`
Ι)
Οι Baby-boomers, η κατάρρευση και η ποίηση μας.
Απʼ τον Γκανά και τον Σιώτη στον Βλαβιανό και τον Παστάκα.
Μια συνοπτική αποτίμηση.
`
Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) απέναντι στην κρίση και τη διαχείριση της, αφού πρώτα προσέλαβαν την «παράδοση» ως «κραυγαλέα κακογουστιά προς πώληση στα καταστήματα των αεροδρομίων», την μεταμόρφωσαν και την αδρανοποίησαν από την ιστορική και την κοινωνική της λειτουργία, ώστε να την παραδώσουν απονευρωμένη προς χρήση σε μια μάζα που ενώ φέρει την κυρίαρχη ευθύνη είναι αυτή που πρώτα κατηγορεί και δακτυλοδείχνει.
Υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και κατʼ επέκταση από την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία. Επιπρόσθετα αφελέστατα και λανθασμένα στην καθυστερημένη αστικοποίηση τους, ως γενιά πίστεψαν στην ξεπερασμένη και στην πραγματικότητα ολότελα διαψευσμένη ιδέα της ιστορικής προόδου εμπιστευόμενοι την δυναμική των πραγμάτων στον «αυτόματο πιλότο», ενδεικτικά στην ελεύθερη χρηματιστηριακή πρωτίστως κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, αλλά και στην κομματικοποίηση του βίου εντός της χώρας, υποθέτοντας πως ήρθε η σειρά τους για το μεγάλο και ανέξοδο φαγοπότι.
Αντί να δουν και να περιγράψουν, μεταποιημένο σε ποίηση στην περίπτωση που μας απασχολεί, το ατέλειωτο σημειωτόν που κάνανε στην κινούμενη άμμο, επιλέξανε είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων (του Γκανά) να στραφούν σε έναν νέο μετα-λορκικό (μετα-γκατσικό στην επικράτεια μας) εκμοντερνισμένο δημοτικό λόγο προς την ιδιωτική του πλέον έκφανση, είτε στην περίπτωση του Σιώτη σε ένα χλευαστικό επιφανειακά μυστηριακό προσωπο-κεντρικό ποιητικό λόγο που καλλιεργεί το μυστήριο για χάρη του μυστηρίου, παραιτούμενο από οποιαδήποτε ουσιαστική στόχευση πέρα από μια εύκολη κριτική τού άλλου και το στένεμα της παράδοσης στους εύπλαστους και εγωκεντρικούς, αν όχι αυτιστικούς, ορίζοντες τους, που υπηρετούν πρωτίστως τελικά το εκάστοτε μεταβαλλόμενο και ρευστό πρόσωπό τους.
`
Στολισμένοι επιπρόσθετα −συνομιλώντας με ευκολία με τον Σεφέρη− με την ανάγκη να ξεχωρίσουν (εδώ ας υπογραμμίσουμε πέρα από τον Σιώτη και τον «πατριάρχη» Χάρη Βλαβιανό) και κοπιάζοντας να αφήσουν πίσω τους μια φήμη, τη μεγαλύτερη δυνατή, υποθέσανε ενδεχομένως πως το κυρίαρχο ζητούμενο είναι η «μετατροπή της ζωής» ή του εαυτού «σε αντικείμενο για ένα είδος γνώσης, για μια τέχνη». Κι αυτά με μια μεταμοντέρνα φυσικά διάθεση «μπουφέ» επιλέγοντας διάφορα από εδώ κι από εκεί, ξένα, μαγειρεμένα, που βρίσκουν μέχρι και θεωρητικούς, αλίμονο μας, υποστηρικτές. Ένας εαυτός που πρέπει να δημιουργηθεί ή ακόμη χειρότερα να φιλοτεχνηθεί όπως ένα έργο τέχνης, αγνοώντας ίσως από τη μία πως ο «πυρήνας» ή οι «πυρήνες» του εαυτού δεν γίνεται να είναι ανεξάρτητοι από τις εκάστοτε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, κι από την άλλη (εδώ εντάσσονται και οι αυτιστικές και ανεύθυνες ανοησίες του «ιδιωτικού οράματος» και λίγο πριν της τάχα «αμφισβήτησης»), παραβλέποντας το αδιέξοδο τού στόχου της «λάμψης» και της «καλοπέρασης», που καθιστά τελικά και εντάσσει κλείνοντας –στην καλύτερη των περιπτώσεων– τον εαυτό και την ύπαρξη στην αισθητική σφαίρα.
`
Nα σημειωθεί πως η παράδοση, και η ιστορία στην εξέλιξη της, έστω «σχηματικά», στα χέρια της «γενιάς» τους κατέληξε, από την φορτωμένη εκδοχή που την παρέλαβαν, να επιπλέει κατακερματισμένη και αχώνευτη, μακριά από κάθε αίσθηση «ιερού» αλλά και τελετουργικού νοήματος, ως μια επανάληψη και ως μια συνήθεια, που λειτουργεί όχι ως υποκατάστατο ερμηνείας του κόσμου, αλλά ως πλαίσιο προσωπικής και –γιατί όχι;− συντεχνιακής αναρρίχησης εις βάρος τελικά του συνόλου το οποίο κατέρρευσε με τον ιστορικό γδούπο που όλοι βιώσαμε την περίοδο 2008-2012. Κάτι που βιώνουμε εδώ στην ποιητική του εκδοχή. Στα πλαίσια επιπρόσθετα της παγκοσμιοποίησης και της πρόχειρης αρχιτεκτονικής δομής, από ό,τι τελικά αποδείχτηκε, της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και κυρίως της Ευρωζώνης) η «ελληνικότητα» (και η κάθε αντίστοιχη εθνικότητα, για την ώρα του νότου) θα μπορούσε να θεαθεί πλέον ως αντίστοιχη των παλιών τοπικών εθίμων, όπου μετά την καταστροφή της «τοπικής κοινότητας» όπου διατέμνονταν η μικρή (νέα ελληνική) με τη μεγάλη (ευρωπαϊκή στην ελληνο-χριστιανο-ρωμαϊκή της δεσπόζουσα έκφραση) παράδοση, τα τοπικά έθιμα μπορούν και επιβιώνουν α) ως συνήθειες, που με την κανονική επανάληψή τους προσφέρουν μια «οντολογική ασφάλεια», η περίπτωση, πέρα απʼ του Γκανά, θεωρώ πλέον και του Σιώτη, στην ποίηση, και β) ως ερείπια (Relics) που επενδύονται με λείψανα (remnants) και έχουν νόημα ως παραδείγματα τού παρελθόντος, η περίπτωση θα έλεγα του γνήσια μετα-σαχτουρικού Χρήστου Μπράβου (του σημαντικότερου ίσως αυτής της γενιάς) αλλά και του Σωτήρη Παστάκα και κατά κάποιον τρόπο και του Χάρη Βλαβιανού (για να μην αναφερθώ στους Χιόνη, Κοντό, Παπαγεωργίου κ.α.). Κατάλοιπα (ερείπια-λείψανα) που συναντώνται και στην παραδοσιακή κοινωνία, αλλά αντλούν τη σημασία τους εκεί όχι γιατί ακουμπούν στο παρελθόν, αλλά στο ίδιο το «ιερό», όποιο και αν είναι και ό,τι και να σημαίνει αυτό.
`
Εδώ θα ήταν καλό να σημειώσουμε, χωρίς όμως να σχολιάσουμε, τα μότο της συλλογής Εκεί Έξω του Σιώτη: «Αν έχει ψύχρα εκεί έξω και γίνεται επανάσταση πάρτε μαζί σας ένα μπλουζάκι» (Karl Mart), και «Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο. Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας, το πικρό του μέλι, η απάτη, η απειλή του» (Juan Vicente Piqueras) το οποίο με ένα άλμα θα μπορούσε να τους συνοψίσει ως γενιά και ενδεχομένως, γενικεύοντας εκ των πραγμάτων, ως σύνολο.
`
`
`
`
ΙΙ)
Τα παιδιά των Baby–boomers ή οι ανεδαφικοί καλομαθημένοι.
Απʼ τον Μάινα και τον Ιωάννου στον Αλισάνογλου και τα άλλα παιδιά.
`
`
Ανοίγοντας Το Περιεχόμενο του Υπόλοιπου του Μάινα (γ.1976), διαβάζω, στο αντίτυπο που έχω στα χέρια μου, στην πρώτη σελίδα με τον γραφικό χαρακτήρα του ποιητή: «Κάθε υγιής άνθρωπος μπορεί να ζήσει δυο μέρες χωρίς φαγητό αλλά ουδέποτε χωρίς ποίηση», Charles Baudelaire, και «Με βαθιά πίστη στις δυνατότητες προβληματισμού, επηρεασμού και ανάτασης μέσω της ποίησης», υπογραφή: Αλέξιος Μάινας. Στο context που ήδη βρίσκομαι, στις μέρες δηλ. της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, πόσο μάλλον στα ευρύτερα ιστορικά συμφραζόμενα, σκέφτομαι την ευκολία και την υπερβολή των παραπάνω. Και πέρα από την υπερβολή δεν μπορώ παρά να διακρίνω και μια μορφή φανατισμού αναμιγμένου με μια ιδιότυπη μονομανία εγωκεντρικής πνοής και σίγουρα τάσεις οραματισμού, αν όχι καθοδήγησης στην περίπτωση του και αυτισμού ή αυτοερωτισμού στην περίπτωση άλλων. Ενώ με διαπερνούν τα παραπάνω, έχοντας φυσικά δει το σύνολο του εκτεταμένου του βιβλίου (128 σελίδες είναι πολλές φυσικά για ποίηση, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την πρώτη φωνή. Το ίδιο εκτεταμένα είναι πολλά βιβλία της γενιάς αυτής) καταλήγω πως η πόζα-επιτήδευση που διέκρινα αρχικά στην performance του (στα ποιητικά πανηγύρια του τελευταίου καιρού, τώρα μάλιστα που το ζητούμενο έγινε η δημόσια διάχυση και λειτουργία της ποίησης) φέρεται να ταιριάζει με το σύνολο του ποιητικού του σώματος. Έχουμε να κάνουμε με μια υπερβολική θα έλεγα σκηνοθεσία ενός «ατιθάσευτου» εαυτού που φέρεται να προτάσσει επίμονα την επινοημένη του εκδοχή.
Ένα ακόμη «εγώ», αναλογίζομαι, ποιητικό, που κατέχει και συγκροτείται ως υποκείμενο, εμπορευόμενο ίσως, την ιδέα του εαυτού, όπως του την «περάσανε» προφανώς οι προηγούμενοι. Ένα εγώ, κάτοχος-ιδιοκτήτης της performance του, της «αλήθειας» του, κύριος των ποιημάτων του (τέτοια η κυριότητα) που τα γυαλίζει όπως ο Σπινόζα τους οπτικούς του φακούς, τα λεγόμενα πατομπούκαλα. Ένα νεωτερικό ενδεχομένως υποκείμενο, ριγμένο στη Γερμανία, ή στη γερμανίζουσα πλέον Ευρώπη, απομακρυσμένο από τη σπινοζική αντίληψη ίσως μιας «συνείδησης χωρίς υποκείμενο», σχετιζόμενης βέβαια με τον άλλον και άρα συν-διαμορφωνόμενης, ενός σώματος –από μια οπτική γωνία γιατί όχι;– χωρίς όργανα που αναδύεται στον τόπο της σχέσης και εκεί μόνον υφίσταται. Εδώ –αντί αυτού;– έχουμε έναν ακόμη «γερμανό» που πατά κυρίως πάνω στον γερμανικό ιδεαλισμό, και στην εισαγόμενη στην επικράτεια μας εκδοχή του, δηλ. στην «αυτοσυνείδηση» του, που ως μπόλιασμα δίνει διάφορες υβριδικές μορφές στο ανάπτυγμα και στην ολότητα τους. Και από εκεί είναι θαρρώ που αναρωτιούνται οι ποιητές: «Χρειάζονται οι ποιητές σε χαλεπούς καιρούς;».
‘
Στο ποίημα ενδεικτικά «Ανακομιδή λειψάνου» ο Μάινας συνειδητοποιεί, έστω διακωμωδώντας μερικώς και περιτέχνως, «πως είναι τελικά μόνος». Σε αυτό το κλίμα, μέσα σε μια ιδιότυπη «θρησκευτικότητα», μας λέει πως τελικά προσπαθεί μέσα από το σύγχρονο αστικό τοπίο, τόπο βασάνου και αδιεξόδου, να αρθεί πάνω από το μυστήριο του κόσμου –ζωντανεύοντας δυισμούς και όχι μονισμούς− σε μια ορφικο-πυθαγόρεια εκδοχή αναμιγμένη με μεσσιανικές μυστικιστικές παραδόσεις που καταλήγουν μέσω της αντορνικής «αρνητικής διαλεκτικής» –που ελευθερώνεται με την εκβιομηχάνιση– στον Βάλτερ Μπένγιαμιν: «να βρεθώ ξάφνου έξω απʼ το χρόνο/αποσυνάγωγος των τρούλων/[…] όλα διαχέονται σαν παχύρρευστα μέταλλα/σε καμίνι/για να γίνουν ένα[…]αδειάζοντας την ακινησία/στις γέφυρες με τις βρόμικες σιδεριές» («Η υπερέννοια του αποσπασματικού»). Εδώ πέρα από κάποιες ταρκοφσκικές καμπάνες που ακούγονται από τον Αντρέι Ρουμπλιόφ, θαρρώ πως κρούει και χορδές που ξυπνούν τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στην εικαστική του εκδοχή, αλλά και τη ζωγραφική του γερμανικού μεσοπολέμου τύπου Ότο Ντίξ και Γκέοργκ Γκρος. Η «θρησκευτικότητα», να σημειωθεί, σε μια αναπάντεχη αναβίωση της, στην «ορθόδοξη» και στην «ανορθόδοξη» εκδοχή της, φαίνεται να χτυπάει και να απασχολεί και άλλους αυτής της γενιάς (ας αναφέρουμε ενδεικτικά τους Β. Ζηλάκο και Δ. Αγγελή).
`
Φυσικά οφείλουμε να του πιστώσουμε (και μέσω αυτού σε αρκετούς άλλους της «γενιάς-συνόλου») το αυτονόητο, πως είναι δηλ. ένας ποιητής με αξιώσεις, που δεν βλέπει την ποίηση απλά ως «αυθόρμητη διάχυση ή ανάγκη μοιράσματος του ανομολόγητου», αλλά ως σύνθεση (έστω κι αν δεν φαίνεται να το κατορθώνει, τουλάχιστον σε αυτή την πρώτη του συλλογή, όπως και οι περισσότεροι). «Η σύνθεση» είναι για τους νέους ποιητές όπως ο Μάινας «ο στόχος της αρτιότητας» και χαιρόμαστε που το υπογραμμίζει σκύβοντας ταυτόχρονα στα εργαλεία του, επιστρέφοντας αδιάκοπα στο εργαστήριο του, κάτι που φαίνεται να έλειπε από τα γράμματα μας, αν εξαιρέσουμε πλέον –εν μέρει– τις φωνές (αναφέρομαι χονδρικά στους γεννημένους μετά το 1964) των Θ. Ρακόπουλου, Γ. Στίγκα, Δ. Ελευθεράκη, Δ. Λεοντζάκο, Ν. Χαλκιαδάκη και ίσως των Α. Γρίβα, Σ. Πολενάκη, Γ. Πρεβεδουράκη, Δ. Κατιώνη, Κ. Συφιλτζόγλου, Σ. Αραβανή και Θ. Ιωάννου. Έτσι φαίνεται να μην αγωνιά για την καινοφάνεια (βλ. ενδεικτικά Β. Αμανατίδης, Γ. Αλισάνογλου και Γ. Τρούλη, για να αναφερθούμε σε ορισμένους) και την αυτονόμηση από τους προδρόμους. Μια αυτονόμηση που, σε μια αντιστροφή και πάλι, ως πιθανό ενδεχόμενο, με ενδιαφέρον θα την παρακολουθήσουμε και στα πρόσωπα τον Γ. Δούκα, Χ. Ψαρρά και Σ. Μήτα και ας παίζουν «επιπόλαια και καταχρηστικά με ριμαρίσματα» ως άλλοι νεωτερίζοντες. Φυσικά προτού κλείσουμε, συμφωνώντας με την Τ. Δημητρούλια (Τα Ποιητικά, τχ. 12), να υπογραμμίσουμε πως έχουμε να κάνουμε με «διακριτές ατομικότητες που συνομιλούν και συνεργάζονται», και όχι με σχολές ή και γενιές και άλλες ομοϊδεατικές γενικότητες.
`
Και τέλος να σημειώσουμε, προκαταλαμβάνοντας ορισμένες από τις εύλογες ενστάσεις που προκύπτουν απέναντι σε ένα «τέτοιου τύπου κείμενο», πως ο δρόμος που επιλέγουμε προκρίνει «σταθερά» το πράγμα αντί του προσώπου, το κείμενο αντί του ποιητικού υποκειμένου (πόσο μάλλον του αναγνώστη), αξιώνοντας μια κάποια αποστασιοποίηση, με υπόβαθρο πάντοτε την ιστορικο-κοινωνική κίνηση, που καθιστά δυνατή την αυθυπαρξία μιας κειμενικής –ποιητικής εν προκειμένω– κατασκευής, γιατί σε τελική (ή πρώτη) ανάλυση έχουμε να κάνουμε με καλλιτεχνήματα και όχι με δικαιώματα, στην έκφραση, στο διαφορετικό, στην διαφοροποίηση κτλ. Έτσι οδηγούμαστε στην συστηματική ερμηνεία και όχι σε έναν επιλεκτικό σχολιασμό που συνήθως στην τρέχουσα κοινωνική πρακτική φλερτάρει με την υστεροβουλία και άλλα παρόμοια. Εδώ η ανυστερόβουλη (ως αξίωση, θα κριθεί το κείμενο σε βάθος χρόνου), συστηματική και αυστηρή στάση του κειμένου μου, απηχεί την τάση όπου η κριτική από «υποκειμενικά αξιολογική τείνει να γίνεται σχετικά αντικειμενικά διαγνωστική και έτσι ενδεχομένως και κοινωνικά ωφέλιμη». Παραπέμποντας μάλιστα στον Eliot μας λέει ο Δάλλας: «κάθε εποχή έχει χρέος να επαναξιολογεί τα παλαιά πνευματικά φαινόμενα, απʼ την προοπτική του παρόντος. […] Έρχονται νέες πνευματικές εμπειρίες, νέοι δημιουργοί, νέα έργα, ώστε στην παλιά ιεράρχηση να επιβάλλεται νέα ταξιθεσία».
`
Σʼ αυτό το πλαίσιο ο κριτικός οφείλει θεωρώ να φλερτάρει με τα όρια της ερμηνείας διακινδυνεύοντας, να εξασκεί και να βελτιώνει την ακρίβεια της κριτικής του γλώσσας ενσωματώνοντας στο διανοητικό του οπλοστάσιο όρους που δοκιμάζει στις ποιητικές των ζωντανών κυρίως συγχρόνων του (για να γεμίσει και το mailbox με υβριστικά –γιατί όχι;– μηνύματα και διάφορα παράπονα), διατηρώντας μια ευρεία οπτική, το πολυεπίπεδο των στρωμάτων και την δυνατότητα περαιτέρω εμβάθυνσης, αποβλέποντας και καταλήγοντας σε νέες συνθέσεις οι οποίες λειτουργούν στο τέλος κι οι ίδιες ως έργα, «εγκαινιάζοντας» και ξανα-υπογραμμίζοντας τουλάχιστον στην εποχή μας και στον τόπο μας, την πρωτοκαθεδρία της διαλεκτικής ανάμεσα στο έργο και στον ποιητή τονίζοντας πρωτίστως τη σημασία της συν-διαμόρφωσης, προτάσσοντας πάντα –επαναλαμβάνω– το έργο και την συμπόρευση.
`
Θεσσαλονίκη, 2013












Το άρθρο σας παρουσιάζει ενδιαφέρον και ιδιαίτερα η ενότητα Ι την οποία θεωρώ πιο άρτια, ωστόσο προκύπτουν ορισμένα εύλογα ερωτήματα για την ενότητα ΙΙ:
1) Αναφέρεστε χονδρικώς στους γεννηθέντες μετά το 1964, με ποια λογική; Τι συνέβη εκείνο το έτος και θεωρείται ως σημείο καμπής ή έστω αναφοράς;
2) Αναλύετε τόσο κάποιες πτυχές του έργου του Μάινα Α. όσο και την παρουσία του στα γράμματα, γιατί τον συγκεκριμένο ποιητή από τον οποίο ορμώμενος γενικεύετε σηυμπεράσματα σε επίπεδο γενιάς; Δεν θεωρείται παρακινδυνευμένο να φτάνετε σε τέτοια συμπεράσματα από έναν ποιητή ο οποίος έχει να παρουσιάσει μέχρι στιγμής μία και μόνο συλλογή;
3) Τα ονόματα που αναφέρετε, τα περισσότερα εκ των οποίων άγνωστα, προκαλούν ερωτήματα. Από τον Μάινα και τον Ιωάννου μέχρι τον Αλισάνογλου. Τα όποια συναισθήματα φιλίας δεν πρέπει να συγχέονται με κριτικές σε επίπεδο γενιάς, δηλαδή πότε έφτασε η ποίηση του Αλισάνογλου να θεωρείται σημείο αναφοράς της σημερινής γενιάς; Γιατί αυτή η βιασύνη, όχι μόνο από μέρους σας, να “συσταθεί” μια νέα γενιά από ποιητές που έχουν εκδώσει στην πλειονότητά τους από 1-3 βιβλία;
Κ. Αλεβίζο,
Μάλλον δεν έχετε καταλάβει ότι η γραφή είναι στην Ελλάδα μια άσκηση πολιτικής. Ο κ. Γκολίτσης, και ο κάθε κ. Γκολίτσης, συνήθως δεν έχει ιδέα μιας ευρύτερης λογοτεχνικής πραγματικότητας και θέλοντας να γίνει φιλόλογος στη θέση του φιλόλογου και να μπορέσει ταυτόχρονα να ενδυναμώσει και τις φιλίες του, γράφει τα ονόματα που τον ενδιαφέρουν. Τα άλλα πιο πολλές φορές τα αγνοεί παρά τα αφήνει απέξω επίτηδες.
Και να προσθέσω, όχι μόνο ο Αλισάνογλου, ο Ρακόπουλος, η Τρούλη, αλλά ούτε κι ο Σιώτης αποτελεί σημείο αναφοράς ως ποιητής, ο Γκανάς όχι απαραίτητα, και για τον Βλαβιανό θα το κρίνει το μέλλον, όταν υπάρξει μια ισοψηφία των λογοκλοπών του με το έργο του.
Και εσείς βεβαίως Ιωάννη, επιπλήττετε τον κ. Γκολίτση ότι «γράφει τα ονόματα που τον ενδιαφέρουν. Τα άλλα πιο πολλές φορές τα αγνοεί παρά τα αφήνει απέξω επίτηδες» κάνοντας ακριβώς το ίδιο από την αντίστροφη -μέσα σε 3 γραμμές- και προχωρώντας σε μια «ουσιαστική κριτική» του κειμένου ασχολείστε με τις προθέσεις του συγγραφέα -σαν να τις γνωρίζετε- και όχι τα γραφόμενα που είναι το τεκμήριο.
Σημειώνω ότι οποιαδήποτε παρέμβαση από εδώ και πέρα σχολιαστή ασχοληθεί -και δη με προσβλητικό τρόπο- με τα υποθετικά σενάρια της πρόθεσης του κου Γκολίτση και όχι με τα γραφόμενά του θα διαγράφεται χωρίς δευτερολογία.
Στην ουσία τώρα, προσωπικά θα συμφωνήσω γενικά με τις παρατηρήσεις του κου Αλεβίζου -περιμένοντας ίσως τις απαντήσεις του κ. Γκολίτση- εκτός από την τελευταία παράγραφο για τη μη αναγνωρισιμότητα των νέων ποιητών (μεγάλο κεφάλαιο συζήτησης) και τη έννοια της σύστασης “γενιάς” η οποία δεν προσδιορίζεται από ποσοτικά στοιχεία.
Επίσης, ως προσωπική παρατήρηση, να προσθέσω-παρατηρήσω-“συμβουλεύσω” τον κ. Γκολίτση οτι θα πρέπει τα ερμηνευτικά εργαλεία που χρησιμοποιεί να είναι τα ίδια και για τις δυο γενιές. Η εικόνα που σχημάτισα είναι οτι τα κριτήρια αξιολόγησης της πρώτης γενιάς ήταν περισσότερα από της δεύτερης εξ’ ου και οι ουσιαστικότερες επισημάνσεις του για αυτή.
Ως προς την ονοματολογία, τέλος, υποθέτω ότι από τη στιγμή που πρόκειται για “πρόλογο κριτικού βιβλίου” ήταν απλώς ενδεικτική-περιμένοντας και το “σώμα” του βιβλίου για προσωπικά μου συμπεράσματα.
@κ. Γκολίτση
Γραφετε “Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) ”
και παρακατω Τα παιδιά των Baby-boomers
Ομως:
1. “A baby boomer is a person who was born during the demographic Post–World War II baby boom between the years 1946 and 1964, according to the U.S. Census Bureau”
http://en.wikipedia.org/wiki/Baby_boomers
2. Ο ρυθμος γεννησεων στην Ελλλαδα env thn periodo1928-1937 παρουσιασε το μοναδικο μεγιστο 29.2/1000 ατομα, μειωθηεκ καυτα την κατοχη -οπως ητο φυσικο- και ανεβηκε λιγο απο 19.9 /1000 ατομα το 1944 , τα ετη 1945 εως 1948 ως εξης 25.1/28.2/27.4/28.0
για να ξαναπεσει σε φυσικολoγικα επιπεδα απο το 1949 εως το 1960 περι τα 19-20/1000 ατομα.
Το 1970 επεσε στο 16 και το 2001 ειναι μολις 9.21/1000 ατομα.
Το boom που το ειδατε; Οπως… Αμερικη;
Πρόκειται για παιγνίδι επιβολής η διασπορά του λόγου όπως την ορίζουν οι εκάστοτε γλωσσικές συντεχνίες που ούτε λίγο ούτε πολύ διεκδικούν την αποκλειστικότητα της τεκμηριωμένης έκφρασης. Αυτό βέβαια δεν αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά τους μηχανισμούς παγίωσής της, όπως ακριβώς πρόκειται και για την εκμάθηση της ορθογραφίας.
Οι μηχανισμοί διασποράς του λόγου προϋποθέτουν ασφαλώς συμπαθητικές δομές προς το σύστημα της πολιτικής εξουσίας, ώστε να είναι αποτελεσματικοί, με μέτρο πάντα την πλειοψηφική τους αποδοχή. Εδώ ακριβώς τίθεται το ερώτημα του τι είναι αναγνωρίσιμο ως διαφορετικό, ως ιδιάζον για την πλειοψηφία. Η απάντηση παραπέμπει σε καλένδες συμφερόντων και συναισθημάτων, απροσμέτρητων για τους αναγνώστες.
http://bibliotheque.gr/?p=34485
Να ευχαριστήσω αρχικά το ηλεκτρονικό περιοδικό Ποιείν και συγκεκριμένα τους Σ. Αραβανή και Σ. Παστάκα για την φιλοξενία του κειμένου μου αλλά και τους σχολιαστές. Σωστά ειπώθηκε από τον κ. Αραβανή πως πρόκειται (καθώς σημειώνεται στην παρένθεση του τίτλου του κειμένου μου) για πρόλογο βιβλίου ποίησης και μάλιστα για ένα ενδεικτικό μέρος ενός εκτεταμένου προλόγου υπό διαμόρφωση. Συνεπώς, εκ των πραγμάτων, αρκετά από τα εύλογα ερωτήματα που διατυπώνονται «αντιμετωπίζονται» εντός του κυρίου σώματος του βιβλίου.
Για την ώρα να σημειωθεί πως έχουν δημοσιευτεί τα ακόλουθα μέρη-υποκεφάλαια (παραθέτω και τις σελίδες των περιοδικών, αφού όμως σημειώσω ξανά πως προτεραιότητα δίνεται στις ίδιες τις ποιητικές κατασκευές με την αξίωση να λειτουργούν τα κείμενα-δοκίμια αυτόνομα, άσχετα δηλ. αν γνωρίζει κάποιος το έργο ή το πρόσωπο του υπό «εξέταση» δημιουργού, το οποίο είναι εύλογο να μην το γνωρίζει κανείς καθότι δεν είναι δυνατόν να είναι «γνωστό» το έργο δημιουργών που όντως βρίσκονται στο 2-4 κατά μέσο όρο βιβλίο τους, λαμβάνοντας όμως υπόψιν και τη μέση ηλικίας τους δηλ. 35-40). Εγώ προσωπικά επέλεξα αυτούς, το σημειώνω καλοπροαίρετα –μακριά οι «κανόνες» από εμένα– εσείς μπορείτε να επιλέξετε άλλους. Έχετε εξασφαλισμένο έναν αναγνώστη, εμένα.
«Απ’ τα κόκκαλα που τρίζουν στο νέο παραμύθι. Με αφορμή τα Εκμαγεία του Κώστα Παπαθανασίου [Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα]», Περιοδικό “Ένεκεν”, τχ. 30, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013, σσ. 208-219.
(όπου και «ξεκαθαρίζονται» διάφορα θεωρητικά ζητήματα, τα αναλυτικά και ερμηνευτικά εργαλεία, η οπτική και οι προθέσεις του βιβλίου),
«Μια Νέκυια σε κόκκινο και άσπρο. Το Εδώ στο λίγο και άλλες συλλογές της Ελένης Μαρινάκη», Περιοδικό “Ένεκεν”, τχ. 29, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2013, σσ. 205-210.
«Μια (ε)αυτό-παγιδευμένη ποίηση που μικροφωνίζει. Ο Αλέξιος Μάινας [Αλέξιος Μάινας, Το περιεχόμενο του υπόλοιπου]», Περιοδικό “Ένεκεν”, τχ. 29, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2013, σσ. 210-217.
«Οι παράξενες εξισώσεις του Χάρη Βλαβιανού», Περιοδικό “Ένεκεν”, τχ. 28, Απρίλιος-Ιούνιος 2013, σσ. 191-206.
«”Ο πανταχού παρών ποιητής” και το “Εκεί έξω” του Ντίνου Σιώτη» [Ντίνος Σιώτης, Εκεί έξω], Περιοδικό “Ένεκεν”, τχ. 27, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013, σσ. 163-177.
«Η δεύτερη φωνή της Άννας Γρίβα [Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι]», Περιοδικό “Ένεκεν”, τχ. 27, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013, σσ. 177-190.
«Κυρίες και κύριοι, ο ποιητής Σωτήρης Παστάκας», Περιοδικό Θράκα, τχ. 1, 2013 (ένα μέρος ενός μεγαλύτερου κειμένου).
Υπό δημοσίευση επίσης είναι τα ακόλουθα:
«Απʼ την «ακινησία της διαλεκτικής» στη βούληση για ρίμα. Οι τρικλοποδιές του Άγιου Πρεκάριου της νέας ελληνικής ποίησης. ΗʽΕμμετρη φυσική ιστορία των θεάτρων του Στέργιου Μήτα»
Οι «διάσπαρτοι νεκροί στις προτομές τους». Σονέτα και αγάλματα του Γιάννη Δούκα»
«Μια αμήχανη ποίηση. Η περίπτωση ενός βραβευμένου νέου ποιητή. Η Ιπποκράτους 15 του Θωμά Ιωάννου»
«Το στίγμα ενός ποιητή στην διπλωμένη πλευρά του ποιητικού μας χάρτη ή απʼ τον εικαστικό δυισμό σε μια λεπτή γραμμή που σβήνει. «Τώρα ξεκινάω». Το Παντζάρι κι ο Διάβολος του Γ. Αλισάνογλου»
Και στο κλείσιμο βρίσκονται τέλος κείμενα-δοκίμια για τους Γ. Στίγκα και Θ. Ρακόπουλο (αυτά για την ώρα).
Να σημειώσω επίσης αναφερόμενος στους κ. «Σχολιαστή», κ. Αλεβίζο αλλά και στον Ιωάννη, πως ένα τέτοιο βιβλίο –με τους εκ των πραγμάτων μικρότερους ή μεγαλύτερους αποκλεισμούς ή συσσωματώσεις του– αυτομάτως καθίσταται «ύποπτο» ως προς τις προθέσεις του, τα αίτια του κτλ. Εδώ απλά μπορώ να πω (έστω ως αξίωμα ή πρόθεση) πως δεν υπηρετεί εξω-καλλιτεχνικές σκοπιμότητες και για αυτό επιλέγει επίμονα να προτάσσει το έργο και όχι τον δημιουργό, τον αναγνώστη και τον κόσμο (το universe που λέει και ο 101ος ετών M.H. Abrams παραθέτοντας τα συστατικά της λογοτεχνικής διαδικασίας). Και έτσι παρόλο που λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως μια «διαμεσολάβηση» αξιώνει από τη μια (όπως σημειώνω) να λειτουργεί και το ίδιο ως αυτόνομο έργο και από την άλλη να δηλώνει πως δεν διεκδικεί (πάλι αξιωματικά) φανερή ή αφανή εξουσία και ούτε αποτελεί απαραίτητα μέρος πρακτικών (βλ. περιοδικά, ανθολογήσεις) που καθιστούν δυνατή όποια γραμματολογική επιβολή (κάτι που νομίζω στις μέρες μας ούτως ή άλλως φαντάζει ως αστείο πέρα από αδύνατο). Και εξάλλου –αν αμφισβητεί εύλογα κάποιος αυτές τις αξιώσεις και τους ισχυρισμούς μου– είναι πραγματικά νωρίς για οτιδήποτε τέτοιο καθώς το έργο των ποιητών της «γενιάς» μου είναι υποδιαμόρφωση και ως τέτοιο, ζεστό στην κίνηση του και στη ζύμωση του με την ιστορία που αλλάζει, «περιγράφεται», κρίνεται και φωτίζεται, προτάσσοντας κάποια –εκ των πραγμάτων– πρόσωπα αντί άλλων, βάση ενός εσωτερικού αισθητηρίου το οποίο και φυσικά δεν αξιώνει οριστικότητες και άλλες τέτοιου τύπου αφέλειες. Δεδομένου μάλιστα του μέσου (διαδικτύου), της εποχής (κατακερματισμός κτλ) και της δυσκολίας της ποίησης –για να επιμείνω λίγο, η προσωπική μου αδιαφορία για τις μικροεξουσίες και τις μικροεπιβολές στο μικρό μας «ασήμαντο» πεδίο (πεδίο ενός τόπου μικρού και μιας γλώσσας «περιθωριακής») είναι παρούσα. Θα μπορούσε τέλος να γίνει πιστευτό πως η γενιά μου (ως μάζωξη έστω κυρίως ηλεκτρονική) όπως «κάθε γενιά», για να θυμηθούμε και τον Γ. Πατίλη, «και κάθε συνομάδωση ευαίσθητων ανθρώπων κάθε εποχής, οφείλει να έχει τα δικά της μέσα, έντυπα και ηλεκτρονικά για την έκφραση της δικής της φ α ν τ α σ ί α ς [η υπογράμμιση δική μου] ώστε να μην έχει την ανάγκη της «προβολής» της από κανένα» (για την ώρα ενδεικτικά τα περιοδικά αυτά είναι το Ποιείν του Αραβανή −και Παστάκα, σε μια ενδιαφέρουσα σύμπραξη δύο «γενεών», το Κουκούτσι, το Τεφλόν, το Φρέαρ, τη Νέα Ευθύνη και σιγά και σιγά από ότι φαίνεται σε μια νέα σύμπραξη των δύο «γενεών», τα Ποιητικά των εκδ. Γκοβόστη όπου συμπράττουν με τους Παπαγεωργίου, Δημητρούλια, Ζήρα, Χατζηβασιλείου και οι Ιωάννου, Ρακόπουλος, Τσαλαπάτης). Και ως τέτοια θα μπορούσε ίσως να ληφθεί υπόψιν και η απόπειρα μου.
Ενδιαφέροντα τέλος αυτά που λέτε κ. «Αφώτιστε» ωστόσο να σημειώσω πως δεν κάνω στατιστικολογία αλλά δανείζομαι τον «κοινωνιολογικό» αυτόν όρο πιστεύοντας στην ερμηνευτική του δυνατότητα στην μεταλαμπάδευση του βέβαια στα «ποιητικά» μας δρώμενα, χωρίς όμως να αποτελεί απαραίτητα βασικό ερμηνευτικό ή αναλυτικό εργαλείο. Η ακριβής και αναλυτική ωστόσο χρήση του δεν είναι εύκολο να φανεί στο μέρος ενός προλόγου.
Υ.Γ.: Κ. Μουζάκη παρακαλώ σημειώστε πως δεν είμαι γεννημένος το 1979. Επίσης με ενδιαφέρον θα παρακολουθούσα την εκδίπλωση των «αγκυλώσεων» σας για μια φορά ακόμη. Παρακαλώ δεχτείτε την πρόκληση δεδομένης βέβαια της διατύπωσης σας «να σφαχτούμε».
@Π. Γκολίτση,
Τα παιδια που γεννηθηκαν λοιπον, απο το τελος της κατοχης εως το τελος του Εμφυλιου γεννησαν τα παιδια του “poems boom”. Προτεινω λοιπον, για να σας βγαλω απο την αγγλοελληνικη ονομασια “Τα παιδιά των Baby-boomers” και ακολουθωντας την παγκοσμιως επικρατουσα ορολογια, να ονομασουμε τις δυο αυτες γενιες Γενια Χ και Γενια Υ , οπως περιγραφεται συνοπτικα στο ΥΓ1.
Θαυμαζω αυτα τα παιδια, που ενω σπουδασαν σ΄ενα κακο εκπαιδευτικο συστημα της διδαγμενης υλης, των διαδηλωσεων των αγανακτισμενων γονεων για το θεμα της εκθεσης ” αρωγη και ευδοκιμηση”, των αριστουχων μετριων,….,
που κατι σπουδασαν και ασχολουνται τοσο πολυ με την τεχχνη της ποιησης, μια απο τις τεχνες των τεχνων!!!!
Οι μεγαλυτεροι και ικανοτεροι ετυχε να βρεθουμε στην καταλληλη εποχη με ρυθμους αυξησης του ΑΕΠ 4% και -τελικα- μπηκαμε μεσα απο ενα συντομο χρονικα παραθυρο ευκαιριας (1960-1980) για καλη μορφωση σε καλα δημοσια σχολεια (ευνοημενοι απο την λαμπραν εκπαιδευτικη μεταρρυθμιση , οπου μαθαμε να μαθαινουμε ) και ασκηση επαγγελματος που μας εκανε καλυτερους ανθρωπους.
Επι η ευκαιρια ας κανουμε μνεια στον ξεχασμενο υφυπουργό Παιδείας Λουκη Ακριτα (1909-7 Φεβρουαρίου 1965) λογοτέχνη, δημοσιογράφο και πολιτικό που υλοποίησε την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση που εισηγήθηκε ο Ευάγγελος Παπανούτσος (βλ. ΥΓ2) .
ΥΓ1 Generation X, commonly abbreviated to Gen X, is the generation born after the Western Post–World War II baby boom. Demographers, historians and commentators use beginning birth dates from the early 1960s to the early 1980s.The term Generation X was coined by the Magnum photographer Robert Capa in the early 1950s.
http://en.wikipedia.org/wiki/Generation_X
“Millennials”, or the Millennial Generation,[31] also known as “Generation Y”, are the demographic cohort following Generation X. Commentators use birth dates ranging from the early 1980s to the early 2000s.
http://en.wikipedia.org/wiki/List_of_generations#List_of_generations
ΥΓ2 “Από το 1961 συνεργάστηκε και πάλι με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, εκλέχτηκε βουλευτής στις εκλογές του 1963 και 1964 οπότε ως υφυπουργός Παιδείας υλοποίησε την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση που εισηγήθηκε ο Ευάγγελος Παπανούτσος.”
Πηγη : βικιπαιδεια
ΣΤΗ Μ…
Τα μικρά τα μεγεθύνεις υπερβολικά
αιώνιους όρκους φιλίας κιʼ αγάπης ζητάς ή δίνεις.
Με τον καιρό η ανάγκη της μυωπίας
θα ατροφήσει τα αισθητήριά σου :
η σκόνη της ωριμότητας θα σκεπάσει
ότι ήταν ορατό δια γυμνού οφθαλμού
δυσάρεστα λόγια και οσμές
δεν θα σʼ ενοχλούν στο τέλος.
Θα λές : κάποτε έβλεπα τα πάντα
τώρα θα πρέπει ν΄ αλλάξω γυαλιά.
5.Χ.02
Αφωτιστος Φιλελλην
ΥΓ Το συντομο ποιημα ειχε παραχθει -με αυτοματη γραφη- πριν 12 ετη.
Χωρις να το πολυσκεφθω το ανηρτησα, ως αντιποδα ενος υπεροχου αλλα και θλιβερου…ποιηματος για τις…απωλειες και τις αναχωρησεις.
Ομως ξαναδιαβαζοντας το, μου φαινεται το ιδιο θλιβερο, εφοσον καποιος ωριμος προβλεπει την πορεια μιας ευαισθητης και απαιτητικης εφηβου που μελλει γεννεσθαι ….κυνικη ρεαλιστρια.
Αν και ειναι ακομη ζωντανοι, ας θυμηθουμε πολλους απο τους…. παλιους φιλους η συντροφους.
Προσωπικα τους το αφιερωνω.
Δεν γνωριζω αν υπαρχει σχολη κυνικου ρεαλισμου, αλλα το μικρο ποημα, μαλλον εκει ανηκει.
Ασχετο (;) αλλά πιστεύω ενδιαφέρον: Επειδή ακολούθησα την παραπομπή του φίλτατου Σ.Π. στο συγκεκριμένο σαιντ/ιστοσελίδα αναφέρω ένα προσωπικό περιστατικό: Πριν μερικούς μήνες έστειλα στο σαιντ/ιστοσελίδα αυτό(η) ένα ποίημα μου. Πέραν δυο εβδομάδες και δεν τον ανήρτησαν. Εστειλα ένα email για να μάθω για την τύχη του. Μου απάντησαν με ένα παραπεμπτικό σε γενικόλογο κείμενο τους του τύπου “δεν μάς ενδιαφέρει αν εσύ νομίζεις ότι είσαι ποιητής, εμείς αναρτούμε ό,τι θέλουμε” Παραξενεύτηκα, επειδή σε άλλες περιπτώσεις, η ίδια ιστοσελίδα δημοσίευσε σε χρονικό ορίζοντα μερικών χρόνων, κάποια ποιήματα μου. Μου απάντησαν, περίπου πως, “εσένα σε δημοσιεύσαμε αρκετά”. Του ρώτησα τι είναι το ” αρκετό, την ίδια στιγμή που τα ίδια και τα ονόματα επιμένετε να αναδημοσιεύετε”; Δεν πήρα σαφή απάντηση, παρά μόνο ένα ακατάσχετο οχετό μειωτικών σχολιών. Επειδή δεν είμαι το δημοσίων σχέσεων, μπορεί κανείς να εξηγήσει στην ασημαντότητα μου, τι πρέπει να κάνει κανείς παραμένοντας εκτός κυκλωμάτων, να μπορεί ενίοτε να δημοσιεύεται αν έχει κάποια αξία η προσπάθεια του;(το ΠΟΙΕΙΝ αποτελεί φωτεινή εξαίρεση). Αυτά με αφορμή το παραπεμπτικό-όχι του γιατρού-από τον Σ.Π.
Αγαπητέ κ. Χριστοδουλίδη, πολύ σημασία δεν τους δίνετε; Δεν καταλάβατε τι συμβαίνει σήμερα στο χώρο της ποίησης; Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει. Αλλά τι τους παρακαλάτε για εξηγήσεις; Στέλνεις ένα ποίημα αν το αναρτήσουν έχει καλώς, αν όχι μην ασχολείστε πλέον μαζί τους. Είναι άλλωστε στην διακριτική ευχέρεια κάθε ιστοσελιδάρχη, περιοδικάρχη, μπλογκάρχη, νομάρχη κ.α. να αναρτεί, να “διακρίνει” και να “ξεχωρίζει” όποιον γουστάρει. Με τον κατήφορο που έχει πάρει η ποίηση σήμερα πιστέψτε με δεν προκαλεί την παραμικρή αίσθηση στον κόσμο, και πλέον με την παραλογοτεχνία που έχει καταστεί σήμα κατατεθέν, τα βραβεύουν κιόλας τα ανοσιουργήματα, έχουν πάψει να ασχολούνται κι οι ίδιοι οι ποιητές. Ας κόπτονται τα κυκλώματα να προωθούν ημετέρους, φίλους και συγγενείς ως πρώτης τάξεως ταλέντα. Ευχαριστούμε δεν θα πάρουμε.