτεια στην γενικότητα της σαν μίξη του απτού-πραγματικού με το φαντασιακό. Ο Αραγκόν συνομιλεί με την ανθρώπινη περιπέτεια με όρους ερωτισμού στην πιο γενική σημασία του. Θα μπορούσε να πει κανείς, έστω με ένα σχηματικό τρόπο, ότι το έργο του είναι δομημένο γύρω από τα μεγάλα θέματα του έρωτα και της ιστορίας, είναι ένας συνεχής διάλογος, κατά τον Μπερνάρ Φοσονιέ (Magazine Littéraire, Ιούν. 1994), με τον εαυτό του, τα φαντάσματα του, τους φόβους του, την ιστορία.
Από το ανέκδοτο στην Ελλάδα ποιητικό έργο του Λουί Αραγκόν, διάλεξα να μεταφράσω αποσπάσματα από τους «Ποιητές» (Les poètes, 1960) όπως βρίσκεται στην ανθολόγηση με τίτλο ARAGON του Ζορζ Σαντούλ για την σειρά Poètes dʼ aujourdʼ hui των εκδόσεων Seghers (Paris, 1967).
Πάτρα, Σεπτέμβρης 2014










