Per un qualche motivo

un monosillabo cade dalla bocca
avevi promesso che non ci sarebbe mai più stata
lʼassenza di un sorriso
la morte dellʼinverno
una rosa coperta dalla neve
una nuova condanna a morte da deplorare in assoluto silenzio
Per un qualche motivo dopo aver rubato questa frase ho regalato candele per natale e pianto, pianto molto.
Ho scoperto che addirittura rimpiango lʼautunno passato, appena il profumo di vino è uscito dal bicchiere
e che ricordi negli anni dorati della vita in primavera
il lontano futuro, il cristianesimo, le piccole litigiose discussioni, Platini, Maradona, – le nostre storie e il primo dio della giovinezza, scelto a nostra immagine e somiglianza, gli amici giusto per non farci mancare niente, e niente soprattutto che ci dicesse di patrie, spose, partenze, ritorni

Για κάποιο λόγο

ένας μονοσύλλαβος πέφτει από το στόμα
υποσχέθηκες ότι δεν θα είχαμε ποτέ πια
απουσία ενός χαμόγελου
το θάνατο του χειμώνα
ένα τριαντάφυλλο καλυμμένο με χιόνι
μια νέα καταδίκη σε θάνατο
για να θρηνήσουμε σε απόλυτη σιωπή.
Για κάποιο λόγο, αφού έκλεψα τούτη τη φράση
χάρισα κεριά για τα Χριστούγεννα κι έκλαψα,
έκλαψα πολύ.
Ανακάλυψα ότι αποζητώ ακόμα το περασμένο φθινόπωρο,
μόλις το άρωμα του κρασιού ξεχύθηκε από το ποτήρι,
κι ότι θυμάμαι τα χρυσά χρόνια της ζωής την άνοιξη,
το μακρινό μέλλον, το Χριστιανισμό, τις μικρές εριστικές συζητήσεις,
τον Πλατινί, τον Μαραντόνα, – τις ιστορίες μας και της νιότης τον πρώτο θεό, διαλεγμένο κατʼ εικόνα και καθʼ ομοίωσή μας,
τους φίλους ακριβώς για να μη μας λείψει τίποτα, και τίποτα
δεν μας μιλούσε για πατρίδες, νύφες, φευγιά, επιστροφές

 

 

 

 

*****************************

Poesie che hanno qualcosa

A volte nella gola mi resta un balbettio
che non saprei tirare fuori neanche con le mani –
e così per un poʼ di tempo smetto di parlare.

Mi viene da pensare a chi si è perso tra i vulcani,
lasciando cadere le parole come neve,
come fossero lacrime di una bambina.

Così tra le promesse di un angelo e quelle di satana
mi è venuto in mente un pomeriggio al Beaubourg
una di quelle giornate (viste) che hanno qualcosa

sul balcone di una delle case che danno sulla piazza;
un ragazzo suona la chitarra e canta a squarciagola,
siamo qui da una settimana e quattro giorni
con questo nostro amore che si perde tra i colori tenui di
Frantisek Kupka,

come se fosse il primo giorno
(eh sì) uno di quei giorni che hanno qualcosa.

Noi due adesso siamo seduti allʼangolo di una stradina,
ci servono una piccola bistecca e un mezzo rosso.
Potrebbe accadere qualunque cosa
o forse è già accaduto qualcosa.

Un cane passa e non si cura di noi,
ancora ci penso a dove è andato,
dove avrà dormito
se è ancora vivo;

sono sicuro che ci riconoscerebbe in un giorno di sole,
nonostante i timidi pensieri
e una vita riuscita:
del resto verso nord fa buio sempre più tardi.

Me lo dicesti anche lungo la Senna,
lʼacqua brillava sotto le nuvole
e come tutte le cose che hanno qualcosa,
anche se ho un groppo in gola,
per quel giorno molto molto lontano
cʼè una piccola porzione dʼamore che mi guarda negli occhi
e mi dice: “cʼè qualcosa in queste poesie:
sono poesie che hanno qualcosa”,
e poi sorride.

Ποιήματα που έχουν κάτι

Μερικές φορές μου μένει στο λαιμό ένα τραύλισμα
που δεν θα ʼξερα να ξεκολλήσω ούτε με τα χέρια –
κι έτσι για λίγη ώρα σταματάω να μιλώ.

Με κάνει να σκέφτομαι όσους χαθήκαν ανάμεσα στα ηφαίστεια,
αφήνοντας να πέφτουν οι λέξεις σαν χιόνι,
σα να ήσαν δάκρυα ενός μωρού.

Έτσι, μεταξύ υποσχέσεων ενός αγγέλου κι εκείνων του Σατανά
ήρθε στο νου μου ένα απομεσήμερο στο Μπομπούρ
μία από εκείνες τις ημέρες που μοιάζουν να έχουν κάτι

στο μπαλκόνι ενός από τα σπίτια που βλέπουν στην πλατεία·
ένας νεαρός παίζει κιθάρα και τραγουδάει δυνατά,
είμαστε εδώ μια βδομάδα και τέσσερις μέρες
με τον έρωτά μας που χάνεται μες στα αμυδρά χρώματα του
Φράντισεκ Κούπκα,

σα να ήταν η πρώτη μέρα
(ε, ναι!) μία από εκείνες τις ημέρες που έχουν κάτι.

Τώρα καθόμαστε οι δυο μας στη γωνιά ενός δρομάκου,
μας σερβίρουν μια μπριζολίτσα κι ένα μισόλιτρο κόκκινο.
Οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί
και ίσως κάτι έχει κιόλας συμβεί.

Ένας σκύλος περνά και δεκάρα δεν δίνει για μας,
αναρωτιέμαι ακόμα πού να πήγε,
πού να κοιμήθηκε
αν είναι ακόμα ζωντανός·

είμαι σίγουρος ότι θα μας αναγνώριζε μια μέρα με λιακάδα,
παρά τις άτολμες σκέψεις
και την πετυχημένη ζωή·
άλλωστε προς το Βορρά σκοτεινιάζει όλο και πιο αργά.

Μου το ʼπες κατά μήκος του Σηκουάνα,
το νερό γυαλοκοπούσε κάτω από τα σύννεφα
κι όπως όλα τα πράγματα που έχουν κάτι,
αν κι έχω ένα κόμπο στο λαιμό,
για εκείνη την πολύ μακρινή μέρα
υπάρχει ένα μικρό μερτικό αγάπης που με κοιτά στα μάτια
και μου λέει: «υπάρχει κάτι σε αυτά τα ποιήματα,
είναι ποιήματα που έχουν κάτι»,
και ύστερα χαμογελά.

 

 

 

 

 

**********************

Secondigliano

Spesso il tempo passa così alle case dei puffi
perché qui non serve la bellezza.

Il dito non arriva al cielo azzurrino,
come se non fosse sabato mattina.

Non cʼè tempo per fare colazione.
Si cercano i figli, cʼè per strada una infinità di oggetti,
amuleti, sedie sgangherate, teste di bambole, bandiere
di cartone con la scritta Marlboro.

Le gambe mordono lʼasfalto e demoni offesi inchiodati in
vecchi scantinati si appartengono, si sentono.

La conoscenza durerà a lungo,
la conoscenza non durerà a lungo;

lʼaria esplode vuota come una bolla,
nessuno trema per le cose perdute
e così, così da un parrucchiere esce una donna
con i capelli bene in vista, appena pettinati.
Domani è il mio compleanno,
questʼinverno le previsioni dicono nevicherà.

Il calzolaio intanto incide sul tacco;
un bimbo bacia la nonna che piange,
il sole sʼallunga sulle carrozzine dei bambini
su un girotondo di polsi caviglie catene.

Si sente il rumore delle rotaie;
gli occhi di una ragazza cominciano a bollire.

Qui tutto è possibile –
un prato fiorito, una discarica –
Ognuno si tiene stretta la chiave,
si arrotolano le maniche:
come fiumi si gonfiano le vene

Σεκοντιλιάνο

Συχνά ο καιρός περνά έτσι στα σπίτια των Στρουμφ
γιατί εδώ δεν περισσεύει η ομορφιά.

Το δάχτυλο δεν φτάνει ως τον αλαφρογάλαζο ουρανό,
λες και δεν είναι πρωί Σαββάτου.

Δεν υπάρχει χρόνος για πρόγευμα.
Ψάχνονται τα παιδιά,
στους δρόμους σκορπισμένα ένα σωρό αντικείμενα,
χαϊμαλιά, καρέκλες διαλυμένες, κούκλες αποκεφαλισμένες,
σημαίες από χαρτόκουτες με την επιγραφή Marlboro.

Τα πόδια οργώνουν την άσφαλτο και μολυσμένοι δαίμονες
καθηλωμένοι μέσα σε παλιά κατώγια συγχρωτίζονται,
αναγνωρίζονται.

Η γνωριμία θα κρατήσει για πολύ,
η γνωριμία δεν θα κρατήσει για πολύ·

ο αέρας εκρήγνυται κενός σαν μια φούσκα,
κανείς δεν φοβάται για τα πράγματα που χάθηκαν
κι έτσι, έτσι σαν από τον κομμωτή βγαίνει μια γυναίκα
με φανταχτερά μαλλιά, σχεδόν αχτένιστα.
Αύριο έχω τα γενέθλιά μου,
οι προβλέψεις λένε θα χιονίσει τούτο το χειμώνα.

Ο τσαγκάρης στο μεταξύ χαράζει το τακούνι·
ένα αγοράκι φιλά τη γιαγιά του που κλαίει,
ο ήλιος απλώνεται πάνω στα παιδικά καροτσάκια
σʼ ένα γύρω-γύρω-όλοι από καρπούς αστραγάλους αλυσίδες.

Ακούγεται ο θόρυβος από τις σιδηροτροχιές·
τα μάτια ενός κοριτσιού αρχίζουν να καίνε.

Εδώ τα πάντα είναι δυνατά –
ένα ανθισμένο λιβάδι, μια χωματερή –
Ο καθένας κρατάει σφιχτά το κλειδί,
τα μανίκια ανασηκώνονται,
σαν ποτάμια φουσκώνουν οι φλέβες

* Σ.τ.Μ.: Το Σεκοντιλιάνο είναι μια από τις ελεγχόμενες από τη μαφία περιοχές στα περίχωρα της ιταλικής πόλης της Νάπολης, στοχευμένη για το οργανωμένο έγκλημα και το εμπόριο ναρκωτικών που διακινείται εντός των τειχών της. Τα σπίτια των Στρουμφ, όπως ονομάζονται λόγω της κατασκευής τους, (χαμηλά στο ύψος κι από ευτελή υλικά) είναι οι οικίες όπου η καμόρα πουλάει τον θάνατο σε δόσεις.

 

 

**************************

Leggere attentamente le avvertenze

tanta buona poesia non la capisco,
preferisco leggere sui muri che si vende una nuda proprietà
e che un tale ha smarrito un cagnolino,

che quei due non stanno più insieme
e dopo qualche passo e qualche tempo
un poʼ più avanti
sono tornati a respirare dentro le stesse mura.

Preferisco quindi aggrapparmi a queste storie che non so
ma che sento, voglio, posso immaginare,
là dove mi basta chiudere gli occhi

Διαβάστε προσεκτικά τις οδηγίες

τόσο καλή ποίηση δεν την καταλαβαίνω,
προτιμώ να διαβάζω πάνω στους τοίχους ότι πωλείται
μια ψιλή κυριότητα
κι ότι ο τάδε έχασε ένα κουτάβι,

ότι εκείνοι οι δυο δεν είναι πια μαζί
και μετά από κάποια βήματα και κάποιο χρόνο
λίγο αργότερα
επέστρεψαν για να ζήσουν μέσα στα ίδια τείχη.

Προτιμώ λοιπόν να πιάνομαι από τέτοιες ιστορίες που δεν ξέρω
αλλά που νιώθω, θέλω, μπορώ να φανταστώ,
εκεί όπου μου αρκεί να κλείσω τα μάτια

 

 

 

 

 

*************************

Qualche minuto prima di te

Ho fatto una foto a tua madre,
ho cercato di non pensare, di non pensare a nulla.
Ho visto un glicine color viola e due
piccioni cercare di accoppiarsi;

scendendo per le scale ho abbassato lo sguardo
e, davanti alla scritta delle porte
girevoli, fingendo indifferenza,
ho stretto con forza i pugni nelle tasche.

Avevo bisogno di mettere in moto tutte le mie piccole manie

– non ripassare dagli stessi scalini
– contare i numeri pari
– immaginare i tuoi occhi una volta aperti
– posizionarmi con cura alla stessa altezza del vetro.

Non ho risposto a chi mi cercava
invece ho camminato fino in fondo,
dove si vedevano le ultime foglie degli alberi masticare il vento.

«È una bimba cosi bella!» ha detto qualcuno.

Tra la folla una donna
pregava per il proprio compagno,
aspettava il primario e intanto beveva il caffè della
macchinetta industriale:
sono passati fiori dolci e corone,
e un tipo distribuiva santini pronti per lʼuso:
tutto in pochi metri quadrati;
morte speranza e carità.

Poi hai fatto un sorriso e non ci ho più pensato,
sono tornato su ad aspettare tua madre per farle vedere
la foto che avevo fatto qualche minuto prima di te.

Κάποια λεπτά πριν από σένα

Έβγαλα μια φωτογραφία τη μητέρα σου,
προσπάθησα να μην σκέφτομαι, να μην σκέφτομαι τίποτα.
Είδα μια μενεξεδί πασχαλιά και δυο
περιστέρια να προσπαθούν να ζευγαρώσουν·

κατεβαίνοντας τις σκάλες χαμήλωσα το βλέμμα
και, μπρος στην επιγραφή των περιστρεφόμενων
θυρών, καμώνοντας τον αδιάφορο,
έσφιξα με δύναμη τις γροθιές μέσα στις τσέπες.

Είχα ανάγκη να θέσω σε εφαρμογή όλες τις μικρές μου μανίες

– να μην ξαναπερνώ από τα ίδια σκαλοπάτια
– να μετρώ τους ζυγούς αριθμούς
– να φαντάζομαι τα μάτια σου όταν κάποτε θα τʼ άνοιγες
– να στέκομαι επιμελώς στο ίδιο ύψος με το τζάμι.

Δεν απάντησα σʼ όποιον με καλούσε
αλλά περπάτησα μέχρι το βάθος,
όπου φαίνονταν τα τελευταία φύλλα των δέντρων νʼ αναμασούν τον άνεμο.

«Είναι ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι!» είπε κάποιος.

Μια γυναίκα μέσα στο πλήθος
προσευχόταν για το σύντροφό της,
περίμενε τον διευθυντή της κλινικής πίνοντας στο μεταξύ
τον καφέ από τον αυτόματο πωλητή·
πέρασαν λουλούδια γλυκά και στεφάνια,
κι ένας τύπος μοίραζε εικονίτσες αγίων έτοιμες για χρήση·
όλα μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα·
θάνατος ελπίδα κι ελεημοσύνη.

Ύστερα έσκασες ένα χαμόγελο και δεν το ξανασκέφτηκα,
επέστρεψα επάνω να περιμένω τη μητέρα σου για να της δείξω
τη φωτογραφία που είχα βγάλει κάποια λεπτά πριν από σένα.

 

 

 

 

 

 

 

 

****************************

La campana di vetro

Sorpassammo unʼaltra auto proprio mentre tu
passavi sotto quella porta in fondo a quel viale;
poi fu un lungo silenzio per chilometri e chilometri,

tra le sterpaglie mi sembrò di vedere un serpente
tra le lacrime mi sembrò di scorgere una rosa
tra le mani stringemmo una vecchia foto piegata

(implodemmo)

Forse lʼamore era stato solo un malinteso,
forse avevamo già dimenticato,
forse avevamo sbagliato solo strada.

Sarebbe stato bellissimo se in quello stormo di rondini
ci fosse stato un posto anche per te
con la tua stupida valigia e quelle orribili felpe

(e invece no)

Ci vollero quattro mani per mettere le tue spalle a terra per sempre,
e neanche una parola per dirti addio;
ci voltammo perché il tuo sole non ci accecasse,
perché iniziò la pioggia
perché finì quel giorno.

Il cuore si gonfiò come una vela,
la torta restò nel frigo
le bevande scadute nelle scale.

E così, così
allʼalba di uno stupido martedì
finimmo a parlare noi del tuo futuro,
di quellʼultima volta che ti asciugammo i capelli
dellʼultima festosa risata
del tuo tenero, maledetto cuore e delle tue mani sottili

Arrivasti piano,
avrei preferito non conoscerti mai –
dalla finestra a pochi metri da noi
cadevano ciechi aghi di pino.

Η καμπάνα από γυαλί

Προσπεράσαμε ένα άλλο αυτοκίνητο ακριβώς τη στιγμή που εσύ
περνούσες κάτω από εκείνη την πύλη στο βάθος εκείνης της λεωφόρου·
ύστερα, για πολλά χιλιόμετρα, έπεσε μια μακρόσυρτη σιωπή,

ανάμεσα στους θάμνους μου φάνηκε ότι είδα ένα φίδι
ανάμεσα στα δάκρυα μου φάνηκε ότι διέκρινα ένα τριαντάφυλλο
ανάμεσα στα χέρια σφίγγαμε μια παλιά φωτογραφία διπλωμένη

(καταρρεύσαμε)

Ίσως η αγάπη ήταν απλώς μια παρεξήγηση,
ίσως είχαμε κιόλας λησμονήσει,
ίσως απλώς είχαμε πάρει λάθος δρόμο.

Θα ʼταν τόσο όμορφα αν σʼ εκείνο το σμήνος από χελιδόνια
υπήρχε μια θέση και για σένα
με την ανόητη βαλίτσα σου κι εκείνα τα τρομερά σου φούτερ

(κι όμως όχι)

Τέσσερα χέρια χρειάστηκαν για νʼ αποθέσουν τη ράχη σου
κατάχαμα για πάντα,
και ούτε μία λέξη για να σου πω αντίο·
στραφήκαμε απʼ την άλλη γιατί μας τύφλωνε ο ήλιος σου,
γιατί άρχισε η βροχή
γιατί τέλειωσε εκείνη η ημέρα.

Η καρδιά φούσκωσε σαν πανί ιστιοφόρου,
η τούρτα απόμεινε στο ψυγείο
τα ποτά έληξαν στις κλίμακες.

Κι έτσι, έτσι
στο χάραμα μιας ανόητης Τρίτης
καταλήξαμε να μιλάμε εμείς για το μέλλον σου,
για εκείνη την ύστατη φορά που σου σκουπίσαμε τα μαλλιά
για το τελευταίο γιορτινό γέλιο
την τρυφερή, καταδικασμένη σου ψυχή και τα λεπτά σου χέρια

Έφτασες αργά,
θα προτιμούσα να μη σε γνώριζα ποτέ –
από το παράθυρο λίγα μέτρα μακριά από εμάς
έπεφταν τυφλές πευκοβελόνες

 

 

 

 

 

 

 

 

*********************************

Piove

due ragazzini sotto la pioggia parlano
il mio ha 600 megahertz
il mio più di mille
io quando andavo a scuola al massimo chiedevo chi ti era
uscito nella bustina di figurine panini
e gli hertz mi ricordavano solo le radio
gli anni passano
mi vengono in mente mamma e papà
e piove ancora

Βρέχει

δύο παιδιά μιλούν κάτω από τη βροχή
το δικό μου έχει 600 MHz
το δικό μου περισσότερα από χίλια
εγώ όταν πήγαινα σχολείο το πολύ πολύ να ρωτούσα ποιος
βγήκε μέσα από το φακελάκι σου με τʼ αυτοκόλλητα Πανίνι
και τα hertz μου θύμιζαν μόνο τα ραδιόφωνα
τα χρόνια περνούν
στο νου μου έρχονται η μαμά και ο μπαμπάς
κι ακόμα βρέχει

 

 

 

 

 

 

 

********************

In una prossima raccolta

Inventarono i campi di concentramento
per lo spazio vitale.
Morte per ampiezza;
poteva essere una regola matematica,
un teorema un semplice sistema

e invece la medaglia mostrò tre facce
un sorteggio
che mi faceva venire in mente quando nei giochi
del pomeriggio si doveva iniziare a fare i palleggi
tra campi di terra e cucchiaini di sole.
Una costruzione elementare delle traiettorie;
tutti uguali i bambini e sopratutto
nessuna differenza.

Solo sulla felicità abbiamo imparato cose distanti
senza sapere nulla
– del sistema linfatico
– degli spiriti non maligni
– dei baci mai dati
– della prima comunione

Siamo tutti passati sullo scivolo
cadendo in quella netta striscia di verde
sotto lʼacqua piovana
come pesciolini rossi.

E a poco a poco le nostre vite sono diventate ombre
che qualcuno ha cancellato come si fa con i denti da latte.

Io invece me la ricordo ancora la felicità quando
dalla bustina delle figurine
saltò fuori Pierluigi Pizzaballa, introvabile,
e mi misi a correre forte verso casa finché non fece buio
in attesa di tutto il mio futuro

Σε μια επόμενη μάζωξη

Εφηύραν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
ως χώρους ζωτικούς.
Θάνατος λόγω απλοχωριάς·
θα μπορούσε να ʼναι ένας μαθηματικός κανόνας,
ένα θεώρημα ένα σύστημα απλό

κι αντιθέτως το νόμισμα φανέρωσε τρεις όψεις
μια κλήρωση
που μου ʼφερε στο νου το εναρκτήριο λάκτισμα στα παιχνίδια
του απομεσήμερου όταν κάναμε ντρίμπλες με την μπάλα
μέσα σε αλάνες με χώμα και σουταρίσματα με ήλιο.
Μια υποτυπώδης διάταξη των θέσεων·
ισότιμα όλα τα παιδιά, και κυρίως
καμιά διαφορά.

Μόνο για την ευτυχία μάθαμε πράγματα αδιάφορα
δίχως να γνωρίζουμε τίποτα
– για το λεμφικό σύστημα
– για τα καλόβουλα πνεύματα
– για τα φιλιά που δε δόθηκαν ποτέ
– για την πρώτη Κοινωνία

Όλοι περάσαμε πάνω από την τσουλήθρα
πέφτοντας μέσα σʼ εκείνη τη καθαρή λωρίδα πρασίνου
κάτω από το βρόχινο νερό
σαν χρυσοψαράκια.

Και σιγά σιγά οι ζωές μας έγιναν ίσκιοι
που κάποιος εξάλειψε όπως συμβαίνει με τα νεογιλά δόντια.

Όμως εγώ τη θυμάμαι ακόμα την ευτυχία μου όταν
μέσα από το φακελάκι με τα συλλεκτικά αυτοκόλλητα
ξεπήδησε ο δυσεύρετος Πιερλουίτζι Πιτσαμπάλα,
κι άρχισα να τρέχω με δύναμη προς το σπίτι ώσπου σκοτείνιασε
αγωνιώντας για ολάκερο το μέλλον μου.

 

 

 

 

*********************************

 EΠΙΜΕΤΡΟ

«Ιστορίες που δεν ξέρω αλλά που νιώθω, θέλω, μπορώ
να φανταστώ…»

Ευαγγελία Πολύμου

Έχω την εντύπωση ότι «υπάρχει κάτι σε αυτά τα ποιήματα, είναι ποιήματα που έχουν κάτι». Η ποίηση του Κάρμινε Βιτάλε από το Λιβόρνο της Ιταλίας είναι μία εκλεπτυσμένης μορφής ποίηση σε πρόζα. Δεν υστερεί ωστόσο καθόλου σε λυρισμό: οι στίχοι – σπαράγματα κουβαλούν το βάρος της τύψης και κάποτε της θλίψης ενός παιδιού που μεγάλωσε κι έκανε ποίηση τη γνώση του ενήλικου κόσμου του και τις μνήμες της παιδικής του ηλικίας. Με εκφραστική δύναμη φαινομενικά απλή, τα ποιήματά του απηχούν στιγμές που αφήνουν πίσω τους έντονο το σημάδι τους.

Ο Βιτάλε πραγματεύεται απλά γεγονότα της καθημερινής ζωής, σε σύζευξη με γεγονότα της ανθρωπότητας που επηρέασαν σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο: «Προτιμώ να πιάνομαι από τέτοιες ιστορίες που δεν ξέρω αλλά που νιώθω, θέλω, μπορώ να φανταστώ…». Ενίοτε, οι στίχοι του δείχνουν να μην έχουν μία προφανή σύνδεση μεταξύ τους, με την εναλλαγή των θεμάτων να καραδοκεί, έτσι όπως αλλάζει και ο κόσμος γύρω του. Συχνά, ανασύρονται κοινές μνήμες ενός απολεσθέντος, βαθιά ανθρώπινου παρελθόντος και, στο καταστάλαγμα των λέξεων και των εντυπώσεων της ποίησής του, αποτυπώνεται η παραδοχή της χαμένης αίσθησης της ομορφιάς, της απλότητας και της αθωότητας της δικής του, της δικής μας, των τοξικομανών στο Σεκοντιλιάνο της Νάπολης ή ακόμα και των παιδιών που μιλούν κάτω από τη βροχή.

«Κανείς δεν φοβάται για τα πράγματα που χάθηκαν», γράφει στο «Σεκοντιλιάνο», έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ποίηση δεν σώζει, αλλά βοηθά να ζήσουμε. Ίσως γιʼ αυτό, κοινωνεί την ποίηση στην καθημερινότητά μας, αναγκάζοντάς μας να στρέψουμε ξανά το βλέμμα μας σε απλές στιγμές της ζωής που μάθαμε να τις προσπερνούμε: «μια μενεξεδί πασχαλιά και δυο περιστέρια που προσπαθούν να ζευγαρώσουν», «μια γυναίκα που μέσα στο πλήθος προσεύχεται για το σύντροφο της», «τα παιχνίδια του απομεσήμερου», «έναν σκύλο που περνά δίπλα μας χωρίς να μας δίνει σημασία» «ένα αγοράκι να φιλά τη γιαγιά του που κλαίει», «τα τελευταία φύλλα των δέντρων νʼ αναμασούν τον άνεμο».

Σε μια επιστολή του ο ιταλός συγγραφέας Φραντσέσκο Φορλάνι προς τον Βιτάλε γράφει: «Γιατί τα ποιήματα, το ξέρεις καλά Κάρμινε, είμαι βέβαιος γιʼ αυτό, είναι προσευχές και οι προσευχές δεν έχουν bar code, δεν εκδίδουν αποδείξεις, αλλά πρέπει να εκπληρούνται». Διαβάζοντας αυτή τη φράση του Φορλάνι, θυμήθηκα μια συνέντευξη της αμερικανίδας ποιήτριας Ανν Σέξτον: «Είπα στον Πατέρα Νταν: ʽʽΚοίτα δεν είμαι βέβαιη αν πιστεύω στον Θεό, ούτως ή άλλωςʼʼ. Καθώς καθόταν εκεί διαβάζοντας τα ποιήματά μου, μου είπε: ʽʽΤα ποιήματά σου είναι ο βωμόςʼʼ. Κι απάντησα: ʽʽΔεν μπορώ να πηγαίνω στην εκκλησία. Δεν μπορώ να προσεύχομαιʼʼ. Κι αποκρίθηκε: ʽʽΤα ποιήματά σου είναι οι προσευχές σουʼʼ. Φεύγοντας μου είπε: ʽʽΦύγε από ʽδω μέσα· δεν ανήκεις εδώ. Γύρνα στη γραφομηχανή σου!ʼʼ Κι εγώ είπα: ʽʽΠροσευχήσου για μέναʼʼ. Κι αυτός απάντησε: ʽʽΌχι, πρέπει εσύ να προσευχηθείς για μέναʼʼ».

Και τα ποιήματα τού Κάρμινε Βιτάλε είναι οι προσευχές του για εμάς. Το μόνο που απομένει, είναι να εκπληρωθούν…

*

ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο ιταλός ποιητής Κάρμινε Βιτάλε γεννήθηκε στο Σαλέρνο το 1965. Το 1999 κέρδισε το διεθνές βραβείο Έμιλι Ντίκινσον κι έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Κάποια Πράγματα», εκδ. LʼArcolaio, 2010, «Παρίσι δρόμοι κι όνειρα μιας πόλης», εκδ. Historica, 2011, «Η εκδοχή του Τζιουζέπε», 21 poeti per don tonino bello, εκδ. EDTO, 2011, «19/ τα καλύτερα διηγήματα του Ένα Εννέα», εκδ. Epika, 2012, «Ο Λεβιάθαν του Μέλβιλ και άλλα ποιήματα», εκδ. LʼArcolaio, 2012. Ποιήματα και κάποια διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα αξιόλογα περιοδικά, site και blog ποίησης και λογοτεχνίας, όπως: La Poesia e lo Spirito, Reb Stein, Nazione Indiana, Sud, Romboid, Oboe Sommerso, Poeti e Poesia.