`
Ρέκβιεμ
I
Ψυχή, χαμένη ψυχή, αγαπημένη,
τρόπο δεν βρίσκω συγχώρεση να ζητήσω,
γιατί βουβός και τόσο καθάριος είναι ο νους
και βλέπει τόσο καθαρά τι είμαι,
που λόγια δεν βρίσκει πια, ψυχή αγαπημένη,
ο νους που τη συγχώρεσή σου
δεν αξίζει,
και στέκομαι βουβή στο χείλος της ζωής
για να στη δώσω,
να σε κρατήσω στη ζωή.
II
Ω, πατέρα πατέρα, πατρίδα της καρδιάς μου,
τόσο καιρό μόνος με τη συμφορά σου,
για μέρες και μέρες και νύχτες τρόμου,
σαν σε μια συνειρμική διαδοχή
σε βλέπω, μόνο, μόνο, και δίχως αγάπη
να πνίγεσαι σιωπώντας μες στη συμφορά σου
ανάμεσα σʼ αυτούς που ξέρουν και κατανοούν
και δεν ξέρουν νʼ αγαπούν
και σʼ αυτούς που δεν ξέρουν να κατανοούν
και δεν ξέρουν νʼ αγαπούν.
III
Τι μαύρες ώρες πρέπει να ʼχεις περάσει,
ώρες για να πεις χρόνια, να πεις ζωή,
ως εκείνο τον απέλπιδο Νοέμβρη
του παγερού ανέμου,
των κιτρινισμένων φύλλων,
πατέρα κιτρινισμένε σαν φύλλο στην πνοή
όλου του παγερού ανέμου της ζωής,
της παρανοημένης και ασύδοτης αγάπης,
της αγάπης
που δεν σου έχει δοθεί.
VΙΙΙ
Ω, πατέρα πατέρα που σε γνωρίζω τώρα
μόνο τώρα μετά από τόση ζωή,
σε ικετεύω μίλα μου, μίλα μου ακόμα·
εγώ απότυχα ως κόρη,
έφυγα μια μέρα μακριά,
και από τότε μακριά,
δεν ξέρω τίποτα για σένα, για τη ζωή σου,
τίποτα για τις χαρές και τις σκοτούρες σου,
και είμαι σαράντα χρόνων, πατέρα,
είμαι σαράντα χρόνων!
X
Σε ικετεύω Θεέ, πάρʼ του τo νου,
μην ταλανίζεις μιαν τάλαινα καρδιά,
ω, πρόστρεξε,
κάνʼ τον να μη νιώθει τίποτα,
που κείται κακοφορμισμένος, καθετηριασμένος,
αιμόφυρτος… Αποτέλειωσε σπλαχνικά
το έργο που από καιρό έχεις αρχίσει,
σώσον αυτόν, Σώτερ, από της αγωνίας,
πέμψον δʼ εμοί δύναμιν
ίνα υψωθήσομαι έως ένδοθεν άλγους!
XI
Όμως, ο Θεός σου πήρε τη μιλιά
κι ήθελες να μας μιλήσεις και δεν μπορούσες
κι ένιωθες το θάνατο ως και στο λαιμό
και δεν κατάφερνες να μας πεις ότι πεθαίνεις…
Το λένε τα μάτια σου,
ψυχή μονάχη,
κείνος ο άσπλαχνος θάνατος που ζεις,
ψυχή βουβή,
φτιαγμένη μόνο με βλέμμα
υπεροπτικό και βλέμμα παρακλητικό.
XII
Ω, πόση ζωή σε τόσο λίγη ζωή…
αλλά είμαι εδώ κι έχω καρδιά για να κοιτώ…
που μας ψάχνεις με τα μάτια…
που κοπιάζει μονάχη η ζωή
να κατακτήσει με σπασμούς
το θάνατο που νικιέται μόνο με ζωή…
αλλά εγώ είμαι εδώ
κι ακούω το αγκομαχητό σου…
Ψυχή μονάχη χωρίς λέξεις πια,
μιλάς του ήλιου το λαμπρό φως.
XIII
Ω, όχι, όχι αυτόν, Κύριέ μου, πάρε μένα,
που πεθαίνω περισσότερο απʼ αυτόν, Κύριε,
λύτρωσέ τον απʼ το κακό και πάρε μένα!
εμένα, χάριν δίκης, πάρε μένα, Κύριε,
για τη ζωή που μέσα μου πεθαίνει
για τη ζωή που μέσα του ζει …
Δίκαιος ει Κύριε, πάρε μένα, την ανάξια γυνή,
που έχω ζήσει, ως ετοιμοθάνατη, όλη μου τη ζωή…
(από το «Requiem», Marsilio, Βενετία 1994 & Einaudi, Τορίνο 2002)
`
**********
Requiem
I
Anima, perduta anima, cara,
io non so come chiederti perdono,
perché la mente è muta e tanto chiara
e vede tanto chiaro cosa sono,
che non sa più parole, anima cara,
la mente che non merita perdono,
e sto muta sull’orlo della vita
per darla a te, per mantenerti in vita.
II
Oh padre padre, patria del mio cuore,
che per tanto tempo solo col tuo male,
per giorni e giorni e notti di terrore,
come in una sequenza cerebrale
ti vedo, solo, solo, e senza amore,
annegare tacendo nel tuo male
tra chi sa e capisce e non sa amare
e chi non sa capire, e non sa amare.
III
Che ore nere devi aver passato,
ore per dire anni, dire vita,
fino a questo novembre disperato
di vento freddo, di fronda ingiallita,
padre ingiallito come fronda al fiato
di tutto il vento freddo della vita,
dell’amore frainteso e dissipato,
dell’amore che non ti è stato dato.
VΙΙΙ
Oh padre padre che conosco ora,
soltanto ora dopo tanta vita,
ti prego parlami, parlami ancora:
io fallita come figlia, fuggita
lontano un giorno, e lontana da allora,
non so niente di te, della tua vita,
niente delle tue gioie e degli affanni,
e ho quarant’anni, padre, ho quarant’anni!
X
Dio, ti scongiuro, prendigli la mente,
non torturare un cuore torturato,
oh, faʼ presto, faʼche non senta niente,
che è insanguinato, cateterizzato,
piagato… Finisci pietosamente
lʼ opera che da tanto hai cominciato,
salvalo dallʼ angoscia, salvatore,
e fammi grande come il mio dolore!
XI
Invece Dio ti ha preso la parola:
e volevi parlarci e non riuscivi
e sentivi la morte anche alla gola
e non potevi dirci che morivi…
La dicono i tuoi occhi, anima sola,
quella morte impietosa che tu vivi,
anima muta fatta solo sguardo
imperioso e supplichevole sguardo.
XII
Oh quanta vita in così poca vita…
che sono qui e ho cuore di guardare…
che ci cerchi con gli occhi… che la vita
sola si strema in spasmi a conquistare
la morte, che si vince con la vita…
io sono qui e ascolto il tuo ansimare…
Anima sola senza più parole,
parli la luce lucida del sole.
XIII
Oh no, non lui, Signore, prendi me,
che sto morendo più di lui, Signore,
liberalo dal male e prendi me!
prendi me, per giustizia, me, Signore,
per la vita morente dentro me,
per la vita che vive in lui… Signore,
sii giusto, prendi me, donna da niente,
e vissuta così, morentemente…
`
`
********************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
«Ζώντας ως ετοιμοθάνατη»
«Εγώ ήμουν πάντα όπως είμαι
ακόμα κι όταν δεν ήμουν όπως είμαι
και κανείς δεν θα μάθει πως είμαι
γιατί δεν είμαι μόνο όπως είμαι».
(από τη συλλογή: Εκατό τετράστιχα και άλλες ιστορίες αγάπης)
`
Η Πατρίτσια Βαλντούγκα, είναι αναμφίβολα μια γυναίκα εντυπωσιακή και εκκεντρική τόσο στην εμφάνιση όσο και στην εκφορά του λόγου. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή Γιατρικά (1982), προκαλώντας αίσθηση με την ευφάνταστη μετρική τής ομοιοκατάληκτης γραφής της, η οποία υιοθετεί κάθε είδος παραδοσιακής στιχουργικής μορφής, από το σονέτο με τα δύο τετράστιχα και τις δύο τρίστιχες στροφές ως την οκτάβα, κι από τις τερτσίνες του Δάντη ως τη μπαλάντα.
Το «Ρέκβιεμ», ένα λυρικό ποίημα αρχικά με 28 ενδεκασύλλαβες οκτάβες, γράφτηκε με αφορμή το θάνατο του πατέρα της, στις 2 Δεκεμβρίου 1991. Είναι ο μονόλογος ενός παιδιού πλάι στο κρεβάτι του νεκρού, και στο ρυθμό των στίχων αποτυπώνεται κάτι σπασμωδικό, κάτι από την απειλή, την αγωνία και την ανημποριά μπροστά στο θάνατο. «Αυτές οι 28 οκτάβες, 28 όσες και οι μέρες νοσοκομείου του πατέρα μου, δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά με επιμέλεια του Νικόλα Κροτσέτι σε μια ιδιωτική έκδοση 73 αντιτύπων, 73 αντίτυπα όσα τα χρόνια της ζωής του πατέρα μου», διευκρινίζει η ίδια. Η Βαλντούγκα συνέχισε να γράφει το «Ρέκβιεμ» για άλλα δέκα χρόνια, σχεδόν αδιάλειπτα, σαν να της ήταν αδύνατον να δώσει οριστικά και αμετάκλητα ένα τέλος. Μετά την πρώτη δημοσίευση το 1994, θα ακολουθήσουν άλλες 10 στροφές χρονολογημένες από το 1992 έως το 2001. Τιμώντας τη μνήμη του πατέρα της, στις 2 Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι το 2002, μια νέα οκτάβα θα προστίθεται στις 28 προηγούμενες, σαν μια καθιερωμένη προσευχή για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού, αλλά και τη γαλήνη της δικής της. «Κύριε, δώσε στον καθένα το δικό του θάνατο, / δώσʼ τον επαληθευμένο από τη ζωή˙/ αλλά δώσε μας ζωή πριν απʼ το θάνατο / σʼ αυτόν το θάνατο που αποκαλούμε ζωή». (Από τα Τετράστιχα. Δεύτερος αιώνας).
`
ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Η Βαλντούγκα (Καστελφράνκο Βένετο 1953), ζει και εργάζεται στο Μιλάνο, όπου, εκτός από το να γράφει στίχους, έχει μεταφράσει πολλούς συγγραφείς, μεταξύ των οποίων: Μαλαρμέ, Βαλερί, Μολιέρο, Σαίξπηρ, Σελίν, Κοκτώ.
Ποιητικές της συλλογές: Medicamenta [Γιατρικά, Guanda 1982), La tentazione [Ο πειρασμός, Crocetti 1985], Medicamenta e altri medicamenta [Γιατρικά και άλλα γιατρικά, Einaudi 1989], Donna di dolori [Γυναίκα των θλίψεων, Mondadori 1991], (έμμετροι μονόλογοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στη θεατρική σκηνή κερδίζοντας το βραβείο «Eleonora Duse» το 1992 και το βραβείο «Randone» το 1995), Corsia degli incurabili [Νησίδα των ανιάτων, Garzanti, 1996], Requiem (Ρέκβιεμ, Marsilio 1994 & Einaudi 2002), Cento quartine e altre storie dʼ amore [Εκατό τετράστιχα και άλλες ιστορίες αγάπης, Einaudi 1997], Prima antologia [Πρώτη ανθολογία, Einaudi 1998], Quartine. Seconda centuria [Τετράστιχα. Δεύτερος αιώνας, Einaudi 2001], Manfed [Μάνφρεντ, Arnoldo Mondadori 2003] (σε συνεργασία με τον ζωγράφο Τζιοβάνι Μανφρεντίνι), Lezioni dʼ amore [Ερωτικά μαθήματα, Einaudi 2004]. Επίσης, στον επίλογο της τελευταίας συλλογής του συντρόφου της, ποιητή, μεταφραστή και κριτικού λογοτεχνίας Τζιοβάνι Ραμπόνι, Ultimi versi Τελευταίοι στίχοι, Garzanti 2006], συμπεριλαμβάνονται και 23 ποιήματα που η Βαλντούγκα έγραψε κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του κι έχει αφιερώσει σʼ εκείνον, και τα οποία εμπεριέχονται και στο Il libro delle laudi Το βιβλίο των ύμνων, Einaudi 2012], με το οποίο κέρδισε το βραβείο ποίησης «Cetonaverde». Έχει τιμηθεί με το βραβείο λογοτεχνίας «Caprienigma».











Σπαρακτικοί και συγκλονιστκοί οι στίχοι της Βαλντούγκα προβάλλουν την εκκεντρικότητα μέσα από παραδοσιακά ποιητικά σχήματα, ενώ η άρτια και ιδιαίτερα προσεγμένη ελληνική απόδοση κινείται αξιοζήλευτα και ευρηματικά στο πνεύμα και τους ρυθμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς, του πρωτοτύπου. Απολαμβάνω με ανυπομονησία και χαρά τις εκπλήξεις που με περιμένουν στις 15 κάθε μήνα.
Χαριτωμένα !
«Έχω δυο μωρά»-Οδυσσέας Ιωάννου, πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=31416
«Θυμώνω που δεν ακούει πολύ καλά πια. Μετά θυμώνω που θυμώνω. Κλείνω το τηλέφωνο και νιώθω ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο. Προσπαθεί, πολύ. Θέλει να ακούσει να καταλάβει, να μη μου τρώει τον χρόνο, να μη νευριάσω που φωνάζω και επαναλαμβάνω τα πάντα πέντε φορές, γιατί έχω κι εγώ τα τρεχάματά μου. Να μη μου τρώει τον χρόνο εκείνος που μου χάρισε όλον τον χρόνο. Να μπει σε δεύτερη μοίρα, πίσω από τα «τρεχάματά» μου. Του πολυάσχολου, που πιστεύει πως υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο -και άπειρος χρόνος- από το να πει όσες κουβέντες μπορεί ακόμη με τον ογδοντάχρονο πατέρα του. Που κάποτε θα γράψει ένα εξόχως συναισθηματικό και ενοχικό κείμενο για το πόσα δεν πρόλαβε να πει στον πατέρα του και από κάτω θα μετράει like αντί να μετράει μούντζες. Και κάποιοι θα προσπαθούν να τον παρηγορήσουν κιόλας αντί να του πουν την αλήθεια πως είναι ένα ανθρωπάκι που γράφει μεγάλα λόγια.
Γυρίζει πίσω στην κούνια του, μέρα με τη μέρα. Μικραίνει, κοιτάζει γύρω του με απορία. Ένα κανονικό μωρό. Χρωστάω παραμύθια, νανουρίσματα, χάδια, ξενύχτια και ξεπληρώνω με νεύρα και βιασύνες. Με «δουλειές». Προσπαθούσε τρεις μέρες να βγάλει γραμμή στον ΕΟΠΥΥ. Κατάφερε να κλείσει ραντεβού για τα μάτια του -που κουράστηκαν και τελειώνουν κι αυτά- μετά από τρεις μήνες. Και δεν είπε κουβέντα, και το έμαθα τυχαία. Για να μη με φορτώνει με τα δικά του. Ποια δικά του; Ποια είναι πιο δικά μου;
Κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι αυτής της ηλικίας ψάχνουν με σαλιωμένα δάχτυλα να μαζέψουν από το πάτωμα ένα ψιχουλάκι κρατικής μέριμνας, ένα χαδάκι Δημόσιας Υγείας. Αμίλητοι Τραυματισμένοι, με την εκτέλεση μιας απόφασης στα χέρια, να μην μπορούν να την καταλάβουν. Ο κόσμος έχει ξαναγίνει καινούργιος και άγνωστος στα μάτια τους. Και εχθρικός. Τον «νίκησαν» μια φορά στη ζωή τους, τώρα επιστρέφουν στην αφετηρία, αλλά δίχως χρόνο.
Όμως κανένα μνημόνιο δεν φταίει που δεν μιλάμε πια, που περνάω από το σπίτι transit, σαν βατράχι που πατάει σε ένα νούφαρο για να πηδήξει στο άλλο. Την έχω την έγνοια. Η οποία όμως έχει και μία ιδιοτέλεια. Να μάθω πέντε πράγματα όσο ακόμα μπορώ. Προσωπικές πληροφορίες. Μόλις πριν δύο χρόνια ρώτησα σε ποιο μαιευτήριο γεννήθηκα! Σε μία κλινική στην Γ΄ Σεπτεμβρίου. Υπάρχει άνθρωπος που το μαθαίνει αυτό στα σαράντα φεύγα του;
-Νωρίς μας ρώτησες!
-Ναι, με ρώτησε η δασκάλα μου, γι΄ αυτό…
Κάθεται στον καναπέ σαν να ενοχλεί, σαν να περισσεύει. Σαν «συγγνώμη που ζω ακόμα». Δεν είναι καινούργιο αυτό, πάντα έτσι ήταν. Κάτι ρέστα από τη σύνταξη, στον κουμπαρά της εγγονής, και ξέρω πως λυσσάει να προλάβει να τη δει να μεγαλώνει, γι’ αυτό και εσχάτως έχει ζωηρέψει. Άργησα κι εγώ. Τέλος πάντων. Οι μεγάλες, όμορφες λέξεις δεν έχουν ειπωθεί μεταξύ μας. Είναι εκεί, ολοζώντανες, αλλά δεν έχουν ακουστεί. Πίστευα πως ανάμεσα σε τόσο δυνατές σχέσεις, οι λέξεις δεν χρειάζονται. Λάθος! Όλοι έχουν ανάγκη να τις ακούσουν. Πρέπει να ειπώνονται. Τέλος. Οι λέξεις δεν είναι αέρας, είναι σώματα. Με χεράκια, μαλλάκια, ματάκια, απ’ όλα.
Και τώρα τι να κάνω; Να του πω σ’ αγαπώ και να μου πει πως δεν ακούει, και να δυναμώνω συνέχεια τη φωνή μέχρι να φτάσω να ουρλιάζω «σ΄ αγαπάω!» σαν να το φωνάζω στην Άννα Καρένινα πριν πέσει στις γραμμές του τρένου;
Έχω δύο μωρά. Και μια καρδιά χάρισμά τους ανά πάσα στιγμή. Άλλοι έχουν περισσότερα. Ομορφότερα, εξυπνότερα, ικανότερα…
Τα δικά μου είναι τα καλύτερα.
Υ.Γ.: Διαβάζω ένα απόσπασμα από την «Πρόβα» του Γιάννη Βαρβέρη
«… Ζούμε καλά
σ’ αυτό το απόμερο νεκροταφείο.
Ποτέ σας δε θα μάθετε
πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος
σε βρέφος
που δεν κλαίει».
Ευχαριστούμε γι αυτά τα ποιήματα…
Προσωπικά δεν μ’αρέσει και τόσο πολύ η Valduga. Αλλά με την πάντα θαυμάσια απόδοση της Ευ, οποιοδήποτε ποίημα μπορεί να γίνει εργοτέχνης. Στα χέρια της.