ΚΗΔΕΙΕΣ ΕΝΤΟΜΩΝ

Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο
– ανίας μύγα –
στο μαυσωλείο των προγόνων.
Πεταλούδες στομάχου
μέλισσες του έρωτα
αράχνες του θανάτου.
Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας
και ήπιαμε καφέ.
Αμετανόητα συνένοχοι.
Απαρηγόρητα βουβοί.
Δεν είχαμε πια άλλον συγγενή να χάσουμε
παρά ο ένας τον άλλον.

*

ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ξέμαθαν να περπατούν
Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές
Σέρνονται σα χελώνες
Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι
Στο ξέφωτο ελπίζουν για το θαύμα
Πριν τη χειμερία νάρκη
Να ξαναγίνουνε λαγοί.

*

ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ

Ένα κρεμμύδι έχω
στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
για να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα.

*

ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΣΗ

Είχα ευαίσθητη καρδιά.
Κάθε που άλλαζε η εποχή
η μέση της πιανόταν.
Στα δύο διπλωνόταν το κορμάκι της.
Το ίσιωνα με ενέσεις καρτερίας
και ορθοπεδικές παραμυθίες.
Τώρα αγόρασα καινούρια
σιδερένια χωρίς μέση.
Άτρωτη σφαίρα αιμάτινη εντός μου
ύπουλα με αργοσκοτώνει
και σημαδεύει εκδικητικά
τις μελλοθάνατες εποχές μου.