`

Από το βιβλίο του Η στάχτη και η φωτιά, Mondadori, 1997

Το τηλέφωνο, η θάλασσα

Έπειτα έφτασε εκείνη η φωνή από το τηλέφωνο,
απόμακρη, κυμαινόμενη σε ανεμοδαρμένες ακτές,
κι άκουσα τη δική μου φωνή να αντιλαλεί
μες στη δική της, να της ανήκει
σαν τις συλλαβές που επιστρέφουν την πνοή τους στη θάλασσα.
Έπειτα εκείνη άλλαξε βλέμμα κι έγινε σκότος,
το βραδινό αεράκι έβαψε γαλάζιους τους δρόμους,
σκορπισμένο από τζάμι σε τζάμι έδωσε βάρος στους διαβάτες,
στο σκοτάδι της γης η σκιά των ματιών της
εξαπλώθηκε σαν τα μεγάλα κύματα
που σβήνουν μακριά τον αφρό τους,
και σκεπάζουν τρυφερά την πληγωμένη θάλασσα.
«Πού είσαι, τι πράγματα σε περιστοιχίζουν
μεταξύ κεφαλής κι ωμοπλάτης καθώς ομιλείς,
τι κοιτάζουν τα μάτια σου, τώρα;»
Κι εγώ αισθάνθηκα να χάνω τις δυνάμεις μου
σʼ αυτή την ερώτηση, καθώς με κοιτούσε καθαρή φωνή,
κι απορροφημένος στα απόντα μάτια εκείνο τον τόπο
που ερήμωσε ξαφνικά, μετανάστευσαν οι σκιές
ανάμεσα σε πάγκους και πυλώνες
η έκταση του θαλάμου έγινε πρασινωπή
και βρέθηκα αμέσως στην αγαπημένη θάλασσα
χλιαρή κοντά στα βράχια της ακτής,
και ήδη κάποιος παρατηρούσε τα μακρινά νερά,
τη ρότα, τα βιβλία μου, τα πεθαμένα μου,
τους ήρωες και τους δασκάλους, το δούναι και λαβείν…
εδώ ήμουν και στέκομαι, αυτή είναι η σκηνή,
από την άλλη πλευρά του σύρματος δίπλα στην άλλη φωνή,
όπου οι συλλαβές γαλήνευσαν μέσα στη θάλασσα,
ζωή μετά ή υπό την ζωή
ή μόνον ζωή μες στη δική της ζωή,
φωνή, πρόσωπο, μορφή.

`

*

Οι φωνές που μιλάνε στις μία το βράδυ

Οι φωνές που μιλάνε στις μία το βράδυ
στον αυτόματο τηλεφωνητή,
εκείνη η ολίγον αλκοολική του φίλου που καλεί από ένα πάρτι,
εκείνη των πολλών που δεν γνωρίζεις,
μετά της μαμάς, από μια μακρινή πόλη σε οροπέδιο,
ενώ εσύ είσαι αλλού και αντιλαμβάνεσαι τη νύχτα
και τη ζύμωση των φωνών που ξανάκουσες
με εκείνες που σου μίλησαν την ημέρα,
στο τηλέφωνο ή μόνο στο έσω ους, οι χαμένες,
τα πεθαμένα σου, ή οι ζωντανές φωνές που σε ξύπνησαν
από τον ύπνο των χαμηλών βαρομετρικών, τη χαμοζωή,
όποιος σε κάλεσε απʼ τη σκιά και σε ανύψωσε
στο φως και την αναπνοή, όλοι παρόντες και φωνητικοί
στην ανάμνηση ενός πλήκτρου
που μόλις έσβησε.
Όχι μόνο η φωνή τους, η φωνή που εντυπώθηκε,
οι άλλες, εκείνες που σε καθιστούν ημερήσιο και αέναο
καθώς ξιφασκούν τα αυτοκίνητα με τη σιωπή,
και οι προβολείς τους προφυλάγουν το σκοτάδι,
το ράδιο, το όχημα, την άλλη φωνή.

`

*

Επιστροφή στον Πλανήτη

Κατέβηκα κι εγώ και τον θυμάμαι,
τον Πλανήτη: το ένα μετά το άλλο έσβηναν τα φώτα,
κι ο ύπνος εγείρονταν απʼ τα παράθυρα, σαν παλίρροια,
ένα φως που έσβηνε και το ραδιόφωνο αναμμένο,
σκοτάδι και φωνή.
Κάποιος κατάκοπος αποκοιμιότανε σαν βόδι
μες στη νταλίκα του σαν γίγαντας συμφιλιωμένος,
τεράστιος και μουγκός στον πάρκιν της Εθνικής,
είδα τους άυπνους, την πείνα, τον φόβο,
την απελπισία κάποιου που έψαχνε τη δόση του,
είδα τη νύχτα να κατεβαίνει πάνω σε άλλους,
στην καρδιά τους, κορμιά που γαλήνευαν μουσκεμένα,
αγκαλιασμένα, εξακολουθώντας νʼ αναπνέουν
μέχρι το οριστικό τέλος των λέξεων, (μέχρι εκεί που πεθαίνουν οι λέξεις)
τους είδα αποκοιμισμένους, τους πολλούς και τον έναν,
την αγάπη των σωμάτων που αναγεννιέται στον ύπνο.
Κι εγώ που πίστευα πως ήμουν φως, ήμουν σκότος,
γιατί σκοτεινή ήταν η νύχτα για τους θνητούς
και τα κλάματα που έχυνα σαν να είχα μάτια, πάνω τους.
Κοίταξα, είδα, πίστεψέ με Θεέ μου,
δεν ήταν κατώτερη
η αγάπη σώμα με σώμα, πρόσωπο με πρόσωπο,
όταν έκλεισα τα πατζούρια αναζητώντας μιαν ησυχία
περισσότερο απελπισμένη από όλες μου τις πτήσεις.
Αυτό μπορώ να καταθέσω, αυτά είδα,
σʼ εκείνον τον Πλανήτη, πιο μικρός από ψηλά
κι απʼ το μικρό μου δάκτυλο, κι όπου υπέφερα
τις θάλασσες και τα νερά, το δελφίνι, τον βουτηχτή,
που γνώρισε τη γυναίκα και μέσα της τον πόνο,
και δρόμους που μιμούνταν το φως των ουρανίων οδών,
την άσφαλτο, τα αυτοκίνητα,
όταν ένας επιταχύνει κι ο άλλος τον εμπιστεύεται,
κι όλοι ονειρεύονται ένα ταξίδι δίχως τέλος,
είδα τους προβολείς να σβήνουν νύχτα και φωνές να βουίζουν
και μόνον ένα με το στερεοφωνικό στη σιωπή
(έμοιαζε της φωνής μου)
δύο άλλους να αναρωτιούνται έως πότε,
έως πότε θα μʼ αγαπάς, ως πότε;
Τους χάιδεψα, ακούμπησα
το φτερό μου στις πλάτες τους, άγγιξα τα χέρια τους,
τα χέρια που ήταν περιπλεγμένα στο πολλαπλό και τη μονάδα,
μες απʼ τον καπνό του τσιγάρου που είχε μόλις ανάψει εκείνη
είδα στα μάτια της τον ουρανό και τα άστρα,
την αέναη περιστροφή γύρω από το ένα και μοναδικό φως.
Απομακρύνθηκα μετά, αφήνοντας τους μόνους,
στο στερέωμα, στο όχημα, στον ένα
που μόλις ανακάλυψαν στην κοιλάδα των δακρύων και
στην αγάπη,
και τους αναπολώ,
κι η ανάμνησή τους καλύπτει τη διαύγεια των ουρανών.
Αυτό σου ζητάω, το τέλος, τον χρόνο,
που πληρώνει την αγάπη και τον χωρισμό,
αν ήταν ο χρόνος που τα γέννησε και τα ανέθρεψε
πάνω από μένα, Θεέ μου, πέρα από την πτώση μου.

`

*

Λόγια του Πλίνιου από τον κρατήρα εν εκρήξει

Ήμουν στο Μιζένο, και διηύθυνα το στόλο.
Την ένατη μέρα πριν τις καλένδες του Σεπτέμβρη
την έβδομη ώρα, ήρθε και με βρήκε η αδελφή μου
ταραγμένη από την ασυνήθιστη μορφή ενός σύννεφου.
Είχα τελειώσει την ηλιοθεραπεία μου,
είχα κολυμπήσει, είχα τελειώσει το γεύμα μου,
τα είχα πιει, και διάβαζα. Ζήτησα να μου φέρουν
τα σανδάλια μου, και βγήκα να δω το φαινόμενο.
Ένα σύννεφο με μορφή πεύκου απλώνονταν ήδη
από την κορυφή ενός βουνού, και δεν είχα καμία
αμφιβολία πως το βουνό ήταν ο Βεζούβιος.
Κατά ένα μέρος λευκό, κατά τα άλλα πολύχρωμο
και βρώμικο ανέβαινε στον ουρανό σαν κορμός
πανύψηλος, που το σήκωσε λες κάποιο ρεύμα
και το παράτησε στη μοίρα του, υπέφερε στα κενά
του αέρος, διακλαδιζόμενο στα ψηλά μες στο γαλάζιο,
όπου κουβαλούσε μαζί του στάχτη και σκόνη.
Έφυγα, όπως ήδη γνωρίζετε, για να βοηθήσω
φίλους και συγγενείς κοντά στο φαινόμενο.
Τους έσωσα, ανεβάζοντάς τους σʼ ένα καράβι
του στόλου που αναχώρησε αμέσως, πριν πέσει
το βράδυ, αλλά εγώ ήθελα να παραμείνω
και νʼ απολαύσω τη νυχτιά γοητευμένος
από τα σημάδια που έφερναν ο ουρανός κι η θάλασσα.
Κολύμπησα σε μια πισίνα που καθρέφτιζε
το ηλιοβασίλεμα, δείπνησα με ψάρι και κρασί
από το Κάπρι. Οι στάχτες συνέχιζαν να πέφτουν
πάνω στις βάρκες που λικνίζονταν,
ελαφρόπετρες και μαύρα φλιτζανάκια της φωτιάς.
Πηχτή καταχνιά σκέπαζε τις πλάτες μας,
και ρίχνονταν ξοπίσω απʼ τα καράβια.
Κατέβηκε η νύχτα, όπως όταν βρίσκεσαι
σε υπόγεια ταβέρνα και δεν ανάβουνε τους λύχνους.
Απʼ τον Βεζούβιο ξεπηδούσαν πύρινες γλώσσες,
πιο ζωντανές μες το τρισκόταδο. Δεν έκλεισα μάτι.
Ξαγρύπνησα απολαμβάνοντας το θέαμα.
Αισθάνθηκα την αυγή να αγκομαχάει με το έρεβος,
σύντομες αναλαμπές μόνο όταν παντού ήταν μέρα,
κι εδώ βασίλευε μια νύχτα σκοτεινή και πυρέσσουσα,
που την διέκοπταν φωτιές κι απαστράπτοντα φώτα.
Άκουσα οιμωγές γυναικών, κραυγές
μικρών παιδιών, αχό ενήλικων ανδρών:
άλλοι φώναζαν το όνομα των γονιών τους,
άλλοι τα παιδιά τους κι άλλοι τις συζύγους τους.
Φάνηκε ένα αμφίβολο φέγγος
που δεν έμοιαζε με το φως της ημέρας,
ίδιο με τη φωτιά όταν μας πλησιάζει.
Κοντοστάθηκε στο τοίχωμα του σκοταδιού,
σκόνη και πάλι έπεφτε, σκόνη με τη χούφτα.
Μετά η αντάρα υποχώρησε σιγά-σιγά
εξελισσόμενη σε σύγνεφο καπνού κι ομίχλης:
κι έγινε μέρα, ο ήλιος φάνηκε, χλωμός
με την ώχρα που έχει στην έκλειψη.
Στα ξαναμμένα μάτια μου το τοπίο φαίνονταν
μεταλλαγμένο, σκεπασμένο από ένα στρώμα στάχτης,
σαν χιόνι που έπεσε λες, απʼ το βασίλειο της αφθαρσίας.
Η ακρογιαλιά είχε μακρύνει και θαλάσσια ζωάκια
κείτονταν στην αμμουδιά που μόλις αποκαλύφθηκε.
Από το βουνό ένα μαύρο σύννεφο, απαίσιο,
σκισμένο από πύρινες γλώσσες κάθε τόσο,
ξεσκέπαζε λάμψεις εκτεταμένης πυρκαγιάς,
σαν αστροπελέκια, αλλά πολύ πιο έντονα.
Ανέβηκα στο στόμιο του πυρακτωμένου ποταμού
απʼ όπου ξεχύνονταν η λάβα και ο θάνατος.
Ξέρω τι θα πείτε για μένα, την αγάπη
της επιστήμης και τον καταναγκασμό της μαρτυρίας,
την εισβολή του αόρατου στο θεατό:
αλήθεια είναι όλα, αλλά δεν είναι το όλον.
Είναι κι άλλα πολλά, το μυστικό μου,
η ύστερη εμπειρία μου:
ότι εκείνη η πύρινη και ιριδίζουσα λάβα
που με έκλεβε από τη ζωή και τον χρόνο
εγώ την αναγνώρισα: έκαιγε μέσα μου ανέκαθεν
κι αναζητούσα την εξωτερική της μορφή, το πειστήριο,
και δεν μʼ έκλεψε αυτή η φωτιά,
απλά με επανέφερε στον εαυτό μου,
καθώς γύρισα να κοιτάξω για τελευταία φορά
τους φούρνους, το παλάτι, το ναό, το σφαγείο,
την πισίνα, το αμπέλι, το σοκάκι του πορνείου,
την καρδιά της πόλης και της επίγειας ζωής μου
κλεισμένης στο περιστύλιο της αγοράς
που τώρα εξαφανίζονταν από τις κόρες των ματιών μου
αλληθωρίζοντας στους ατμούς μιας αφόρητης ζέστης,
τα σύνορα της πόλης και ο κύκλος των οφθαλμών μου.
Κι αναπόλησα με εκείνους της ψυχής
το θάλαμο με τα κόκκινα χρώματα που ʽχουν τα μαλάκια,
οι αστακοί και τα ζωγραφισμένα ψάρια,
η μπανιέρα, οι σμύρνες, το εγκλωβισμένο νερό μέσα
στα μάρμαρα, και τη ζωή μου κι εκείνη, στο σκοτάδι,
καθώς έκοβε το ψωμί μετά από το δείπνο
κι έπαιζε με τις ψίχες και μου χαμογελούσε,
εκείνη στην οποία δεν έμαθα ποτέ νʼ ανταποδίδω
ούτε με τις λέξεις, ούτε με το κορμί μου
την φωτιά, το σουβλερό κόρωμα, την πληρότητα
που εκείνη μου σερβίριζε χωρίς να το υποψιάζεται.
Αυτό βρήκα, αυτή τη φωτιά που άναψε γυναίκα
και κάνει να σκοτεινιάζει ακόμη και τη λευκότητα
των πιο μαγικών ονείρων, που λυγίζει και κάνει κουτσούς
τους στίχους του Βιργιλίου: η λέξη διασώζει τη ζωή
η γυναίκα όμως την ανάβει, ανάμεσά τους τρέχει
ο βίος σου και μόνο στη φωτιά γίνεται πέτρα.
Δύσκολο να επιζήσεις, ακόμη πιο σπάνιο να υπάρξεις
να μεταφέρεις ζωντανή μες στη διάρκεια εκείνη τη φλόγα,
και μόνο μέσα σʼ εκείνο το λαμπάδιασμα
στάθηκα κι εγώ στο ύψος της. Έπειτα ο γεμάτος στάχτη αέρας
μου έπνιξε την αναπνοή, αισθάνθηκα να βουλώνει η τραχεία,
όπως ήδη μου είχε συμβεί κάποια φορά μπροστά της,
όταν δεν άντεξε η ψυχούλα μου και θέλησε
να της ξεφύγει μέσα στους πόρους του εδάφους
να πάει να κρυφθεί. Το γνώριζα κι αυτό,
αυτόν τον θάνατο τον είχα ήδη υποστεί,
τη διακοπή της αναπνοής και το διαζύγιο της ψυχής,
για χάρη της, που την εκμηδένιζε χωρίς να το ξέρει.
Εκεί κοντοστάθηκα και γύρισα να ξαναδώ
τα λουτρά, το ναό της Αφροδίτης, τους κήπους,
εκεί χάθηκαν η αγορά κι οι οφθαλμοί μου
και οι μορφές έλιωσαν μες στο λαμπάδιασμα
σαν τη ζωή που έφευγε μες στη θολούρα,
ανακατεμένη με ομίχλη κι ασώματο σκοτάδι.
Πέστε σε Ρωμαίους και Χριστιανούς που θα έρθουν
ό,τι αυτό ανακάλυψε ο Πλίνιος μες στη φωτιά του κρατήρα,
την απόλυτη ευφυΐα μιας γυναίκας,
και σʼ εκείνη το δικό του μυστικό,
και πως μόνο σʼ εκείνη την έξαψη στάθηκα ισάξια στο πλευρό της.
Ο Πλίνιος τσουρουφλίστηκε για μια γυναίκα,
κι έγινε πέτρα μέσα της για να τη μνημονεύει πάντα.

`

*****

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Ρομπέρτο Μουσσάπι γεννήθηκε στο Κουνέο, κοντά στο Τορίνο, το 1952 και ζει στο Μιλάνο. Ποιητής και συγγραφέας, μεταξύ των ποιητικών του βιβλίων δημοσίευσε τα: Luce frontale [Μετωπικό φως] (Jaca Book, 1998), Racconto di Natale [Χριστουγεννιάτικο Διήγημα] (Guanda, 1995), La polvere e il fuoco [Η στάχτη και η φωτιά] (Mondadori, 1997), Antartide [ Ανταρκτική] (Guanda, 2000), Lo stregone del fuoco e della neve [ Ο Μάγος της φωτιάς και του χιονιού] (Salani, 2001). Είναι συγγραφέας δραματικών θεατρικών έργων, σε πεζό και ποίηση. Τα περισσότερα έχουν παρουσιαστεί στις ιταλικές θεατρικές σκηνές. Μετέφρασε, μεταξύ άλλων: Byron, Shelley, Keats, Melville, Stevenson, Heaney, Bonnefoy, Ovidio και έχει μια πλούσια δοκιμιακή δραστηριότητα.