Η Ουλή
Σε κάθε άνθρωπο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
σε κάθε φίλο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
για να μπορεί να μας καταλαβαίνει,
μα η γλώσσα η προσωπική είναι τόσο πιστή στον εαυτό της,
τόσο ανεπικοινωνιακή
που οι λέξεις είναι σαν τα φέρετρα
και μονάχα μεταφέρουν από άνθρωπο σ’ άνθρωπο
την σκαλωσιά τους που ξεψυχάει
το απόθεμά τους σιωπής
και το ρόγχο τους,
όπως εκείνο το πρωί όπου
με το που κάθισα στο λεωφορείο
είδα στο πλάι μου ένα αρχαίο ρωμαϊκό νόμισμα
ένα μετάλλιο
ή μια ταφόπλακα
που μιλούσε μασώντας τις λέξεις:
ήταν μια αγρότισσα ήδη απορροφημένη
από την κακοκαιρία της νύχτας στα ψαχτά
και της ζωής στα τυφλά,
που με κοιτούσε με λιγάκι πένθος στα μάτια
σαν να ήθελε να με ντύσει καλύτερα
κι εγώ δεν ήξερα να της αποκριθώ,
κι εγώ σώπαινα δίπλα της
γιατί η προσωπική μου γλώσσα είναι τεχνητή,
λογοτεχνίζουσα κι εμφατική,
κι όπως δεν μου χρειάζεται για να μιλάω μ’ έναν εργάτη ή ένα παιδί,
κι όπως δεν μπορεί να μου δώσει άφεση
φορές πρέπει να την κρύβω όπως κρύβεται το χρήμα στο πορτοφόλι,
φορές πρέπει να σωπαίνω
όπως έκανα τότε,
νιώθοντας ξαφνικά
την έλλειψη επικοινωνίας
ίδια με το φτερούγισμα μιας νυχτερίδας
με το χτύπημά της από κουρέλι
και την αηδία της απλωμένη πάνω στο πρόσωπο
όπου το χείλος που σωπαίνει μετατρέπεται σιγά σιγά σε ουλή.
Είναι ένας πόνος που μας ενώνει στις λέξεις
*
Στο γλύπτη Κάρλος Φερρέιρα
Αν εσύ ήξερες πως το χτες είναι γέρικο όσο η Αμερική,
πως το χτες είναι τόσο μικρό που πια δεν έχει έναν ήλιο κάθε απόγευμα,
πως το χτες δεν είναι δέντρο, αλλά καλύτερα σαν ένα ξενοδοχείο,
και πως οι ώρες του δεν ενώνονται, δεν γίνεται να ενωθούν,
για να μπορέσουμε να τις βιώσουμε οικονομικά
ρουφώντας ήλιο στον πευκώνα του Αυγούστου.
αν εσύ ήξερες πως το χτες, ίσως, είναι ακριβό,
και πως έχουνε βγάλει στη δημοπρασία
τα λουτρά του από αλάτι για τα κύματα,
τα λυκόφωτά του τα εσπερινά
και την αναισθησία του του άστεως,
ή αν θέλεις
τη μουχλιασμένη και κλειστή του ασφάλεια πολιτικής επιφυλλίδας.
και, τέλος αν εσύ ήξερες πως ένα ποίημα
δεν μπορεί πια να ξαναγίνει σαν βιτρίνα του χρυσοχοείου.
αν εσύ ήξερες πως τώρα είναι ανάγκη πια να γράφουμε
από το έδαφος της λέξης της ίδιας,
από το έδαφος της ψυχής μας της ίδιας,
γιατί τίποτα δεν είναι ζωντανό, εκτός αυτή,
γιατί τίποτα στον κόσμο δεν έχει πια δύναμη να πει ναι,
γιατί κανείς δεν γίνεται να μας θυμηθεί,
κανείς δεν γίνεται να μας δωρίσει ένα κουστούμι,
κανείς δεν γίνεται να ξέρει πως έχουμε ένα όνομα,
εκτός απ’ το Θεό.
*
Η Δίψα είναι στα Μάτια
Στον Αλφόνσο Μορένο
Του ενώνονταν οι λέξεις στο στόμα οι μεν με τις δε σκεπτικές,
του ενώνονταν οι λέξεις τόσο που δεν μπορούσε να τις πει.
Οι πρώτες αληθινές του λέξεις υπήρξαν ένας γιος και μια κόρη,
έπειτα έφτασαν άλλες σαν εκείνες στοιχειώδεις κι απλές,
τόσο καθάριες που σε κάποιες έχεις πλύνει τα αμαρτωλά χέρια
που δεν έχουν αμαρτήσει ακόμα.
*
Εσύ θα τους ονομάσεις
Έχουν όνομα, Κύριε, είναι όσοι πονάνε,
Οι πλησίον σκιές ,
Οι σκιές που απομένουνε στα σώματα
την ώρα που η ζωή τους σπάει γράμμα γράμμα
για να κερδίσουν το ψωμί. Μόνο σε σένα ελπίζουν.
Είναι οι νεκροί που γεννιούνται
απʼ το χειμώνα του κόσμου, είναι οι νεκροί
που είναι εν ζωή και καίνε
με λαδάκι του Θεού οι γινάμενοι
ζητιάνοι, με το αίμα
που ανεβαίνει από τα σώματά τους όπως ανεβαίνει
η υγρασία στης φυλακής τους τοίχους
Έχουν όνομα , Κύριε, είναι αυτοί που θέλουν
να ονειρευτούν τη νύχτα και η πείνα τους ξυπνάει,
αυτοί που υποφέρουν τόσο που δεν μπορείς
να τους κοιτάξεις δίχως να τους κάψεις.
Εσύ, ναι, θα τους ονομάσεις. Είναι αυτοί που υποφέρουν
οι αυτοκίνητοι ναυαγοί που ξέρουν
πως ο βράχος θα φάει μέρα τη μέρα
το σώμα και τον πόνο τους,
το εύκολο χιόνι
των νεκρών που ζουν γιατί ποτέ
δεν σταματούν να πέφτουν. Ονόμασέ τους πάλι!
κανείς δεν ξέρει τʼ όνομά τους μεταξύ μας
είναι οι νεκροί που γεννιούνται,
είναι οι νεκροί που αρρωσταίνουν απ΄ τους ζώντες,
νεκροί φυσιολογικοί.
*
Αυτοβιογραφία
Σαν ναυαγός μεθοδικός που θα μετρούσε τα κύματα που του
αρκούν για να πεθάνει
και θα τα μετρούσε, και θα τα ξαναμετρούσε, για να μη λαθέψει
ως το τελευταίο,
ως εκείνο που έχει το ανάστημα ενός παιδιού και του σκεπάζει το κεφάλι,
έτσι έζησα κι εγώ με μια ράθυμη αρετή αλόγου χάρτινου στο
μπάνιο,
μαθαίνοντας πως ποτέ δεν λάθεψα σε τίποτα
εκτός από τα πράγματα που πιο πολύ επιθυμούσα.
******
Γρανάδα 1910 -Μαδρίτη 1992. Γνωστός από το γεγονός πως αν και ήταν φαλαγγίτης, δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη σύλληψη του Λόρκα που είχε καταφύγει για ασφάλεια στο σπίτι του. Η πορεία του η γενική πορεία ενός ποιητή με δεξιές απόψεις στον Ισπανικό Μεταπόλεμο. Έδωσε την προσωπική και ποιητική του μαρτυρία και είναι σπουδαίος ποιητής. Το τελικό ποίημα που μεταφράζεται εδώ τα λέει σχεδόν όλα.
Υ.Γ. Έβαλα τη φωτογραφία του από τη συγκλονιστική του μαρτυρία μπροστά στο φακό όταν μιλάει για το Λόρκα. Εδώ μπορείτε να τον ακούσετε, και ας μην καταλαβαίνετε τη γλώσσα: http://www.youtube.com/watch?v=B_rXfT1skMs











Luis Rosales, στη γλώσσα του.
Eδώ σταματάς.Εκστασιάζεσαι.Υποκλίνεται η ψυχή σου, διαχωριζόμενη πια από το σώμα που μένει ορθό. Γιατί η πραγματική ποίηση αυτό κάνει:Απελευθερώνει τη ψυχή από τα δεσμά της.
A και θερμά συγχαρητήρια Βασίλη Λαλιώτη.
Τι σύμπτωση, σήμερα που διαβάζουμε τέτοια εξαιρετικά λόγια:
μα η γλώσσα η προσωπική είναι τόσο πιστή στον εαυτό της,
τόσο ανεπικοινωνιακή
που οι λέξεις είναι σαν τα φέρετρα
και μονάχα μεταφέρουν από άνθρωπο σ’ άνθρωπο
την σκαλωσιά τους που ξεψυχάει
το απόθεμά τους σιωπής
και το ρόγχο τους,
όπως εκείνο το πρωί όπου
με το που κάθισα στο λεωφορείο
είδα στο πλάι μου ένα αρχαίο ρωμαϊκό νόμισμα
ένα μετάλλιο
ή μια ταφόπλακα
που μιλούσε μασώντας τις λέξεις
να έρχεται ένα τέτοιο Δελτίο Τύπου:
«Το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών διαρκεί επτά ημέρες και έχει ως στόχο -σύμφωνα με τους διοργανωτές του- να προβάλει τη σύγχρονη καλλιτεχνική εικόνα της Ελλάδας, παρακινώντας σε «ένα νέο είδος φιλελληνισμού» (!!!!!) το οποίο θα κατορθώσει να αναστρέψει τον αρνητισμό –σε σκέψεις, συναισθήματα, αλλά και πρότυπα- που έχει δημιουργήσει η κρίση.»
Γιατί πρέπει μια τέτοια αξιέπαινη κοινή προσπάθεια τόσων ανθρώπων-φορέων-χώρων να ευτελίζεται επικοινωνιακά εξαιτίας του φιλόδοξου επαρχιωτισμού των ιθυνόντων;
«Είναι ένας πόνος που μας ενώνει στις λέξεις».…Μονάχα αυτό.
Υπέροχα ποιήματα! Ευχαριστούμε κ Λαλιώτη.
Αριστουργήματα τα ποιήματα. Μεγαλείο η μετάφραση…
Εύγε!
Ευχαριστούμε, Βασίλη Λαλιώτη !
Δεν γνωρίζω ή δεν γίνεται να κλέψω όλη την ανάρτηση και να τη πάω όπου θέλω. Ήταν μια έκπληξη για μένα ετούτη η ομορφιά και γνώση. Ευχαριστώ…