1) ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΕΝΟΣ ΑΓΡΟΤΗ – του ΚΑΡΜΕΝ ΑΝΤΑΜΟΥΤΣΙ
Μετάφραση: Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη

Ρημάζει κάθε λογική, κάθε αποδεκτή αλήθεια, οτιδήποτε αντιπροσωπεύει τη ζωή, απʼ τον πραγματιστή, τον άνθρωπο του αμερικάνικου ονείρου, τον δότη της ζωής, τον καλοπληρωτή των λογαριασμών και των εργατών και των οδηγών και όσων χειρίζονται τα μηχανήματα, κι όλες τις άλλες ευθύνες που ξεχειλίζουν τη δεξαμενή του άγχους του, κι όλες τις ηθικές αρχές που υιοθέτησε και παράτησε, όλα τα παιδαριώδη όνειρα που ξεπέρασε: το πάθος της δημιουργικότητας, την ανάγκη να επαναστατήσει ενάντια σε κάθε αρχή, τις πεποιθήσεις του για τη δύναμη του ενός -ο δικός του βασιλιάς- κάθε ικανοποίηση που πήρε απʼ την επέκταση των κτημάτων του, οποιαδήποτε αλαζονεία κι εγωιστική πρόθεση, οτιδήποτε πεθαμένο ή αναθρεμμένο, κάθε μίσος και αγάπη, το ταλέντο του να εκλογικεύει, κάθε άγρια μανία του να φάει όλους τους ανταγωνιστές του, να ξεφύγει απʼ τα όρια της μετριοπάθειας που του εμφύσησαν, τα ζηλιάρικα πεινασμένα απογεύματα της εφηβείας του, κάθε άρνηση της ασπλαχνίας του, τις εξομολογήσεις του στον παπά, τις προσφορές του σε μια εκκλησία που δεν τον κριτικάρει, όλα όσα έφτασε να πιστεύει για τη φιλοδοξία, ένας αποφασισμένος, ένας άντρας με θέληση και πείσμα, που θερίζει τη σοδειά της γης και τη σοδειά του μυαλού του – όλα ρημάζονται, αποσυναρμολογούνται, όλα διασκορπίζονται, δεν θα τα ξαναβρεί.
Όλα συντρίμμια απʼ την εικόνα του γιου του πεσμένου στο χώμα.
Δε χρειάζεται καν νʼ αγγίξει το παιδί για να καταλάβει. Και δεν θα το παραδεχτεί ποτέ σε κανέναν. Το κινητό δεν καλεί αριθμούς τόσο γρήγορα. Δεν θα καλέσει κανέναν αριθμό. Το αγόρι δεν αναπνέει. Ίσως και να αναπνέει. Ο αγρότης πέφτει στα γόνατα. Βάζει τα χέρια κάτω απʼ τους ώμους του παιδιού. Τραβάει το παιδί που είναι κάτω απʼ το ανατρεπόμενο φορτηγάκι του, πάνω στο νωπό γρασίδι του πανέμορφου μπροστινού γκαζόν. Τα μπράτσα του γίνονται κούνια για το κεφάλι του παιδιού. Όχι, δεν ανασαίνει. Όχι. Δεν. Πώς έγινε αυτό; Είναι δυνατόν; Πού στο διάτανο ήταν αυτή; Τι άλλο έχει να κάνει απʼ να προσέχει το παιδί; Πού είναι το κινητό; Γιατί το πέταξα κάτω; Πιάσε το κινητό. Αχ, Θεέ μου η πάνα. Του μύρισε η λερή πάνα. Θα τον βρουν σʼ αυτή την κατάσταση, εδώ έξω, στη μπροστινή αυλή, με τη χεσμένη πάνα. Γιατί τον μετακίνησα, γαμώτο μου; Λένε να μην τους μετακινείς ποτέ.
«Ναι. Σας παρακαλώ. 414 Φλόρενς. Ναι. Ναι. Φλόρενς. Φάρμα. Όχι. Το σπίτι. Ναι. Στο δρομάκι. Στο μπρος μέρος του σπιτιού μου, στο δρομάκι. Σας παρακαλώ. Σας παρακαλώ. Όχι. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω γαμώτο μου, είπα!»
Η γυναίκα του παραλίγο να πέσει απʼ τα σκαλιά. Φοράει ένα μπουρνούζι. Τα στήθια της φαίνονται, βρεγμένα κι αστραφτερά κάτω απʼ τον ήλιο. «Θα είναι μια χαρά, θα δεις», λέει σαν παπαγάλος. «Δεν είδα… Κλείδωσα την – πώς ξεκλείδωσε την πόρτα;»
«Τηλεφώνησα… Έρχονται… Τηλεφώνησα».
Εκείνη αμίλητη, κουνάει το παιδί, μόνο κουνάει το παιδί στην αγκαλιά της και του χαϊδεύει το κεφάλι και το πρόσωπο και το λαιμό. Ο άντρας της τη βλέπει να κολλάει το γιο τους στο στήθος της, να κολλάει το πρόσωπό της στο κεφάλι του αγοριού, ένα κεφάλι μια σταλιά, ένα κεφάλι που δε θα μεγαλώσει ποτέ, ένα κεφάλι που πριν λίγα λεπτά ονειρευόταν να πάει να δουλέψει με τον μπαμπά του και μπήκε σχεδόν χορεύοντας στην κρεβατοκάμαρά τους με το τζινάκι του και τις μποτίτσες του κι ένα στραβοκουμπωμένο πουκαμισάκι. Το αγοράκι ήθελε μόνο να πάει μαζί του στη δουλειά κι εκείνος το μάλωσε γιατί τα παιδιά που δεν ακούνε τους γονείς τους πρέπει να τα μαλώνεις για να πάρουν σωστή ανατροφή.
Βρεγμένα μαλλιά κρύβουν τα πρόσωπα της φαμίλιας του, της φαμίλιας που ξέρει ότι έχασε αλλά δεν θα παραδεχτεί ποτέ πως τους έχασε από δικό του λάθος. Ο αγρότης στέκεται κάτω απʼ τον ήλιο που ανατέλλει, χωρίς τον γιο του. Κι ύστερα βλέπει τι ήθελε να κάνει το παιδί και βγήκε έξω, γιατί το αγόρι του άνοιξε την εξώπορτα κι έτρεξε παρʼ όλο που του είχαν πει ξανά και ξανά, ποτέ να μη βγαίνει έξω μόνος του.
Το πορτοφόλι. Το πορτοφόλι που ο αγρότης ξέχασε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του. Το πορτοφόλι που ο γιος του ήθελε πάντα να κρατήσει στο χέρι του αλλά ποτέ δεν του το επέτρεψε. Το πορτοφόλι στο δρομάκι με τα χαλίκια. Το πορτοφόλι που θα μείνει για πάντα στο δρομάκι, σφηνωμένο κάτω απʼ τη ρόδα του φορτηγού του αγρότη.

 

*

 


A Farmerʼs Morning by Carmen Adamucci
Translated by Belica-Antonia Kubareli

It destroys every understanding, every accepted truth, whatever there is in him of the pragmatist, the American Dreamer, the purveyor of life, the payer of bills and field hands and drivers and equipment operators, whatever responsibilities flood the reservoir of his anxieties, whatever moral codes he has adopted and abandoned and devised on his own, whatever childish dreams he has grown away from: the yearning to be creative, a wish to rebel against all order, whatever belief he holds in the power of the individual -his King of all- whatever satisfaction he has attained through expanding his land, whatever arrogant and selfish intention, whatever of crushing and nurturing, despising and loving, his talent to rationalize, whatever fiery drive to supplant those in the business before him, to escape the confines of the infused modesty, the jealous and hungry afternoons of boyhood, whatever denial of his ruthlessness, his confessions to the priest, his donations to a church unwilling to criticize him, whatever he has come to believe about ambition, a determiner, a willer of things, a harvester of the crop in the earth and the crop in his mind—all of these are destroyed, dismantled, all of it scattered and made irretrievable, by the sight of his youngest son lying on the ground.
He does not have to touch the boy to know. And he will never admit that to anyone. The cell phone will not dial fast enough. It will not dial at all. The boy is not breathing. Maybe he is breathing. The farmer drops to his knees. He reaches under the childʼs shoulders. He drags the child from under the pickup truck, into the damp grass of the beautifully green front lawn. His forearms cradle the back of the boyʼs head. No. Heʼs not breathing. Heʼs not. How could this happen? Where the fuck was she? What did she have to do but to watch the child? Where is the cell phone? Why did I drop it on the ground? Get the cell phone. Oh my God the diaper. He could smell the diaper. Theyʼre going to find him like this outside in the front yard wearing a soiled diaper. Why the fuck did I move him? They say you never should move them.
“Yes. Please. 414 Florence. Yes. Yes. Florence. A farm. No. The house. Yes. In the driveway. The front of the house in my driveway. Please. Please. No. I donʼt know. I donʼt fuckinʼ know I said…”
His wife almost falls from the front steps. She is wearing a bathrobe. His wifeʼs breasts are visible, wet and glistening under the sun. “Itʼll be okay. Itʼll be okay,” she is parroting. “I didnʼt see. I locked the—how did he unlock the door?”
“I called and theyʼre coming. I called—”
She says nothing and is rocking and is doing nothing but rocking and holding the boy and stroking the boyʼs head and face and neck. He watches her pull their son to her chest, press her face into the head of the boy, a head far from grown, a head never to be grown, a head that had dreamed only minutes before of coming to work with his daddy, when the boy pranced into the bedroom in little jeans and little boots and a little misbuttoned flannel shirt. The boy just wanted to come with him to work and he had scolded the boy because children who do not listen to their parents must be scolded so that they learn how to grow.
Wet hair conceals the faces of his family, the family he knows he has lost but will never admit to losing by mistake. The farmer stands under the rising sun without his son. Then he sees what the boy had come outside to do, why the boy had opened the front door and had run outside despite having been told, again and again, to never come outside alone.
The wallet. The wallet the farmer had forgotten on the nightstand in his bedroom. The wallet his son had always wanted to hold but was never permitted to touch. The wallet in the gravel driveway. The wallet that would forever be in the driveway, wedged beneath the tire of the farmerʼs truck.

 

***********************

 

2) SUMMER 1984 by Carmen Adamucci
Translated by: Belica-Antonia Kubareli

My father calls for us to come outside, hollering into the kitchen through the ripped and taped summer-screen on the storm door. We go out and stand over his cupped greased palms, where a baby rabbit trembles, snared between his thumbs. I have never before seen an animal caught like this, twitching nose, jaw quivering, body spasm like. I remember hearing if you touch a baby rabbit the baby will die. Shunned by its mother. Refused the milk.
Alfie touches the rabbit with his little kid finger, grazing the back of its head, tugging an ear, making it squeak like a chew toy.
“What would you do that for?” my father says. “God’s sake, you kids.”
“It’s going to die anyway,” I say.
“What do you mean?” Alfie says.
“I mean it doesn’t have a chance in hell now.”
“Hey, that mouth” my father says
Alfie hops up and down, groping the air one second, hands dangling limp another. For the first time I think he might be retarded.
“Dad, I can’t see!”
“Easy there, Lenny.”
“Shut up.”
“Come on. Hurry before I get back on the tractor. And Alfie, pull his ear again you’ll see how it feels. Okay?”
“It really is going to die. The mother won’t want it because it smells like humans. Probably starve or something.”
“What is it with you? Can’t you just enjoy something plain for once?” He puts the rabbit into his cap and holds the cap closed between his fingers and thumb. “You’re one strange bird, I’ll tell ya.”
“It’s true, though.”
“It is not and stop saying it.”
“Yeah,” Alfie says. “Why do you have to ruin everything?”
When I punch Alfie he buckles, shielding his stomach, crying in the histrionic wail reserved solely for children. And my father reaches for me, probably trying to pull my hair, dropping his cap and the terrified rabbit falls on the concrete floor, crazed, zigzagging, running in circles and doubling back and bumping into walls and boots and plastic and metal toys.
“Look at this fucking thing go,” my father says.
We do, all three of us, we watch the rabbit skitter in its chaotic daze until finally it darts along the wall and disappears behind some boxes and fishing rods.
“Now you go get it.” My father nudges the small of my back, tries to pass me the cap. “You made it fall.” I stare dogged.
“I’ll do it,” Alfie says.
He straightens up and tiptoes to the corner, cap held before him. He peers through the rods, half bent over, half still crying from when I punched him in the stomach. “There it is! Something’s wrong with it.”
“See what he’s talking about,” my father says.
“Move, Alfie. Get out the way.”
When I kick the boxes nothing happens. When I shake the rods nothing happens. We stand there like that, waiting for something to happen that never does. Alfie moves boxes. I move the rods. The rabbit starts one leg kicking and a dead fly bounces above it because the corner is nothing but cobweb. We wait for the kicking to stop-and that takes forever.
“Now look…What a goddamn shame,” my father says.

*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1984 – Κάρμεν Ανταμούτσι
Μετάφραση: Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη

Ο πατέρας μας φωνάζει απʼ έξω, ουρλιάζοντας στην κουζίνα μέσα απʼ τη σκισμένη και κολλημένη σήτα της πόρτας. Βγαίνουμε και στεκόμαστε πάνω απʼ τις γεμάτες λάσπη χούφτες του όπου ένα νεογέννητο κουνέλι τρέμει, φυλακισμένο ανάμεσα στους αντίχειρές του. Δεν έχω ξαναδεί ζώο πιασμένο έτσι, ζαρώνει τη μύτη του, τα σαγόνια του τρέμουν, το σώμα του σε σπασμούς. Θυμάμαι που είχα ακούσει πως αν αγγίξεις νεογέννητο κουνέλι, θα πεθάνει. Θα το αρνηθεί η μάνα του. Θα του κόψει το γάλα.
Ο Άλφι αγγίζει το κουνέλι με το παιδικό του δαχτυλάκι, χαϊδεύει το κεφάλι του, τραβάει απαλά το αυτί του και το ζώο βγάζει έναν ήχο σαν να ζούληξε παιχνίδι για μωρά.
«Γιατί το ʽκανες αυτό;» λέει ο πατέρας μου. «Για όνομα του Θεού, ρε παιδιά!»
«Αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνει», του λέω.
«Τι εννοείς;» με ρωτάει ο Άλφι.
«Εννοώ ότι το πήρε ο διάβολος, τώρα».
«Ε, το στόμα σου», λέει ο πατέρας μου.
Ο Άλφι χοροπηδάει σαν ελατήριο, τη μια σηκώνει τα χέρια στον αέρα, την άλλη τα ρίχνει σαν παράλυτα. Για πρώτη φορά σκέφτομαι μήπως είναι καθυστερημένος.
«Μπαμπά, δε μπορώ να δω!»
«Ησύχασε, Λένυ».
«Σκάσε».
«Άντε. Βιαστείτε πριν ξανανέβω στο τρακτέρ. Και, Άλφι, τράβα ξανά το αυτί του να δεις πώς αντιδρά. Εντάξει;»
«Αλήθεια σου λέω, θα πεθάνει. Η μάνα του δεν θα το θέλει γιατί μυρίζει ανθρωπινά. Μάλλον θα πάει από πείνα…»
«Μου λες τι τρέχει μʼ εσένα; Δε μπορείς έστω μια φορά να διασκεδάσεις με κάτι τόσο απλό;» Βάζει το κουνέλι στο καπέλο του και το κλείνει με το δείκτη και τον αντίχειρα. «Πολύ μυστήριος είσαι».
«Όμως είναι αλήθεια».
«Δεν είναι και σταμάτα να το λες».
«Ναι! Γιατί πρέπει πάντα να μας τη σπας;» λέει ο Άλφι.
Μόλις του ρίχνω μπουνιά στο στομάχι, διπλώνεται στα δύο και τσιρίζει με τον θεατρικό τρόπο όλων των παιδιών. Κι ο πατέρας μου, απλώνει το χέρι σʼ εμένα, μάλλον για να μου τραβήξει τα μαλλιά και του πέφτει το καπέλο του και το πανικόβλητο κουνέλι πέφτει στο τσιμέντο, τρελαμένο, κάνει ζιγκ-ζαγκ, τρέχει σε κύκλους κι αναποδογυρίζει και κουτουλάει σε τοίχους και μπότες και πλαστικά και μεταλλικά παιχνίδια.
«Κοίτα το γαμημένο πώς φεύγει», λέει ο πατέρας μου.
Και το κοιτάμε και οι τρεις, κοιτάμε το κουνέλι να γλιστράει σε μια χαοτική θολούρα μέχρι που τελικά ορμάει παράλληλα με τον τοίχο κι εξαφανίζεται πίσω από κάτι κουτιά και καλάμια ψαρέματος.
«Τώρα πήγαινε και φέρʼτο». Ο πατέρας μου με σπρώχνει απʼ τη μέση και προσπαθεί να μου δώσει το καπέλο του. «Εσύ φταις που έπεσε». Τον κοιτάζω πεισμωμένος.
«Θα πάω εγώ», λέει ο Άλφι.
Ξεδιπλώνεται και πάει στις μύτες ως τη γωνία, με το καπέλο μπροστά του. Κρυφοκοιτάζει ανάμεσα στα καλάμια μισοσκυμένος, ενώ μυξοκλαίει ακόμα απʼ τη μπουνιά που του έριξα. «Να το! Όμως κάτι δεν πάει καλά…»
«Πήγαινε να δεις τι τρέχει», μου λέει ο πατέρας μου.
«Άλφι, κουνήσου, φύγε από μπροστά μου».
Όταν κλοτσάω τις κούτες, δε γίνεται τίποτα. Όταν κουνάω τα καλάμια, δε γίνεται τίποτα. Στεκόμαστε έτσι, περιμένοντας κάτι να γίνει που δε γίνεται ποτέ. Ο Άλφι μετακινεί κούτες. Εγώ τα καλάμια. Το κουνέλι αρχίζει να τινάζει το ένα του πόδι και πέφτει μια ψόφια μύγα γιατί η γωνία είναι γεμάτη ιστούς αράχνης. Περιμένουμε να σταματήσει το τίναγμα-και είναι ατέλειωτο.
«Κοίτα να δεις… Τι κρίμα, γαμώτο», λέει ο πατέρας μου.

 

******************************

 

 

3) Charity Through The Eyes of Children by Carmen Adamucci
Translated by: Belica-Antonia Kubareli

“Check the doors,” Gino Enzi says. “Call the cops. Iʼm gettinʼ my gun.”
In the driveway, a van idles, doors open, men jumping out, almost organized, one after the other. They keep coming.
Gino Enziʼs son, Mark Enzi watches the van unload from atop the radiator cover. He is twelve, in sweat clothes, waiting for his father to return to the family living room with his shotgun.
Lila Enzi, his mother, comes into the living room. She is holding the cordless phone, shaking her head. “I was planning to pay it tomorrow…I get paid tomorrow,” she murmurs.
“They just keep coming,” Mark says.
“Did you call the cops?” his father says while he puts a box of shotgun shells on the arm of the couch. The box turns over spilling buckshot all over the cushions.
“Damn,” Gino Enzi says.
“No phone… I was going to pay it—” Lila says.
“Iʼll kill these bastards myself,” Gino Enzi says.
“Dad?”
“Get away from the window,” Gino says. “Damn, got to make these shells count. Why didnʼt we get more shells? I remember saying to get more. Let me see here.”
He picks each shotgun shell up and puts each shotgun shell into the box. Mark and Lila watch him. He is mumbling: “Iʼll do it. Who do these scumbags think they are? This is my farm. I fire who I want, goddamn it. Nobody tells me what to do on my farm, no scumbag bunch of Mexicans.”
Gino Enzi closes the shotgun, puts the box of shells on a shelf besides books he once purchased at a yard sale to put on the shelf but books he has never actually read, books about history and culture and economic theory, books about world religion, philosophy, psychology, etc. There are books about everything on this shelf, and he has read none. The only books he has read were about farming and the business of farming. Plus the bible—when little they made him to in parochial school.
“Get out of my way,” he says to Mark. “We donʼt have many shells…what, what is it, boy?”
In the yard there are thousands, maybe millions of Mexican farm workers. And they keep coming. They just keep coming out of the van. One Mexican throws a brick through the living room window, and the brick smashes into Gino Enziʼs face, knocking him to the floor. He is bleeding. He has lost some teeth. Mark Enzi grabs the gun and tells his mother to get onto the floor near his father.
Mark Enzi stands atop the radiator cover. He is ten feet tall. With the gun pointing directly at his parents and the myriads of Mexican workers in the yard and fearing getting hit in the back by a brick of his own, Mark becomes a man and saves his family from the trampling.

 

*

 

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠʼ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ* – του Κάρμεν Ανταμούτσι
Μετάφραση: Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη

«Τσεκάρισε τις πόρτες», λέει ο Τζίνο Ένζι. «Πάρε τους μπάτσους. Φέρνω το όπλο μου».
Ένα καμιόνι φρενάρει στο δρομάκι της φάρμας, οι πόρτες ανοίγουν και πηδάνε έξω άντρες ο ένας μετά τον άλλον, σχεδόν οργανωμένα. Κι όλο και πλησιάζουν.
Ο γιος του Τζίνο Ένζι, ο Μαρκ παρακολουθεί το καμιόνι, στημένος πάνω στο καλοριφέρ. Είναι δώδεκα, φοράει τις πιτζάμες του και κοιτάζει έξω, περιμένοντας τον πατέρα του να γυρίσει στο σαλόνι με την καραμπίνα του.
Η Λάιλα, η μάνα του μπαίνει στο σαλόνι. Κρατάει το ασύρματο τηλέφωνο και κουνάει το κεφάλι της. «Σκόπευα να το πληρώσω αύριο… Αύριο πληρώνομαι», μουρμουρίζει.
«Έρχονται συνέχεια», λέει ο Μαρκ.
«Τηλεφώνησες στους μπάτσους;» ρωτάει ο πατέρας του ενώ βάζει ένα κουτί με σφαίρες στο μπράτσο του καναπέ. Το κουτί αναποδογυρίζει και οι σφαίρες πέφτουν πάνω στα μαξιλάρια.
«Γαμώτο», λέει ο Τζίνο Ένζι.
«Δεν έχουμε τηλέφωνο… Θα το πλήρωνα…» λέει η Λάιλα.
«Μπαμπά;»
«Μακριά απʼ το παράθυρο», του λέει ο Τζίνο. «Γαμώτο, αυτές οι σφαίρες δεν πρέπει να πάνε τζάμπα. Γιατί δεν πήραμε πιο πολλές; Θυμάμαι που το έλεγα… Για να δω».
Τις πιάνει και τις βάζει μία μία στο κουτί. Ο Μαρκ και η Λάιλα τον κοιτάζουν καθώς παραμιλάει: «Θα το κάνω. Ποιοι νομίζουν ότι είναι αυτοί οι αληταράδες; Αυτή είναι η δική μου η φάρμα. Θα πυροβολήσω όποιον γουστάρω, γαμώτο μου. Κανείς δε θα μου πει τι θα κάνω στη φάρμα μου, κανένας λεχρίτης Μεξικάνος».
Ο Τζίνο Ένζι κλείνει την καραμπίνα, βάζει το κουτί με τις σφαίρες σʼ ένα ράφι δίπλα στα βιβλία που αγόρασε κάποτε σε ένα ξεπούλημα σπιτιού που άδειαζε, για να γεμίσει τα ράφια όμως δεν τα διάβασε ποτέ. Βιβλία ιστορίας και πολιτισμού και οικονομικών θεωριών, βιβλία για θρησκείες, φιλοσοφία, ψυχολογία κ.λπ. Τα ράφια του έχουν βιβλία για τα πάντα μόνο που δεν τα διάβασε ποτέ. Τα μόνο που διάβασε αφορούν τις αγροτικές καλλιέργειες και την αγροτική επιχειρηματικότητα. Συν τη Βίβλο – τον ανάγκασαν όταν ήταν μικρός στο κατηχητικό.
«Μη μπαίνεις στη μέση», λέει στον Μαρκ. «Δεν έχουμε πολλές σφαίρες… Τι; Τι τρέχει, μικρέ;»
Στην αυλή χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια Μεξικανοί εργάτες. Κι όλο κι έρχονται. Βγαίνουν ασταμάτητα απʼ το καμιόνι. Ένας Μεξικανός πετάει ένα τούβλο στο παράθυρο του σαλονιού, το τούβλο χτυπάει τον Τζίνο Ένζι στο πρόσωπο και πέφτει κάτω. Αιμορραγεί. Του φεύγουν μερικά δόντια. Ο Μαρκ Ένζι βουτάει την καραμπίνα και λέει στη μάνα του να πέσει στο πάτωμα δίπλα στον πατέρα του.
Ο Μαρκ Ένζι στέκεται πάνω στο καλοριφέρ. Γίνεται τρία μέτρα ψηλός. Με το όπλο να στοχεύει στους γονείς του και τους μυριάδες Μεξικανούς εργάτες στην αυλή και το φόβο ότι θα φάει κάνα τούβλο στην πλάτη, ο Μαρκ γίνεται άντρας και σώνει την οικογένειά του απʼ το ποδοπάτημα.

 

 

*Σ.τ.μ.: Αυτή η ιστορία γράφτηκε απʼ τον Ανταμούτσι στη διάρκεια των κινητοποιήσεων “Occupy New York” και διαβάστηκε στους διαδηλωτές –ακτιβιστές όπου ανήκει και ο συγγραφέας. Στόχο έχει να ειρωνευτεί την μανία των Αμερικανών κατά των εργατών που μπαινοβγαίνουν δήθεν παράνομα στη χώρα ενώ όλοι ξέρουν πώς χωρίς αυτούς δεν υπάρχει περίπτωση να μαζευτεί καμία σοδειά σε κανένα αγρόκτημα και όπως μου εξήγησε, οι Αμερικανοί αγρότες έχουν ο καθένας τους δικούς του Μεξικανούς εργάτες επί χρόνια, τους πληρώνουν κανονικά αλλά το αμερικανικό κράτος δεν επιτρέπει να τους ασφαλίσουν.

 

 

 

******************************

 

 

 

Ο Κάρμεν Ανταμούτσι, γεννήθηκε το 1977 στην Αμερική από γονείς Ιταλικής καταγωγής. Σπούδασε φιλολογία-λογοτεχνία και δημιουργική γραφή. Πήρε πολλές συγγραφικές και εκπαιδευτικές υποτροφίες και διδάσκει λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Είναι ακτιβιστής, παντρεμένος με δύο κόρες. Διατηρεί με τους γονείς και τα αδέλφια του φάρμα με ροδάκινα και χρησιμοποιεί συστηματικά Μεξικανούς με τους οποίους έχει σχεδόν οικογενειακές σχέσεις, όπως μου εξήγησε και πολεμάει ώστε να πάρουν μόνιμη άδεια παραμονής και εργασίας στην Αμερική. Το πρώτο του βιβλίο θα δημοσιευτεί το 2013