`
Ερωτικό
Την αγαπούσε, τον αγαπούσε.
Τα φιλιά του ρούφηξαν ολάκερο το παρελθόν και το μέλλον της ή το προσπάθησαν
Αυτή η μόνη του όρεξη
Τον δάγκωσε, τον ροκάνισε, τον ρούφηξε
Τον ήθελε ολοκληρωτικά μέσα της
Ασφαλής και σίγουρο για πάντα
Τα μικρά τους βογγητά φτεροκοπούσαν στις κουρτίνες
Τα μάτια της δεν ήθελαν τίποτα να τους ξεφύγει
Το βλέμμα της καρφώθηκε στα χέρια, τις γροθιές, τους αγκώνες του
Την γράπωσε δυνατά έτσι ώστε η ζωή
Να μην την παρασύρει μακριά απʼ αυτή τη στιγμή
Ήθελε ολάκερο το μέλλον να παύσει
Ήθελε να σωριάσει τα χέρια του γύρω της
Πέρα από το χείλος της στιγμής, στο πουθενά
Είτε παντοτινά είτε όσο κρατούσε
Η αγκάλη της, ένα πελώριο πιεστήριο
Ώστε να τον αποτυπώσει στα κόκκαλα της
Το χαμόγελό του, η σοφίτα ενός κόσμου παραμυθένιου
Όπου δεν θα εισχωρούσε ποτέ ο αληθινός
Το χαμόγελό της ήταν δαγκωματιά αράχνης
Ώστε να παραμείνει ακίνητος ωσότου εκείνη πεινάσει
Τα λόγια του ήταν στρατός κατοχής
Το γέλιο της, απόπειρες δολοφόνου
Το βλέμμα του, σφαίρες, στιλέτα εκδίκησης
Οι ματιές του, φαντάσματα στην γωνιά με φριχτά μυστικά
Οι ψίθυροί του, μαστίγιο και στρατιωτικές μπότες
Τα φιλιά της, δικηγόροι που έγραφαν διαρκώς
Τα χάδια της, οι τελευταίοι γάντζοι ενός ναυαγού
Τα κόλπα του έρωτά της, ήχοι κλειδαριάς
Ενώ τα βαθιά κλαψουρίσματά τους έρπονταν στα πατώματα
Σαν ένα ζώο που σέρνει ένα τεράστιο δόκανο
Οι υποσχέσεις του, χειρουργική μάσκα
Οι υποσχέσεις της, ξερίζωσαν την κορυφή του κρανίου του∙
Θα έφτιαχνε ένα στολίδι με αυτό
Οι όρκοι του εξασθένησαν όλες της τις δυνάμεις
Της έδειξε πώς να φτιάχνει έναν κόμπο αγάπης
Στο πίσω μέρος του μυστικού της εσωρούχου
Οι κραυγές τους σφήνωσαν στον τοίχο
Τα κεφάλια τους χωρίστηκαν πέφτοντας για ύπνο, σαν δύο μισά
Ενός κομμένου πεπονιού, όμως ο έρωτας δύσκολα σταματά
Στον περιπλεγμένο τους ύπνο, αντάλλαξαν χέρια και πόδια
Στα όνειρά τους, τα μυαλά τους πήραν όμηρο το ένα το άλλο
Και το πρωί φορούσαν ο ένας το πρόσωπο του άλλου
`
*
Lovesong
He loved her and she loved him.
His kisses sucked out her whole past and future or tried to
He had no other appetite
She bit him she gnawed him she sucked
She wanted him complete inside her
Safe and sure forever and ever
Their little cries fluttered into the curtains
Her eyes wanted nothing to get away
Her looks nailed down his hands his wrists his elbows
He gripped her hard so that life
Should not drag her from that moment
He wanted all future to cease
He wanted to topple with his arms round her
Off that moment’s brink and into nothing
Or everlasting or whatever there was
Her embrace was an immense press
To print him into her bones
His smiles were the garrets of a fairy palace
Where the real world would never come
Her smiles were spider bites
So he would lie still till she felt hungry
His words were occupying armies
Her laughs were an assassin’s attempts
His looks were bullets daggers of revenge
His glances were ghosts in the corner with horrible secrets
His whispers were whips and jackboots
Her kisses were lawyers steadily writing
His caresses were the last hooks of a castaway
Her love-tricks were the grinding of locks
And their deep cries crawled over the floors
Like an animal dragging a great trap
His promises were the surgeon’s gag
Her promises took the top off his skull
She would get a brooch made of it
His vows pulled out all her sinews
He showed her how to make a love-knot
Her vows put his eyes in formalin
At the back of her secret drawer
Their screams stuck in the wall
Their heads fell apart into sleep like the two halves
Of a lopped melon, but love is hard to stop
In their entwined sleep they exchanged arms and legs
In their dreams their brains took each other hostage
In the morning they wore each other’s face
`
*********************************************************
Σεπτέμβρης
Καθόμαστε ως αργά, παρατηρώντας το σκοτάδι να ξετυλίγεται σιγά-σιγά:
Κανένα ρολόι δεν το μετρά
Όταν είναι απανωτά τα φιλιά και τα χέρια ενωμένα
Δεν γνωρίζει κανείς που βρίσκεται ο χρόνος.
Κατακαλόκαιρο: τα φύλλα στέκουν πελώρια και ακίνητα:
Ένα άστρο πίσω από το μάτι,
Μια θάλασσα πίσω από το μετάξι του καρπού,
Δείχνουν
Ότι ο χρόνος δεν βρίσκεται πουθενά.
Στεκόμαστε∙ τα φύλλα δεν έχουν μετρήσει το καλοκαίρι.
Κανένα ρολόι δεν χρειάζεται πια
Να δείξει πως έχουμε μονάχα ό, τι ενθυμούμαστε:
Λεπτά που βουίζουν μες στο κεφάλι μας
Όπως ενός άτυχου βασιλιά και της βασίλισσάς του
Όταν αυτή η παράλογη οχλοβοή νικά∙
Και ήσυχα ρίχνουν τα δέντρα τις κορόνες τους
Μες τις λιμνούλες.
`
*
September
We sit late, watching the dark slowly unfold:
No clock counts this.
When kisses are repeated and the arms hold
There is no telling where time is.
It is midsummer: the leaves hang big and still:
Behind the eye a star,
Under the silk of the wrist a sea, tell
Time is nowhere.
We stand; leaves have not timed the summer.
No clock now needs
Tell we have only what we remember:
Minutes uproaring with our heads
Like an unfortunate King’s and his Queen’s
When the senseless mob rules;
And quietly the trees casting their crowns
Into the pools.











Ερωτικό. Υπέροχο ποίημα ενός έρωτα νάρκισσου. Ποθεί τη συγχώνευση “ρουφάει ολάκερο το παρελθόν και το μέλλον”, γίνεται τροφός να χορτάσει την πείνα “ωσότου εκείνη πεινάσει” και συνάμα παγίδα, “δόκανο”, δυνάμεις κατοχής, “στρατιωτικές μπότες”, μαρτύριο, “κραυγές”. Πόθος και φόβος για την απώλεια της προσωπικής ταυτότητας μέσα στην ερωτική δύνη “το πρωί φορούσαν ο ένας το πρόσωπο του άλλου”. Συγκινητικά δοσμένοι φαντασιωσικοί ίσκιοι του έρωτα.
Η Θεοδώρα Φελέρη, σπάει το ρόδι της συνεργασίας της με το “Ποιείν” με τον καλύτερο τρόπο…Καλωσόρισες Θεοδώρα!
Χαιρετώ την παλιά μου φοιτήτρια!
Εύγε !!!! Θεοδώρα
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον καθένα από εσάς ξεχωριστά!
Ομολογώ ότι ο κ.Κεντρωτής, όπως και η κα. Σωσώνη, είναι οι κύριοι υπεύθυνοι της ενασχόλησης μου – και πολλών άλλων αποφοίτων του τμήματος – με τη μετάφραση της ποίησης…
Την αγαπούσε, τον αγαπούσε.
Τα φιλιά του ρούφηξαν το παρελθόν και το μέλλον της ολάκερο
Ή το προσπάθησαν
Αυτή η μόνη του όρεξη
Τον δάγκωσε, τον ροκάνισε, τον ρούφηξε
Τον ήθελε ολοκληρωτικά μέσα της
Ασφαλή και σίγουρο για πάντα
Οι σιγανές κραυγές τους
Φτεροκοπούσαν μέσα στις κουρτίνες
Τα μάτια της ήθελαν τίποτα να μη χαθεί
Το βλέμμα της καθήλωσε τα χέρια, τους καρπούς, τους αγκώνες του
Την γράπωσε δυνατά έτσι ώστε η ζωή
Να μην την πάρει μακριά από εκείνη τη στιγμή
Ήθελε το μέλλον να παύσει
Ήθελε περνώντας τα χέρια του γύρω της
Να την σύρει πέρα από το χείλος της στιγμής,
Στο τίποτα, στο αιώνιο ή σε ό,τι τελοσπάντων υπάρχει
Η αγκάλη της, πελώριο πιεστήριο
Ώστε να τον αποτυπώσει στα κόκκαλα της
Το χαμόγελό του, σοφίτα κάστρου παραμυθένιου
Όπου ο πραγματικός κόσμος δεν θα εισχωρούσε ποτέ.
Το χαμόγελό της, δαγκωματιά αράχνης
Ώστε να παραμείνει ακίνητος εως ότου εκείνη πεινάσει
Τα λόγια του ,στρατός κατοχής
Το γέλιο της, απόπειρες δολοφόνου
Το βλέμμα του, σφαίρες, στιλέτα εκδίκησης
Οι ματιές του, φαντάσματα στη γωνιά με φριχτά μυστικά
Οι ψίθυροί του, μαστίγιο και στρατιωτικές μπότες
Τα φιλιά της, δικηγόροι που γράφουν διαρκώς
Τα χάδια του, οι τελευταίοι γάντζοι ενός ναυαγού
Τα κόλπα του έρωτά της, ήχοι από κλειδαριές που σπάνε
Ενώ οι βαθιές κραυγές τους έρπονταν πάνω στα πατώματα
Σαν ένα ζώο που σέρνει ένα τεράστιο δόκανο
Οι υποσχέσεις του, χειρουργική μάσκα
Οι υποσχέσεις της, πήραν την κορυφή του κρανίου του∙
Θα έφτιαχνε με αυτό μια καρφίτσα για το πέτο της
Οι όρκοι του εκρίζωσαν όλα της τα νεύρα
Της έδειξε πώς να φτιάχνει έναν κόμπο αγάπης με αυτά
Οι όρκοι της βύθισαν τα μάτια του στη φορμόλη
Στο πίσω μέρος του κρυφού της συρταριού
Οι κραυγές τους σφηνώθηκαν στους τοίχους
Τα κεφάλια τους χωρίστηκαν πέφτοντας για ύπνο, σαν δύο μισά
Ενός κομμένου πεπονιού, όμως ο έρωτας δύσκολα σταματά
Στον περιπλεγμένο ύπνο τους, αντάλλαξαν χέρια και πόδια
Στα όνειρά τους, τα μυαλά τους πήραν όμηρο το ένα το άλλο
Και το πρωί φορούσαν ο ένας το πρόσωπο του άλλου