`
Grammar
Slowly no sound but the sound of rain,
The calmness of it falling deep
Into night.
Somewhere outside they break a manʼs face
Slowly. Now the face has no eyes,
No country. The tongue
Is pulled out: I must speak.
These words are my own,
The memory.
I am blind deep into night,
Remember a country where rain
Blurs on the window and slowly
A fire chokes on its ash,
And there is grammar:
Sound that were made before.
Broken.
Somewhere outside the night goes on,
Slowly the rain etcetera.
`
*
Γραμματική
Ήσυχα φεύγουν οι ήχοι, μένει η βροχή,
η σιγαλιά της πέφτει βαριά στα έγκατα μέσα
της νύχτας.
Καποιανού τα μούτρα σπάνε,
κάπου εκεί έξω.
Ήσυχα.
Τώρα χωρίς μάτια το πρόσωπο,
χωρίς πατρίδα.
Τη γλώσσα του τη βγάλανε.
Πρέπει να μιλήσω.
Δικές μου είναι αυτές οι λέξεις.
Η μνήμη.
Είμαι τυφλός βαθιά μέσα στη νύχτα,
Θυμήσου την πατρίδα,
όπου η βροχή θολώνει στο τζάμι και
Ήσυχα η φωτιά τρίζει στις στάχτες της,
και για γραμματική τους
οι πρότεροι όλοι οι ήχοι οι ακουσμένοι.
Σπασμένα.
Κάπου εκεί έξω η νύχτα βαθαίνει,
Ήσυχα η βροχή, και τα λοιπά και τα λοιπά
`
***************
The Beach, The Evening
And now the tideʼs way out, the sun just hot
And a wide buck nigger in blue jeans walks
The open sand. The whites glare. Black. Itʼs not
Just colour itʼs his stance. He preens, he stalks.
All his body swings with nerve, with pounds
Of insolence. Slap into the waves
He bounces fully clad. And this astounds
No one. He leaps and waves his arms. He saves
Nothing. Emerges dripping, shinning. Rapist!
Faker! Hopped up, slapping wet, he doubles
On the spot: then does a backward twist,
An exercise that no one sees, troubles
To see. He lopes off. Disappears. And on
The pink horizon a yacht comes up, met
By stares and tea time. All day has gone.
And now: red sails. The bloody sunset.
`
*
Η παραλία, το δειλινό
Και τώρα η παλίρροια ξεφουσκώνει, μόνʼ ο ήλιος καυτερός
Κι ένας αράπακλας μʼ ένα μπλουτζίν να προχωράει
Απέραντη άμμος. Νʼ αγριοκοιτάνε οι λευκοί. Μαύρο. Χρώμα,
όχι μόνο, Μαύρο
η στάση είναι που κρατάει.
Καμαρωτός, Αγέρωχος.
Τόλμη, οργιές θράσους, δονούν
το κορμί του όλο.
Σκάζει μες στα κύματα
Ολόντυτος πετιέτʼ απάνω. Κανένας
να εκπλήσσεται.
Αναπηδά, τα χέρια του κουνά. Τίποτα
να σώζεται.
Βγαίνει στάζοντας, λαμποκοπώντας. Βιαστή!
Αλήτη! Μαστουρωμένος, θαλασσοδαρμένος, επί δύο
Στην στιγμή, μετά μεταβολή.
Μια πορεία που δεν παρακολουθεί
Κανένας.
Δε βαριέσαι! Καλπάζει μακριά. Εξαφανίζεται, και πάλι
ο ορίζοντας ο ρόζινος,
ένα πλοίο φαίνεται, πέφτει πάνω σε λοξές ματιές,
ώρα για τσάι!
Πάει η μέρα.
Και τώρα τα κόκκινα πανιά. Η ματωμένη ανατολή.
`
*****************
The First Hours
ʽ…e che la mente nostra, peregrine,
più dalla carne e men da pensier pres,
alle sue vision quasi è divina…ʼ
`
These are the first hours:
The dark moves,
Casually the sky goes pink,
The day spread out
Its normal yellow.
The voices start. Panic in the leaves,
Once more the whistle, squawk:
And frantic, queer
The cry of a loerie
Robbed of a twig, or
Plaintive near the dawn
The call of a swallow:
Remembering maybe
Its origin of sadness, rape,
The furtive change;
Banned and here,
It dips its wings
And swoops below my roof.
The routines of the day arrange.
And sleek, insistent; full of law
A cat squats
At the foot of my bed,
Obsessive as the sun that rises,
Licking and licking its paw.
`*
Οι πρώτες ώρες
ʽ…e che la mente nostra, peregrina,
più dalla carne e men de pensier presa,
alle sue vision quasi è divina…ʼ
`
Του πρωινού οι ώρες, κάπως έτσι:
να παίρνουνε μακριά τη σκοτεινιά,
Τριανταφυλλής ο ουρανός να γίνεται, αβίαστα
Να ξαμολιέτʼ η μέρα
μέσα στα κίτρινά της.
Αρχινάνε οι φωνές. Της φυλλωσιάς η υστερία,
και πάλι το σφύριγμα, το κράξιμο
και του παραδείσου το πουλί
φωνή λαλεί αλλόκοτη, ξέφρενη
χωρίς κλαδί, τʼ αρπάξανε, ή
Του χελιδονιού το κάλεσμα,
παραπονιάρικο
πριν την αυγή,
μάλλον θα θυμάται
Της λύπησης την καταγωγή, την έκφυλη
Την αλλαγή την κλεφτή.
Εξόριστο, κι εδώ,
χαμηλώνει το πέταγμά του
και βουτάει στην σκεπή μου κάτω.
Καλοκουρδίζει μονότονα τη μέρα.
Κι ένα γατί ορθώνεται
αστραφτερό, αδιάλλακτο
συστημικό,
στου κρεβατιού μου το ποδάρι
μανιακό,
όπως ο ήλιος της ανατολής,
να γλείφει την πατούσα του
και να την γλείφει
`
****************
The Abandoned Farm
Like two unbroken animals
that will not eat or rest,
we struggle with our love. Outside,
upon the stoep the toy windmill
spins and jerks its blades: tinny,
they clack and creak and many not pause
under the south-wester.
Now the wheat is tawny, rustling
at noon and ripe: beyond, mountains
loom out blue: khaki-dark, the river
loops and lingers out of sight.
The milk comes thick from the cow.
Around the eaves the swallows whirr
and chatter late into the night.
And we are animals of live:
restless we play and butt upon
our mattress, taut and naked we
assume the grace of time and know
it now, not then, not later:
this joy that comes beyond the past
and long before the future.
`
*
Παρατημένη φάρμα
Σάμπως δυο ζώα αχαλίνωτα
χωρίς τροφής και ύπνου προσμονή
παλεύουμε τον έρωτά μας. Έξω
πάνω στο χαγιάτι ο παιδικός ανεμόμυλος
στριφογυρίζει και τινάζει τα πανιά του, σφυριχτά
βροντολογούν και τρίζουν τα πανιά, αδιάκοπα
όσο φυσά γαρμπής.
Τώρα τα στάχυα ολόχρυσα, θροΐζουν
μεστωμένα, το μεσημέρι, πέρα τα βουνά
μπλεδιά ξεπετιούνται, λαδιά, φέρνει γύρους
το ποτάμι και ραχατεύει στα κλεφτά.
Λιγοστό κατεβαίνει απʼ την αγελάδα το γάλα.
Γύρω απʼ τα λούκια τα χελιδόνια βουίζουν
και τιτιβίζουν στης νύχτας το ξεπροβόδισμα.
Κι εμείς, του έρωτα τα ζώα
ζωώδικα ορμάμε, τρωγόμαστε, αγαπιόμαστε
στου στρώματος την κορυφή
γυμνοί, ολάνοιχτοι
του χρόνου γραπώνουμε τη χάρη και την γευόμαστε
τώρα, ούτʼ όποτε ούτε κάποτε
αυτή η χαρά φερμένη από τα περασμένα πέρα
κι απʼ των μελλούμενων το μακρινό παρόν.
`
*****************
The World Is Yours
Saved, at last, from the prowling fathoms,
You float into the lucky harbor, Lycidas.
At the quay you land, as dry as fire,
Awash in the silence of the boats.
Through empty houses the sun
Glitters,
Archaic in its intensity.
You go through streets as still as lava,
Set centuries ago. In a room
That stirs, throbbing in its light, She holds you,
Body to her body. She restitutes
What you have known but never felt,
Your sense assuaged
Beyond all envy.
The actual wood. About you all
The shadows fall, duck casually, evade
Each movement of your limbs.
Noon, and She
is where the water prowls,
Is what you are: the clod, the stone.
And the world is yours.
`
*
Δικός σου ο κόσμος
Τελικά, σωσμένος από τα βάθη τα περιρρέοντα
Λυκίδα, στου λιμανιού ταξιδεύεις τη ζεστασιά.
Έξω στο μουράγιο τώρα, ολόστεγνος σαν πυρωμένος,
Λουσμένος τη σιωπή των καραβιών.
Μέσʼ από σπίτια αδειανά
ο ήλιος σπινθηρίζει
Αρχέγονος μες στην σφοδρότητά του.
Περιδιαβαίνεις δρόμους σαν τη λάβα στεριωμένους,
χρόνια πριν. Στης κάμαρας μέσα
την ηλιόπνευστη ναυτία, Εκείνη, και τους κραδασμούς,
σε κρατά
στο σώμα κολλημένο, το δικό της.
Όσα ποτέ δεν ένιωσες, μόνο έμαθες,
Ανακαινίζει Εκείνη,
Η αίσθησή σου ασθενημένη
μακριά απʼ του φθόνου το πανδαιμόνιο.
Το ατόφιο ξύλο. Κοντά σου
πέφτουν οι σκιές όλες, συχνά διπλώνουν, ξεγλιστρούν
απʼ τις κινήσεις των άκρων σου.
Μεσημέρι, κι Εκείνη
του νερού το σουλάτσο ακολουθεί,
εσύ ό,τι είσαι γίνεται, η λάσπη, η πέτρα.
Κι ολόδικός σου ο κόσμος.
`
*****************
Original
Of course heʼs black the man who
Tapdances through my dream,
Who beats the fiddle, twangs the drum,
Who shakes his arse and grips his middle.
Of course heʼs black the man who
Started off the story,
Who stirred the pot and cooked a brew
made up of him and me and you,
Of course heʼs black the man who
Had to be invented:
Whose God is long, whose life is short
But cannot be prevented.
Of course heʼs black the man whose
Plentitude is grace:
The mad bonanza of his gift
Is in my face.
`
*
Καταγωγή
Μαύρος είναι σίγουρα ο άνθρωπος
Εκείνος που στα όνειρά μου μέσα χορεύει τις κλακέτες,
που το βιολί του γρατζουνά, βροντολογά το τύμπανό του,
που κουνάει τον πισινό του με τα χέρια γαντζωμένα απʼ τη μέση του.
Μαύρος είναι σίγουρα ο άνθρωπος
Εκείνος της ιστορίας ο πρώτος.
που τα σύνεργα σφυρηλάτησε και τα χαρμάνια μαγείρεψε
και τα δικά του και τα δικά μου και τα δικά σου,
απʼ όποιον είναι καμωμένα.
Μαύρος είναι σίγουρα ο άνθρωπος
Εκείνος που να επινοηθεί έπρεπε
με τον θεό του ψηλά και κοντή τη ζωή του
αλλά αναπότρεπτη.
Μαύρος είναι σίγουρα ο άνθρωπος
που η αρετή του περισσεύει
του δώρου του η ξέφρενη η πληρωμή
πάνω στο πρόσωπό μου.
`
* Ο Cullinan Patrick ήταν Νοτιοαφρικανός ποιητής. Τα ποιήματα είναι από το βιβλίο: (2008), Escarpments. Poems 1973-2007. Roggebaai:Umuzi










