[author] Του Ηρακλή Κακαβάνη [/author]
Το «Ποιείν» είναι διαδικτυακό περιοδικό – ιστοσελίδα για ποιήματα, ποιητές και ποίηση. Εκδίδει το ετήσιο περιοδικό «Αλμανάκ» που είναι συλλογές με τις καλύτερες δημοσιεύσεις της κάθε χρονιάς της διαδικτυακής Επιθεώρησης. Χτες παρουσιάστηκε το «Αλμανακ 2012» που φιλοξενεί συνέντευξή μου με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Ο Αγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα». Είναι μια συνέντευξη χρήσιμη στη βιβλιογραφία για τον Κώστα Βάρναλη, αφού με τις ερωτήσεις του Σπύρου Αραβανή θίγονται σημαντικές και άγνωστες πλευρές του βαρναλικού έργου.
Το «Αλμανακ» παρουσίασαν οι συνεκδότες Σωτήρης Παστάκας και Σπύρος Αραβανής. Ο Σπύρος Αραβανής μίλησε για τους ανθρώπους που καθημερινά βρίσκονται δίπλα στο «Ποιείν» ενώ ο Σωτήρης Παστάκας αναφέρθηκε στους ανθρώπους που καλλιεργούν την ποιητική τέχνη, στους χομπίστες ποιητές και στο ρόλο του «Ποιείν» που του δίνει βήμα έκφρασης, μετά από μια αξιολόγηση βέβαια του ποιητικού υλικού που λαμβάνει. Είπε χαρακτηριστικά ότι μόνο από τους εκδοτικούς οίκους που εκδίδουν ποιητικές συλλογές λαμβάνει το «Ποιείν» έξι έως 12 βιβλία μηνιαίως. Θα συμπληρώναμε εμείς ότι οι περισσότερες από αυτές είναι με χρηματοδότηση των ίδιων των ποιητών/«ποιητών». Βέβαια ο Σωτήρης είπε και συμφωνούμε μαζί του ότι είναι ωραίο χόμπι να ασχολείται κανείς με την ποίηση και προτιμά να ξοδεύει κανείς χρήματα για να εκδώσει μια ποιητική συλλογή παρά, για να αγοράσει σφαίρες ώστε να πάει για κυνήγι.
Χωρίς να είμαι προετοιμασμένος ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα των εκδοτών και είπα δύο σκέψεις τις οποίες εμπλουτισμένες τις βάζω τώρα στο χαρτί.
Πάντα στην Ελλάδα είχαμε πληθωρισμό ποιητών. Οι ποιητικές δοκιμές και προσπάθειες, ακόμα και οι στιχηρές ανοησίες που έφταναν στα δημοσιογραφικά γραφεία και στα περιοδικά, ήταν πάρα πολλές. Μελετώντας κανείς περιοδικά και εφημερίδες θα βρει πάρα πολλές σχετικές αναφορές. Υπάρχει ένα σχετικό επεισόδιο που διηγείται στον «Κονταρομάχο» ο Μ. Λουντέμης μεταξύ αυτού και του Κώστα Βαρναλη. Μια μέρα πηγαίνει να τον συναντήσει στην εφημερίδα:
`
«Ηταν όμως κάπως αργά και κείνη την δρα κατέβαινε. Ήταν φορτωμένος με καμιά εικοσαριά τόμους ποιητικές συλλογές. Στην πραγματικότητα, ήταν όλες δοκιμές, εξορμήσεις νέων στιχουργιών, νεοσσών (…).
Ζεματάει μου λέει. Δεν πάμε για κανένα κατοσταράικι να δροσιστούμε (…).
Και δεν πάμε; του λέω. Άλλα δος μου πρώτα το μισό σου βάρος.
Τ’ ανακάλυψε ξαφνικά και… αποφάσισε νά θυμώσει. Και -πώς τα κατάφερε;- θύμωσε για καλά.
Συλλογή ʽʼΣυλλογώνʼʼ κάνεις; τον ρώτησα.
Τι θ’ απογίνω εγώ μ’ αυτούς τούς… φορτοεκφορτωτές της ποίησης, μπορείς να μου πεις; Δεν αδειάζω ούτε να γράψω ούτε να πιω ένα ποτήρι. Νάστελναν τουλάχιστον τα βιβλία τους στο σπίτι. Θα γλίτωνα τη μεταφορά. Αλλά αυτοί τα στέλνουν στην εφημερίδα.
Δεν ξέρεις… του λέω. Δεν πρέπει να τους ξεμπροστιάζεις έτσι αναπολόγητους. Μπορεί ανάμεσα σ’ αυτούς νάναι και καμιά μεγάλη δόξα.
Να μου επιτρέψεις ν’ αμφιβάλω. Για κοίτα… Μούδειξε την στοίβα των βιβλίων. Μπορείς να ξεφυλλίσεις κανέναν απ’ αυτούς τους φρόνιμους τόμους των στίχων; (Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τους έλεγε «φρόνιμους»)… Ξεφύλλα… Και θα δεις.
— Ε, τι είναι;
Δεν τους βλέπεις; Ογκοι άσπρου χαρτιού με ελαφρά ίχνη τυπογραφικών στοιχείων. Τι να τους πεις τώρα! Τι πρεμούρα είνʼ αυτή βρε παιδί; Δε σου λέω; Και μείς ʽʼμεγαλοφυίεςʼʼ ήμασταν στην ηλικία τους άλλα είχαμε και λιγάκι υπομονή. Αυτοί μόλις σκαρώσουν καναδυό τετράστιχα τρέχουν να τα τυπώσουν για να μην τύχει και χάσουν το βαπόρι της αθανασίας. Χμ. Δεν ξέρουν ότι το βαπόρι σαλπάρει μετά θάνατον. Ο ποιητής αγαπητέ… Ο ποιητής… (…)
Ο ποιητής λοιπόν – δε θα ξανασταματήσω – ο ποιητής είναι κλώσα, δεν είναι κότα!
— Δηλαδή;
— Δηλαδή δεν τρέχει με το πρώτο αυγό που γεννάει να το κάνει πουλί. Τα μαζεύει πρώτα, τα κλωσάει, συμπληρώνει τα ʽʼτέρμεναʼʼ… Κι υστέρα βγαίνει στην αυλή και τα διαλαλεί. Τώρα τόχει το δικαίωμα. Εγινε ποιήτρια. Εβγαλε έναν τόμο πουλάκια».
`
Αυτή η σκηνή σκιαγραφεί την κατάσταση και χτες και σήμερα.
Εκτός από τον πληθωρισμό των ποιητών είχαμε και έχουμε υπερβολικά μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών περιοδικών. Πανελλήνιας αλλά και τοπικής εμβέλειας. Δυσανάλογο με τον πληθυσμό. Περιοδικά με σημαντικά προσφορά στα Γράμματα και άλλα που απλώς υπήρξαν. Να θυμηθούμε το «Νουμά», την «Αναγέννηση», την «Εστία», τα «Νέα Γράμματα», τα «Ελεύθερα Γράμματα», την «Επιθεώρηση Τέχνης» κλπ. περιοδικά με διευθυντές και συνεργάτες ανθρώπους με σημαντική προσφορά στα Γράμματα.
Σήμερα, στην εποχή του διαδικτύου εκτός από τα πολλά έντυπα περιοδικά έχουμε και ένα πολύ μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών σελίδων. Οργανωμένες, έχουν δηλαδή αντίστοιχη συγκρότηση με αυτή των έντυπων περιοδικών, είτε ατομικές σελίδες ανθρώπων που φιλοδοξούν να συνεισφέρουν στο Πνεύμα.
Ένα σύγχρονο λογοτεχνικό μέσο συγκροτημένο με άτυπη πολυθεματική Συντακτική ομάδα, ευρεία ποιητική θεματολογία, πρωτοτυπία και αξιόλογο ποιητικό υλικό είναι το «Ποιείν». Ισως κάποια στιγμή να μπορεί να περηφανευτεί ότι φιλοξένησε το πρώτο ποίημα του τάδε γνωστού ποιητή.
`
Όλα αυτά τα μέσα λαμβάνουν ποιητικό υλικό προς δημοσίευση. Είναι λογικό και θεμιτό, αυτός που γράφει κάτι να θέλει να το κοινωνήσει στου άλλους. Να το θέσει στην κρίση ειδικών/«ειδικών». Εδώ είναι και το κλειδί. Η ικανότητα του μέσου να αξιολογήσει το ποιητικό υλικό που λαμβάνει. Τα ποιήματα που θα δημοσιευτούν να πληρούν κάποιες προϋποθέσεις. Ο αποστολέας να έχει μια δυνατότητα. Η αλήθεια είναι ότι η δημοσίευση λειτουργεί ενισχυτικά. Σαν το τραμπολίνο. Είναι χρήσιμη διαδικασία στην εξελεγκτική πορεία του φέρελπι ποιητή. Μια άλλη αλήθεια είναι ότι περισσότερη τύχη είχε ο χρυσοθήρας την εποχή του Φαρ Ουέστ να βρει χρυσάφι παρά να παραλάβει ένα περιοδικό ώριμο ποιητικό υλικό.
Ένα παράδειγμά γα το πώς λειτουργεί η δημοσίευση στην ψυχολογία του νέου ποιητή είναι αυτό του Βάρναλη στην πρώτη του ποιητική εμφάνιση στα 1904. Το αφηγείται ο ίδιος στα «Φιλολογικα Απομνημονεύματα»:
`
«Ένα χρόνο αργότερα έστειλα δέκα ποιήματά μου καινούρια στο ʽʼΝουμάʼʼ. Άλλα καυδιανά δίκρανα για το ποιητικό μου μέλλον! Θα τα δημοσίευε άραγες ο γερο-Ταγκόπουλος, αυτός ο τρομερός άνθρωπος με την αστείρευτη ειρωνεία, ή θα με έπαιρνε στο ψιλό στα… ʽʼψιλάʼʼ σημειώματα του περιοδικού του, όπως έκαμνε για τόσους άλλους νέους και παλιούς;
Σε λίγες μέρες κι ύστερα από πολλήν αγωνία πήρα ένα δελτάριό του. Μου έγραφε με τα γνωστά του ορνιθοσκαλίσματα πως τα ποιήματά μου του αρέσανε και θα δημοσιευτούνε. «Αρέσανε και του Παλαμά», μου πρόσθετε.
Ποιος με κρατούσε πια! Άρχιζε η… δόξα. Και μάλιστα ανάγγειλε ο «Νουμάς» πως στο άλλο του φύλλο θα παρουσιάσει δυο καινούριους ποιητές. Ο άλλος ήτανε ο Ηλίας Βουτιερίδης».
`
Ένα άλλο παράδειγμα το αντλώ από το αριστερό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» που εκδιδόταν μετά την Κατοχή. Ξεφυλλίζοντας το περιοδικό, κάπου στα 1946 αν θυμάμαι καλά, στη στήλη «Αλληλογραφία» υπάρχει μια απάντηση του περιοδικού προς τον 20ετή τότε Μίκη Θεοδωράκη που μάλλον είχε στείλει κάποιους στίχους του. Του έλεγε πως είναι μεν αξιόλογη η προσπάθεια του αλλά θέλει δουλειά ακόμη. Πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο.
`
Τέλος επειδή έγινε αναφορά από άλλον ομιλητή στο ρόλο των λογοτεχνικών περιοδικών σήμερα. Όπως είπα και πριν λογοτεχνικά περιοδικά υπήρχαν όλο τον προηγούμενο αιώνα, και μάλιστα αξιόλογα. Η επιβίωση τους εξαρτιόνταν από την ποιότητα του περιεχομένου. Προβλήματα οικονομικά στην έκδοση τους είχαν και μάλιστα πολλά. Σήμερα προέκυψε η διαφήμιση. Η βιωσιμότητα συνδέθηκε με το κομμάτι από την πίτα της διαφήμισης. Και για να είναι μεγάλο το κομμάτι της πίτας τα περιοδικά γίναν «προθήκες» των εκδοτικών οίκων (ευτυχώς όχι όλα). Η ποιότητα της ύλης (π.χ. εκλαΐκευση και όχι ελιτισμός, αγκάλιασμα της λογοτεχνικής παραγωγής) είναι ή πρέπει να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα. Παραδειγματικά και τελείως πρόχειρα θα μπορούσα να υποδείξω κάποια λογοτεχνικά έργα που η ποιότητα τους θα τα δώσει μία θέση στις μελλοντικές ανθολογίες αλλά δεν υπάρχει καμιά αναφορά γιʼ αυτά στα λογοτεχνικά περιοδικά. Μπορώ να υποδείξω πολύ περισσότερα έργα που καμιά λογοτεχνική αξία έχουν κι όμως φιλοξενήθηκαν. Αυτό όμως είναι μια άλλη κουβέντα.
`
**********
Ο Ηρακλής Κακαβάνης γεννήθηκε το 1966 στη Γαλανόβρυση Ελασσόνας, νομού Λάρισας. Σπούδασε φιλολογία και από το ’91 εργάζεται ως διορθωτής στην εφημερίδα “Ριζοσπάστης”. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την επιμέλεια εκδόσεων. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Ο δαίμων του τυπογραφείου”, εκδόσεις “Προσκήνιο”, 2008. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια και έγραψε το εισαγωγικό σημείωµα στο Λεύκωμα “Ομήρου Ιλιάδα, 21 Λιθογραφίες το Henri Motte“, εκδόσεις “Τυποεκδοτική”, 2008. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εντός το βιβλίο-μελέτη του «Ο Αγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα».











Ουμπέρτο Σάμπα, Αποφθέγματα:
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ. Εκπλήττει όποιον συναναστρέφεται κάπως στενά τους ποιητές, πως ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του, καλή την πίστη, ότι είναι ο πρώτος αν όχι όλων των εποχών και όλων των χωρών, τουλάχιστον της εποχής του και της χώρας του. Να αμφισβητήσεις αυτή την πεποίθησή τους είναι σαν να τους μαχαιρώνεις. Και δεν αναφέρομαι στους δύο τρεις που θα είχαν κάθε λόγο να εκφράσουν μια παρόμοια πεποίθηση. Γιατί παρατήρησα πως όλοι αδιακρίτως όσοι γράφουν στίχους, ακόμη και οι νούλες, ακόμα και οι ατάλαντοι, τρέφουν για τον εαυτό τους την ίδια εκτίμηση. Σκέφτεται κανείς πως η πεποίθησή τους είναι – για άλλη μια φορά – ένα πιστεύω απριόρι, το οποίο παράγεται από κάποιο (λίγο ως πολύ άγνωστο) μηχανισμό αναπλήρωσης, και πως κάθε ποιητής πρέπει να είναι – εξαρχής – ο πρώτος ποιητής της Ιταλίας. Και πως χωρίς αυτήν την εσωτερική και απαραίτητη γιʼ αυτούς πεποίθηση ίσως να μην είχε γραφεί ποτέ στον κόσμο ούτε ένας στίχος καλός ή κακός. Το οποίον – αφού οι άσχημοι στίχοι περνούν και οι καλοί μένουν, τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα – σημαίνει πως θα στερούμασταν (σʼ αντάλλαγμα μιας εξίσου προβληματικής ιάσεως) κάτι από την ομορφιά του κόσμου.
Σχετικό είναι το ποίημα του Καρυωτάκη «Σταδιοδρομία» (από τα σατιρικά του)
ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ
Τὴ σάρκα, τὸ αἷμα θὰ βάλω
σὲ σχῆμα βιβλίου μεγάλο.
«Οἱ στίχοι παρέχουν ἐλπίδες»
θὰ γράψουν οἱ ἐφημερίδες.
«Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου»
καὶ δίπλα σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ὄνομά μου.
Τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα πάλι
στὴ δουλειὰ θὰ δίνω, στὴν πάλη.
Ἀλλά, μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου,
θὰ πηγαίνω στοῦ Βασιλείου.
Ἐκεῖ θὰ βρίσκω ὅλους τοὺς ἄλλους
λογίους καὶ τοὺς διδασκάλους.
Τὰ λόγια μου θά ῾χουν οὐσία,
ἡ σιωπή μου μιὰ σημασία.
Θηρεύοντας πράγματα αἰώνια,
θ᾿ ἀφήσω νὰ φύγουν τὰ χρόνια.
Θὰ φύγουν, καὶ θά ῾ναι ἡ καρδιά μου
σὰ ρόδο ποὺ ἐπάτησα χάμου.
Η Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου ήταν ποιήτρια πεζογράφος από την Πρέβεζα. Εμεινε γνωστή όχι από το έργο της αλλά από το στίχο του Καρυωτάκη.
Ο Βασιλείου είχε εκδόσεις – βιβλιοπωλείο καπου στη Σταδίου
και ο Βιττόριο Σερένι:
Ποιητές στην οδό Μπρέρα: δύο εποχές
Χρειάζεται ένας αιώνας περίπου
-φλεγόταν ο Ουνγκαρέτι στην είσοδο
της Γκαλερί Απολινέρ-
χρειάζεται όλος ο κόπος όλο το κακό
όλο το σάπιο αίμα
όλο το αγνό αίμα
ενός ολόκληρου αιώνα για να φτιαχτεί ένας…
(Στο μεταξύ
στο απέναντι πεζοδρόμιο
δυο-δυο πιασμένοι αγκαζέ
δυο-δυο μισώντας αλλήλους
μέσα από γουργουρητά αμοιβαίας αγάπης
έξι παρέλασαν. Έξι).
Πάλι Καρυωτάκης. Για την αυταπάτη των ατάλαντων ποιητών που φαντάζονται ότι θα αποκτήσουν στο μέλλον αναγνώριση και δόξα
Μπαλάντα
στους άδοξους ποιητές των αιώνων
Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλέν τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια κι αργυρή.
Οι Ουγκό με “Τιμωρίες” την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ναι.
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί,
η αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
Και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ναι.
Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγικήν απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ναι.
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
“Ποιος άδοξος ποιητής” θέλω να πούνε
“την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ναι;”
http://www.poiein.gr/archives/1143/index.html
όχι! η Ποίηση δεν είναι παιδικός σταθμός!
Κ. Παστάκα με όλο το σεβασμό, αλλά πως θέλετε να καταλάβει κάποιος πως η ποίηση δεν είναι παιδικός σταθμός, όταν περνάει από την αυλή σας και βλέπει μεγάλους και μικρούς να παίζουν;
Το poiein είναι μία καλή δουλειά, αλίμονο, με άριστη οργάνωση, αλλά αυτούς που ψάχνετε/ψάχνουμε δεν θα τους βρείτε/βρούμε εδώ.
Α, η βλακεία με αυτούς υπερόπτες είναι πως ένας στους εκατό θα έχει δίκιο γι’ αυτά που νομίζει και θα βγει μπροστά, και επίσης πως κάνουν τις μετριότητες επειδή έχουν μεγαλύτερη αυτογνωσία να νομίζουν πως είναι καλοί/αρκετά καλοί.
Το μεγαλύτερο μας όπλο είναι ο καθρέπτης, δεν κάνει καλό, χρησιμοποιήστε τον εκ του ασφαλούς. Ευγενικά (και χωρίς να μιλάω σε εσάς προσωπικά)
Φίλε Νεανία,
Αφήστε το χρόνο να δείξει αν οι μετριότητες μπορούν να κοιτάξουν τον καθρέφτη κατάματα. Το ποιείν έχει την καλοσύνη να δημοσιεύει ποιήματα όσων το επιθυμούν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι χώρος για παιχνίδι. Κάθε ένας που τολμά να δημοσιεύει με το όνομα του φέρει ο ίδιος την ευθύνη για το ποιητικό υλικό που γράφει. Εδώ οι εκδοτικοί οίκοι έχουν κάνει την ποίηση εμπόριο. Πληρώνεις και εκδίδεις. Η ποίηση έχει εκπέσει. Και πράγματι μόνο ο χρόνος θα μας δείξει και θα μας υποδείξει τι άξιζε απ’ όλα αυτά. Δεν σημαίνει ότι όποιος γράφει στιχάκια είναι και ποιητής. Δικαίωμα, όμως, έχουν όλοι να προσπαθούν. Ακόμη και οι μέτριοι. Ο κάθε αναγνώστης και σχολιαστής ας έχει το κατάλληλο επίπεδο να επιλέγει και να κρίνει. Αν μη τι άλλο στο ποιείν δεν ισχύουν κομματικές και ιδεολογικές συνιστώσες που να είναι απαγορευτικές για όσους δεν γράφουν για το κλειστό εργοστάσιο και τη βραχνή ντουντούκα. Τουλάχιστον εδώ πέρα διαβάζεις και κανένα ποίημα που δεν πάσχει από βερμπαλισμό και στείρα λεξιπλασία. Η αναγνωσιμότητα δεν έχει να κάνει με την αξία του κάθε ποιητή- στιχοπλόκου. Η ποίηση δεν εκτίθεται στο φως γιατί ξεθωριάζει. Το ποιείν έχει δώσει και καλά ποιήματα στο κοινό του. Κρατήστε το αυτό. Μην διαβάζετε μόνο τους σχολιαστές που εξυμνούν το απόλυτο κενό νοήματος. Ανάμεσα τους υπάρχουν όμως και εξέχουσες μορφές που ξέρουν που και πως θα κρίνουν.
Συμφωνώ σε όλα Ραδαμανθυ. Δεν μου επιβάλλεται να λέω πάντα και τα θετικά και να έχω ζυγαριές ε; χαχα. Πάντως δεν πιστεύω πως η ποίηση έχει ξεπέσει (Ελλάδα). Νομίζω πως γκρινιάζουμε υπερβολικά όταν από ποσότητα και από πράγματα που έχουν να πουν κάτι έχουμε πάρα πάρα πολλά (τα έχει πει καλύτερα ο Καραβασίλης, να μην πολυλογώ).
Α, και είναι Φίλη, το θηλυκό του Νεανία. Ευχαριστώ.
Φίλη τότε.
Η χώρα όπου ένας στους δέκα είναι συγγραφέας:
http://www.diastixo.gr/epikaira/eidiseis/1793-i-xora-opou-enas-stous-10-einai-siggrafeas
Στο ΠΟΙΕΙΝ είμαστε δημοκρατικοί ως προς την πρόσβαση στη δημοσιότητα (όλοι μπορούν να γράφουν και να δημοσιεύουν), και αριστοκρατικοί ως προς την κρίση (όταν έρθει η ώρα της κρίσεως είμαστε πολύ αυστηροί)
Είναι μάταιη η κρίση σας, όποια και να είναι, ο αληθινός καλλιτέχνης ο ίδιος πρέπει να είναι πιο αυστηρός από τους πάντες. Και αυτοί που είναι αυστηροί δεν εμφανίζονται ούτε εδώ, ούτε γενικότερα κάπου μέχρι να είναι έτοιμοι (μπορεί να έχουν εμφανιστεί και εδώ έτοιμοι, δεν το αποκλείω, δεν είμαι όλο στο ποιειν).
Είναι εύκολο να ανεβάσεις την έπαρση κάποιου με οποιαδήποτε κρίση. Αν είναι καλά τα λόγια το παίρνει πάνω του. Αν είναι κακά το παίρνει εκδικητικά και πάνω του. Ο Ζιντ λέει τα βραβεία πρέπει να τα δίνουμε μόνο στους νέους ώστε να έχουν κουράγιο και να μην σταματήσουν από απογοήτευση. Και σίγουρα στα χρόνια της νεότητας, ένας χρόνος σοβαρής δουλειάς, μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Όμως
Δε με νοιάζουν οι συγγραφείς. Με νοιάζουν οι ποιητές. Και δεν είμαστε όλοι ποιητές. Κάνω κι εγώ τον συνήγορο στην παρέα μου, αλλά δεν είμαι δικηγόρος.
το έχουμε ξαναπεί: στην Ελλάδα είσαι νέος ποιητής μέχρι τα 75 σου, μετά γίνεσαι ο γνωστός καθιερωμένος μαλάκας που βρίζουν όλοι και στα 90 σου όλοι σε ασπάζονται και σε προσκυνούν σαν προφήτη…
Χαχαχα, αν είναι έτσι, πάω πάσο για σήμερα..
TOU CHIOU-NANG, 8ος αιώνας μ.Χ. (ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ)
ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ
Ντύσου τα μεταξωτά και τα χρυσά στολίδια σου.
Όσο είναι καιρός, να γεύεσαι τις εύθραστες χαρές.
Τα κλαδιά θα γυμνωθούν σαν έρθουν τα μεγάλα κρύα.
Το λουλούδι μαραμένο, ήλιος πουθενά – κι η ζωή ανάμνηση.
Με καθυστέρηση γράφω αλλά σήμερα είδα τη συνέχεια.
Περιοδικά και ποίηση, είναι μια συζήτηση που δε γίνεται μόνο σήμερα, ούτε μόνο εδώ. Κάποτε στη δεκαετία του 1880 γράφει ο Αμπροουζ Μπηρς στο «Αλφαβητάρι του διαβόλου»:
Ποίηση: Μορφή έκφρασης που χρησιμοποιούν στη Χώρα που εκτείνεται πέρα από τα Περιοδικά