ΚΗΔΕΙΕΣ ΕΝΤΟΜΩΝ
Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο
– ανίας μύγα –
στο μαυσωλείο των προγόνων.
Πεταλούδες στομάχου
μέλισσες του έρωτα
αράχνες του θανάτου.
Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας
και ήπιαμε καφέ.
Αμετανόητα συνένοχοι.
Απαρηγόρητα βουβοί.
Δεν είχαμε πια άλλον συγγενή να χάσουμε
παρά ο ένας τον άλλον.
*
ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ
Ξέμαθαν να περπατούν
Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές
Σέρνονται σα χελώνες
Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι
Στο ξέφωτο ελπίζουν για το θαύμα
Πριν τη χειμερία νάρκη
Να ξαναγίνουνε λαγοί.
*
ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ
Ένα κρεμμύδι έχω
στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
για να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα.
*
ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΣΗ
Είχα ευαίσθητη καρδιά.
Κάθε που άλλαζε η εποχή
η μέση της πιανόταν.
Στα δύο διπλωνόταν το κορμάκι της.
Το ίσιωνα με ενέσεις καρτερίας
και ορθοπεδικές παραμυθίες.
Τώρα αγόρασα καινούρια
σιδερένια χωρίς μέση.
Άτρωτη σφαίρα αιμάτινη εντός μου
ύπουλα με αργοσκοτώνει
και σημαδεύει εκδικητικά
τις μελλοθάνατες εποχές μου.











Εγώ πάλι έχω να σας πω πως αναίτια δάκρυα δεν υπάρχουν !!!
πάντα πηγάζουν από μία μ(ι)χια κακεντρέχεια
και εκβάλουν στον ερεθισμένο οπτικό πόρο .
Διαφωνώ μαζί σας κύριε Μίχο .Αντιθέτως βρίσκω πολύ τολμηρή και ευφάνταστη την ανατροπή των σωματικών εκδηλώσεων στην οποία επιδίδεται η ποιήτρια στο συγκεκριμένο ποίημα. Δεν υπάρχει καμία απόλύτως επιτήδευση ,κατά τη γνώμη μου .Η ποιητική αφήγηση ρέει ομαλά και σε αντίθεση με πολλούς άλλους ποιητές της νεότερης γενιάς ,καταλήγει κάπου ,χωρίς να αφήνει τον αναγνώστη μέσα σε μία θολότητα αισθημάτων , σκέψεων και διαθέσεων .Οι όποιες αναφορές στην ποίηση της Δημουλά δε με ενοχλούν ,καθώς ενσωματώνονται με διακριτικό τρόπο στη γραφή της ποιήτριας,αποσείοντας ενδεχόμενες μομφές για μίμηση. Συμφωνώ μαζί σας βέβαια ότι οι άψυχες έννοιες δεν πρέπει απλώς να μεταφέρονται ως πρόσωπα στην ποίηση , χωρίς να υπάρχει από κάτω ίχνος αίματος ,αλλά να τους δίνεται ζωή από τον ποιητή ,ν’ αποκτούν κίνηση κι αισθήσεις μ’ έναν τρόπο αβίαστα φυσικό. Στη συγκεριμένη περίπτωση ,ωστόσο , η “γερασμένη” καρδιά στην οποία αναφέρεται η ποιήτρια , συμμετέχει στο σύνολο της αισθητικής εμπειρίας που δοκιμάζει ο αναγνώστης ως αναπόσπαστο κομμάτι ,ως κάτι που εν τέλει δεν εκπλήσσει ούτε ερμηνεύεται ως μία εκκεντρική επίδειξη ποιητικής αυθαιρεσίας .Είναι απλά , στα δικά μου μάτια τουλάχιστον , ένα είδος εσωτερικού εξαγνισμού : το να τιμωρεί δηλαδή κανείς το σωματικό όργανο που κατεξοχήν συνδέεται με τη συναισθηματική οδύνη , με την απόδοση σε αυτό ενός σωματικού ,και άρα αξιολογικά κατώτερου ,πόνου . Με σεβασμό στην άποψή σας
Ο μικρος Σουρης μεσα μου, με ωθει να επναλαβω βλασφημες καρικατουρες -προ τριετιας- σαν κι αυτες.
ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΩΝ
Μνήμη του Κ.Καρυωτάκη για την «Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον»
”Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση”.
……………
Κοντά στο τέλος… ματαιόδοξες τιμές
με ποσόστωση: τι ξεφτίλα
όχι για τους ζωντανούς νεκρούς ακαδημαϊκούς ,
αλλά για σε, ποιήτρια δύο αστέρων
ούτε κονιάκ τέτοιο υπάρχει.
Tο 3 νέρωσες με μισή δόση ύδατος
ή το 5 με ποταμούς δακρύων;
………………………………………………….
Η Γώγου υπηρέτρια θα σκουπίσει τα ποιήματα
και θα κρεμάσει σε κάδρα Σελήνη του Φιλύρα,
Ας φρόντιζαν, την Ιθάκη του Αλεξανδρινού
προκηρύξεις και Πρέβεζα του αυτόχειρα
(θάνατος των νοικοκυρών, έρωτας-στιφάδο)
Τίποτα δεν άλλαξε από τότε……
08.07.2010
Κυρία Αλεξίου. Μου άρεσαν τα ποιήματά σας, κυρίως τα τρία πρώτα. Για το τέταρτο που έγινε πολύς λόγος έχω να πω τα εξής: Θα πρέπει να αποφεύγουμε τις ταμπέλες Καρυωτακισμός και Δημουλισμός γιατί κινδυνεύουμε να πέσουμε στο εξής λάθος. Κάθε που ένας ποιητής βγάζει βαθιά μελαγχολία ή χρησιμοποιεί πολύ τις προσωποποιήσεις των αψύχων θα λέμε ότι μιμείται τον Καρυωτάκη ή τη Δημουλά. Ο ποιητής αυτός όμως μπορεί ελάχιστα να έχει διαβάσει ή να αγαπά τους δύο ποιητές. Μην ξεχνάμε άλλωστε πόσους γύρω μας έχουν επηρεάσει οι προαναφερθέντες και ότι μπορεί στοιχεία τους να περνάνε και εμμέσως από άλλες αναγνώσεις μέσα μας. Κυρία Αλεξίου να συνεχίσετε να γράφετε. Γνωρίζοντας και άλλη σας δουλειά νομίζω ότι προχωρείτε με μεγάλα βήματα. Σας ευχαριστώ.
Και γιατί το “αρνάκι στο φούρνο” να εγγίζει τα όρια του ευτελούς , ενώ η αναφορά ας πούμε στην ποίηση του Καβάφη σε χαμαιτυπεία , σε καφενεία και σε υπονοούμενα περί του τι κρύβεται κάτω από το ένδυμα ενός νεαρού να μετέχουν στο “ποιητικό ύψος” ; Ποια είναι η διαφορά ,κατά το σκεπτικό σας ,κύριε Μίχο ; Μήπως επειδή το έμψυχο ακόμη κι αν είναι χυδαίο υπερτερεί ποιοτικά του καθημερινού αντικειμένου και των συνηθειών των νοικοκυρών; Κατά τo δικό μου σκέπτεσθαι, η πλέον τιποτένια λέξη [ή φράση] αν τοποθετηθεί από τον ποιητή εκεί που πρέπει , εκεί που μπορεί να υποκλέψει λίγη από τη λάμψη της συνολικής εμπειρίας που αφήνει το ποίημα , παύει να είναι τιποτένια . Υψώνεται από μόνη της ,χωρίς να χρειάζεται κριτικούς και ερμηνευτές .Προς αποφυγή παρεξήγησης , δε γράφω για να σας πείσω πως έχω δίκιο . Στην ποίηση κανείς δεν έχει δίκιο . Ο μόνος κανόνας είναι [και σ’αυτό νομίζω συμφωνεί μαζί μου ο Λογγίνος] ο χρόνος . Υψηλό ,κατά το Λογγίνο , είναι αυτό που σε διαφορετικούς ανθρώπους , διαφορετικών εποχών και πολιτισμικών συνηθειών αρέσει πάντοτε .Αυτό που αποδεσμεύεται από την έννοια του χώρου και του χρόνου .Οπότε ας μη βιαζόμαστε να εκφέρουμε κρίσεις ,οι οποίες μπορεί να επαληθευτούν μπορεί και όχι . Θα με ενδιέφερε η άποψή σας πάνω σε όλα αυτά .Σας παρακαλώ μόνο χρησιμοποιήστε επιχειρήματα και όχι αναφορές σε αυθεντίες . Οι αυθεντίες υπάρχουν απλώς για να μας απαλλάσσουν από την ανάγκη να σκεφτόμαστε τολμηρά . Φιλικά
”Οι αυθεντίες υπάρχουν , για να τις
φοβούνται , αυτοί που είναι γεννημένοι , να
φοβούνται ”
Κάποιοι , απλώς παραδίδουν , μαθήματα
λόγου και τέχνης , χωρίς να
ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ
ΔΕΥΤΈΡΑ, 26 ΑΥΓΟΎΣΤΟΥ 2013
Καββαδίας ή Καζαντζίδης; Οι εστέτ, η λαϊκότητα, ο ριζοσπαστισμός…
Του Κώστα Βούλγαρη, Αυγή, Αναγνώσεις, 25.8.13
[….]
Αλλά δεν είναι καθόλου τυχαίο, πως μόνο μέσα από τη στάση τού εστέτ ο Καββαδίας υπάρχει ως ποιητής, πως μόνο έτσι υπήρξαν και υπάρχουν τα ποιήματά του, διαθέσιμα και ικανά να εκφράσουν, με τέτοιο τρόπο, τη λαϊκότητα. Όχι για να την ευνουχίσουν αλλά για να τη διαυγάσουν, μέσα από εντελώς ανοίκεια, προεξάρχοντα θεματολογικά και υπόρρητα αισθητικά, συμφραζόμενα. Μα για να ευοδωθεί αυτή η σχέση, χρειάζεται η διαθεσιμότητα του αναγνώστη, η διάθεσή του και η απόφασή του να αναγνωριστεί, ως πρόσωπο, ως κοινωνική κατηγορία, κλπ, στην ποίηση. Τα ποιήματα δεν «απευθύνονται» και δεν «διεκδικούν» τον αναγνώστη, παρά μόνο τον ίδιο τον ποιητή και την ποίηση.
Αυτό, δε, είναι δεόντως ριζοσπαστικό, αγαπητοί (κατά τα άλλα) αναγνώστες, αφού μια τέτοια επιλογή, και μια τέτοια ποίηση, αρνείται προκαταβολικά να αναπαράγει τις γνωστές, ισχυρότατες και διαχρονικές, σχέσεις εξουσίας που εμπεδώνονται διά της τέχνης. Επιπλέον, σε απόλυτη συνέπεια και συνάφεια με την ποίησή του, η μινιμαλιστική/αυτοαπομυθοποιητική κοινωνική συμπεριφορά τού ίδιου του ποιητή Καββαδία συνιστά την άρνηση του ρόλου του ταγού. Έτσι συντίθεται ένα συνολικό πρόταγμα, που δεν κολακεύει τον αναγνώστη αλλά αδιαφορεί γιʼ αυτόν, αρνούμενο τη μακαριότητά σας και την ενσωμάτωσή σας. Μόνο έτσι, και ακριβώς γιʼ αυτό, είναι ένα χειραφετητικό πρόταγμα, στο οποίο δύναται να προσφύγει ο («επαναστατημένος») αναγνώστης.
Μεγάλα τμήματα του όλου σώματος της αριστεράς, ενίοτε πλειοψηφικά, αναζήτησαν τη λαϊκότητα (είτε προγραμματικά είτε αυτοεγκλωβισμένοι σε ιδεοληψίες), στον εργατισμό, στον μακρυγιαννισμό, στη ρωμιοσύνη, στον Καζαντζίδη (κορυφαίο παράδειγμα/σύμβολο), εσχάτως σε επιφάσεις του ριζοσπαστισμού, αναζητώντας εκεί την αυθεντικότητα, και εισπράττοντας βεβαίως μια κατασκευή της.
Ο Καββαδίας δημιούργησε την απόλυτη κατασκευή: προκλητική και ανοίκεια. Προκλητική, γιατί στα ποιήματα του Μαραμπού, όπως το διατύπωσε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: «η πηγή τους είναι βασικά φιλολογική, χωρίς αυτό να μειώνει την γνησιότητά τους, αφού η ποίηση του Καββαδία δεν οφείλεται στο επάγγελμά του περισσότερο απʼ όσο το επάγγελμά του οφείλεται στις ποιητικές, εφηβικές του παρορμήσεις. Το Mal du départ δεν είναι αποκλειστικότητα μιας ποιητικής σχολής, είναι αρρώστια όλων των ποιητών – δηλαδή όλων των εφήβων». Και ανοίκεια κατασκευή, γιατί, εκτός των άλλων, χρησιμοποίησε εκατοντάδες άγνωστες λέξεις, ιδιωματικές της ναυτοσύνης, που καθιστούν τα ποιήματά του σχεδόν ακατανόητα: η άρνηση της απεύθυνσης.
Και φυσικά δεν καταδέχθηκε να βολευτεί σε μια λάιτ εκδοχή της λαϊκότητας, ας πούμε «δημοκρατική», με την οποία θα κατέληγε ένας ακόμα αδιάφορος (για τη λογοτεχνία και εν γένει) κρίκος, στη χορεία των Σαμαράκη, Πλασκοβίτη και λοιπών. Μόνο έτσι ο Καββαδίας υπήρξε εστέτ. Και αριστερός.
Συμπέρασμα; Ιδού η ποίηση! (Πάντα εδώ ήταν..)”
http://politicalreviewgr.blogspot.gr/2013/08/blog-post_9704.html
Μ’αρέσει η αναστροφή της συντακτικής και λογικής τάξης της τελευταίας φράσης μου ,κύριε Μίχο .Έτσι όπως τη διαβάζω τώρα [τη δική μου αρχική φράση εννοώ] μου μοιάζει διατυπωμένη σα δόγμα που δοκιμάζει ν’απομυθοποιήσει τις αυθεντίες .Αλλά καθόλου δεν το’χω έτσι μέσα στο μυαλό μου . Οι αυθεντίες [ακόμη και τα “εργαλεία” εισέρχονται κάποτε ανεπαίσθητα στο χώρο της αυθεντίας , κύριε Μίχο] μας βοηθούν να διανύσουμε τη μισή διαδρομή ως την όποια αποκάλυψη .Την άλλη μισή οφείλουμε να την καλύψουμε εμείς ,με το δική μας μάχη απέναντι στη στειρότητα .Μόνο έτσι , κατά τη γνώμη μου , μπορεί να σαλέψει κάτι μέσα στη μήτρα της κάθε επιστήμης και της τέχνης .Σχετικά πάλι με τη μανιέρα της Δημουλά ,πιστεύω πως η ποίηση είναι εκτός των άλλων παιχνίδι .Ο ποιητής χρειάζεται να πειραματίζεται , να ξετρυπώνει καινούργιες χρήσεις των λέξεων και των φραστικών συνόλων ,να πατάει στο μεταξύ της ελαφρότητας και της σοβαρότητας .Η ποίηση της Δημουλά θαρρώ ότι μπαίνει στο παιχνίδι των λέξεων χωρίς συμπλεγματικές ενοχές για την ελαφρότητά της .Τώρα το αν συνέχισε σε όλη την ποιητική διαδρομή της να αναπαράγει το ίδιο κατ’ εσάς στερεότυπο , με μία άλλη ανάγνωση αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συνέπεια στο κατακτημένο ύφος της , ως η απόπειρα να τελειοποιήσει αισθητικά τη λογοτεχνική της ταυτότητα .Θα συμφωνήσω βέβαια ότι ένας ποιητής ο οποίος χτίζει το οικοδόμημά του μόνο με ευφυή λεκτικά παίγνια ,που δύσκολα μπορούν να αποδοθούν σε άλλη γλώσσα ή όταν αποδίδονται χάνουν την αρχική τους λειτουργικότητα και μαγεία , αδυνατεί ίσως να επικοινωνήσει αισθητικά και διαλεκτικά με τον μη ελληνόφωνο αναγνώστη . Με εκτίμηση
Υπάρχει σαφώς ένας “Δημουλαϊσμός” και σωστά τον διέκρινε ο κ. Μίχος.
Τα ποιήματα είναι φαινομενικά άρτια και καλοδουλεμένα, αλλά υποφώσκει ένας εγνωσμένος μανιερισμός…
Ένα επιεικές βλέμμα θα έλεγε πως υπάρχει δημιουργική μίμηση και ανάπλαση. Μια ανανέωση μοντέρνων και διαδεδομένων ποιητικών τρόπων. Μια Δημουλά, που γράφει στην εποχή μας…
Ένα αυστηρό βλέμμα θα έλεγε πως λείπει η υπέρβαση των επιδράσεων και των βλεμμάτων… Λείπει η αφομοίωση ποικίλων ποιητικών τρόπων και επιδράσεων. Έξυπνα ποιήματα μεν, αλλά παγιδεύονται στην εξυπνάδα τους…
Ελένη Αλεξίου, είστε γυναίκα ποιήτρια με τα όλα της…
Μην παραδίδεστε στο σίδερο… Οι επιθυμίες ξέμαθαν, για να ξαναμάθουν…