`

Από τη συλλογή «Ζωολογικός κήπος», Αθήνα, Στιγμή 1989

`

ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ

Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.

Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.

Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.

Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.

`

*

ΤΟ ΚΙΒΟΥΡΙ

Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι. Ήπια ένα ζεστό. Κοίταξα το
ρολόι. Άρπαξα το παλτό. Έβαλα το καπέλο μου. Βγήκα
έξω. Πρόλαβα το κιβούρι. Ανέβηκα πάνω. Έκανα τσιγάρο.
Κάποιος έσκουξε. Χάθηκε το φεγγάρι. Τότε πρόσεξα το
κιβούρι ν’ αλλάζει μέσα στον ζωολογικό κήπο.

`

*

BLOW OUT

Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν
στον ουρανό.

Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν
τους ζηλωτές.

Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες
στο μπλε του κοβαλτίου.

`

*

ΨΑΛΜΟΣ ΧΙΙΙ

Σκάβανε
Άγιες μέρες άγιες νύχτες

Έσκαβε ο σαράφης, ο αυλικός
ο θηριοδαμαστής

ανέβαινε η τέφρα

σκάβανε τα μάτια
με σάρκα και οστά

οι σκύλοι των τυμβωρύχων

εν τη απουσία Σου.

`

*

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ

χορεύεις τέσσερα επεισόδια
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.

Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών
μικρή αλεπού Σαλώμη

ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.

`

`

************************************************

290060-big

`

Από το βιβλίο, «Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε», Αθήνα, Στιγμή, 1995

`

ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ

Άγγελοι δίχως χέρια
χαρτοπαίζουν

βαλές κουρέλι
ντάμα φλόγα
ρήγας φεγγαράκι

κρύα νύχτα

και το χρυσάφι
κάρβουνο

ποντάρει στον χαμένο.

`

*

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
στη Χριστίνα
Στο μονοπάτι μια ιτιά
κάτω από την ιτιά μια χαραμάδα
στη χαραμάδα μια αράχνη
μες στην αράχνη ο θάνατος του βασιλέως

φωνή παιδιού

έρχεται ο βασιλιάς
στην τρυφερή άνοιξη
άγριο παγώνι

φωνή υπηρέτη

ήρθε ο βασιλιά
πουλί στη μια ζωή
τίγρης στην επομένη

φωνή του ανέμου

έφυγε ο βασιλιάς
χολή και όξος

καταραμένα μοιρολόγια

έξω σκυλί έξω ληστή
έξω και άρχοντά μου.

`

*

Ο ΙΛΙΓΓΟΣ

Εκεί που η αγάπη φτάνει
με τον λαιμό σφαγμένο
τρέχοντας ματώνοντας τις ερωμένες
τα μάτια χάνεις
η φωνή σου σβήνει
στην κορυφή της σκάλας πέφτεις
μένει το σώμα σου μονάχο

Λαύρα Βαϊτσα, Αγγέλα
αγαπημένες μαρμαρωμένες
άδικα υπάκουσα την ασημένια τρέλα

κι ο έρωτας αρρώστησε
ο ουρανός σκοτείνιασε
η αγάπη έδωσε τόσα φιλιά
όσα μαχαίρια.

`

*

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Μικροί κατάμαυροι σταυροί
να κάρφωνε ο καθένας
τον ληστή του

εκεί που η ρομφαία
μετράει τα τομάρια

στο βάραθρο
με τα λευκάνθεμα

χτυπάει το ταμπούρλο
τα κουδουνάκια του θανάτου

τρία χρυσά για την ψυχή
ένα για κάθε μισθωτή
και σταυρωμένο

τότε που είχαμε σώμα και αίμα
βρώμικο κρέας
κόκκινα κρίνα λυτρωμένα
άγρια μάτια πληγωμένα

σημαιοφόροι με κομμένα χέρια.

`

*

ΟΙ ΕΞΑΓΟΡΑΣΜΕΝΟΙ

Τελευταία παρτίδα
εννιά λεπροί

μαύρο αγκίστρι
του ψαρά το δίχτυ

αγάπησε ο πορφυρός
φονιάς

χαμένη στάχτη
εννιά διωγμοί

αίμα στολίδι
του προδότη.

`

*

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Συναντώ μια άγια γυναίκα
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.

Ποιος είναι ο στασιαστής
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;

Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα
θλίβομαι τους θερισμένους.

`

`

*********************************************

2023320-big

`

Από το βιβλίο « Πεδίον ρίψεων», Αθήνα, Στιγμή, 2001

`

*

ΘΑΥΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Τρελή νύχτα στον ρημαγμένο κήπο
νύχτα γερασμένη με την ουρά
στο στόμα πληγωμένη
με το χρυσό εξάγωνο
τον σκοτεινό σταυρό

Οι ζωντανοί ρίχνουν από το βάθρο
το ματωμένο σώμα σου
Άρχοντες μετρονόμοι αυτόχειρες του ανέμου
διώχνουν τον φύλακα από τον τύμβο
κρύβουν τον ίσκιο στο πύρινο λουλούδι

Οι πονεμένοι του ήλιου
του φεγγαριού τ΄ αγρίμια
έμποροι και ήρωες ζητιανεύουν
στο έρημο περιβόλι
παραμύθια

*

ΟΙ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ
Στον Έ. Χ. Γονατά
Το ρολόι χτύπησε δώδεκα και μισή.
Γδύθηκαν. Έσβησαν το φως.
«Είμαι κουρασμένος», είπε.
«Όλοι είμαστε κουρασμένοι», απάντησε εκείνη.
Πλάγιασαν στο κρεβάτι.

Την άκουσε που σηκώθηκε.
Βηματίζει στον προθάλαμο.
Επιστρέφει κρατώντας τον χάρτινο ανεμόμυλο.
«Καληνύχτα, Φιλονεικία», ψιθύρισε.

`

*

ΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ

Η εξομολόγηση ήταν το μέγα μαρτύριο.
Κόβει τον ομφάλιο λώρο με τους ζωντανούς.
Τα μάτια άσπρα λάμπουνε γύρω.
Τα φάσματα από το βάθος του φρέατος
αφουγκράζονται τη φωνή το βασιλιά Αϊδωνέα:

-Είναι κανείς εδώ ευχαριστημένος;
Κανένας δεν μίλησε.
-Είναι κάποιος που ήρθε με τη θέλησή του;
Σιωπή.
-Είναι κανείς που ήρθε χωρίς τη θέλησή του;
Πάλι σιωπή.
-Είναι κάποιος εδώ που δέχεται για δικό του
το όνομα Νέκυς;
Καμιά απάντηση.

`

*

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ
Στον Γιώργο Γώτη

Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.

Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.

`

*

Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται
στις χορταριασμένες Μυκήνες.
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.
Δεν έφυγαν. Τράβηξε
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».

Στο βουβό παλάτι οι πέτρες
τον κατάπιαν ζωντανό.`

`

`

***********************************************

`

Aπό το βιβλίο, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες»,  Αθήνα, Στιγμή, 2007

`

ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ

– Περιμένετε καιρό;
– Χρόνια!
– Βάζω στοίχημα ότι σας λένε Ζωή.
– Χάσατε. Το όνομά μου είναι Φυλακή.
– Και τι σπουδάζετε;
– Συγχώρεση!

Μουσική και μουσικός αγκαλιάζονται.
Της ζητάει να τον σπλαχνιστεί.

`

*

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πήρα το ψαλίδι. Έκοψα τον λαιμό του πουλιού.
Άνοιξε το ράμφος. Προσπαθεί να ξεφύγει.
Το κρατώ σφιχτά. Εξέπνευσε.

Σκουπίζω το ψαλίδι. Πλένω τα χέρια.
Μετέφερα την καρδερίνα στον κήπο.
Την παραχώνω κάτω απ’ τη μηλιά.
Δεν θα τη βρουν ποτέ!

Κάθε μέρα τρώω από το δέντρο
καρπό τρυφερό απαγορευμένο.

`

*

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φριδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

`

*

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

Ο ελεγκτής τον επισκεπτόταν. Τον βασάνιζε.
Βρίσκει τον tsadik.
«Δάσκαλε, ο ελεγκτής
δηλητηριάζει τη ζωή μου.
Παρακάλεσε για μένα τον Θεό».

«Ύπαγε εν ειρήνη», απάντησε ο tsadik.
«Ό,τι πληρώνεται με τη ζωή ποτέ
δεν είναι ακριβό. Ο βασανιστής
θα ησυχάσει».

Στο κατώφλι του ναού βρήκε
τον ελεγκτή του σταυρωμένο.

`

*

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.

-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

`

*

ΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ

«Σώπασε θεατρίνε», είπε ο Ραββίνος,
«θα σε βοηθήσω όπως
το θυμιατό βοηθάει τον πεθαμένο».

Στη συναγωγή βρίσκει τον διάβολο.
Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο.

«Κουράστηκα, Ραββί, πάει καιρός
που δεν ζητάω τίποτε από τον ουρανό.
Κι όμως τα χέρια μου μένουν ακόμα
υψωμένα».

`*

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ
(το παν και το τίποτα)

Καθίσαμε σε περίοπτες θέσεις στη λέσχη
«Η αναζήτηση». Ο πρεσβύτερος τοποθέτησε
σε παράταξη τα πούλια.
Ο εμψυχωτής τα μοίρασε στους παίκτες.
Ένας συνδαιτυμόνας μετράει…

Κοντά στους θαμώνες που ρίχνουν τα ζάρια
κάθεται η Επιθυμία.

Την ρωτώ τι θα μπορούσε να κερδίσει κανείς
στο παιχνίδι. Απάντησε:
«Τίποτα».
Κι όταν την ρώτησα αν θα μπορούσε
να χάσει κάτι, αποκρίθηκε:
«Το Παν».

`

*

ΕΞΙΛΕΩΣΗ
(παρωδία)

Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό.
Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα.
Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του.
Ερωτεύεται το αυγό.
Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει.
Μένει απαράλλαχτο.
Δεν έχει μέλη για να κινηθεί.
Ούτε φωνή για να κλάψει.

Η γυναίκα απʼ τη στενοχώρια της καίγεται
στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει.

Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω
από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο.
Άδειο!

`

`

********************************************

`

Από το βιβλίο  «41ος Παράλληλος», Αθήνα, Στιγμή, 2012

`

*

ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΤΕΡΑΤΑ

-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,
με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.

Το τραπέζι προχωρά,
στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,
γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,
καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,
ο πολυέλαιος κατεβαίνει απʼ το ταβάνι
με την ψυχή ανάποδα.

Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα
ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:
«Το όνομά μου Λεγεών…
Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»

`

*

Ο ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΟ ΚΗΠΟ

Χρόνια σακάτικα εμφανίστηκε
στον παραδεισένιο κόσμο
ο Κάσπαρ Χάουζερ, έκθετος και τρελός.

Η γη χωρίς Εδέμ
μόνο καμιά σιδερένια καμηλοπάρδαλη,
σαύρες καρδινάλιοι, δηλητηριαστές φυτών
ανεμώνες σπασμένες κι ο πύρινος
ουρανός άγιος κηπουρός.

Εις τον ύπνο του σκαλίζει, παλεύει, τραυλίζει:
Μικρέ μου, Κάσπαρ Χάουζερ, μπαξές
χωρίς λουλούδια δεν γίνεται,
πάρε το καλαθάκι σου και περιπάτει!

`

*

Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό
ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,
διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:

Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν
βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους
όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.

Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,
φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,
ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.

Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,
λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…

`

*

ΤΑ ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους,
τρώνε τις πόρτες του σπιτιού,
τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα,
πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.

Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,
έμειναν τʼ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες
γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες,
κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.

Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια
εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα
καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:

-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!

`

*

ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ Α.Ε.
(Κωμειδύλλιο)

Στους δρόμους της πόλης εμφανίστηκε
ωραία, τολμηρή, ουράνια,
λεπτή μια ρέγκα Πολωνέζικη.
Πούλησε το βαρέλι της αγόρασε στολή
κάθεται στο καφενείο Άστυ,
στην μπυραρία των καταθλιπτικών πίνει αντισηπτικό.

Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης.
Οι νεόνυμφοι είχαν χάσει έναν γάμο,
ο βαπτισμένος την κηδεία,
ο τελώνης μετράει τα χρυσά του
κι οι καλεσμένοι -δούκες, βασιλιάδες,
παλλακίδες- εμπορεύονται
δαντέλες, δαχτυλίδια, βελούδα …

Η μαρκησία-Αυτόματο ουρλιάζει:
-Τράβηξε Δήμιε, την αγχόνη-αλεξικέραυνο!

Στο Πάνθεον των ηρώων, η ρέγκα-κυβερνήτης
με γαλόνια σέρνει την Δόξα απʼ το λουρί.

`

*

Η ΠΑΡΤΙΔΑ

Ο κρουπιέρης έβγαλε τα χαρτιά. Η ντάμα
εμφανίστηκε στα αριστερά, ο άσσος στα δεξιά.
«Ο άσσος μου κερδίζει!», είπε ο παίχτης.
«Η ντάμα σας έχασε», απάντησε ο κρουπιέρης.

Κόβει, μοιράζει χαρτιά σημαδεμένα: Τρία,
άσσος, επτά. Νούμερα σατανικά, αλλόκοτα
τον βασανίζουν στον ύπνο του. Το 1
μέρα χωρίς ψωμί, μάτι αινιγματικό το δύο,

κομμένη τρίχα σε κουρείο το 3, τρίγωνη
φυλακή το τέσσερα, το 5 σφίγγα, έμπορος το έξι
άδειο βαρέλι, κρεμάλα το 7, το οκτώ αλυσίδα,
μηδέν με ουρά το εννιά.

Στο φρενοκομείο Ομπούκωφ, αριθμός 17,
κοιμήθηκα και ονειρεύτηκα την Ντάμα Πίκα.

`

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι αστοί -πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν-
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

`

*

CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»

Άκουσε τους μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,
μην κινήσετε μονάχος σε πόλεμο εναντίων λεγεώνων,
μην παλεύετε με ανεμόπτερα…».

Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν…
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».

Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».

Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τʼ όνομά Της…»
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.

Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν…
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:
«Ελπίζετε οι δυστυχείς-Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».

`

`

`* Συνέντευξη του Γιώργου Κοζία στον Σπύρο Αραβανή και το Ποιείν, εδώ: http://www.poiein.gr/archives/23364/index.html