Ο πρώτος μείζων Ιταλός ποιητής του εικοστού αιώνα ήταν ο  Ντίνο Καμπάνα, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές σ’ όλον τον κόσμο. Ο Καμπάνα γεννήθηκε στη πολίχνη Marradi, βόρεια της Φλωρεντίας. Ακόμη κι όταν ήταν παιδάκι αισθανόταν απομονωμένος, και οι αστοί της πόλης του -όπου ο πατέρας του ήταν γυμνασιάρχης – τον είχαν χαρακτηρίσει «παράξενο». Το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια τον πέταξε έξω ως επικίνδυνο για τις ιδέες του και τα πειράματα στη χημεία. Εξέδωσε τη μόνη του ποιητική συλλογή, Ορφικά τραγούδια (Canti orfici) το 1914 (μια συγκεντρωτική έκδοση έγινε το 1952 με τίτλο Canti orfici e altri scritti). Περιπλανήθηκε στην Ευρώπη, Ρωσία και Νότια Αμερική, δουλεύοντας ως τροχιστής μαχαιριών, πυροσβέστης, εργάτης, μέλος ορχήστρας, μπάτσος, ναύτης, θυρωρός, κ.λπ., και διέμεινε στη φυλακή και σε φρενοκομείο. Κατετάγη στο στρατό, προήχθη σε λοχία, τρελάθηκε και πάλι τον πέταξαν έξω. Πέθανε σ’ ένα φρενοκομείο πριν γίνει πενήντα.

 

 

 Στο χειρότερό του σημείο ο Καμπάνα ήταν ένας διανοητικά ανισόρροπος, ρητορικός παρηκμασμένος, οι έξαλλες ροκοκό φανφάρες του κρύβουν την ψυχική του οδύνη και ευαισθησία. Αλλά στο φόρτε του ανήκει στους καλύτερους της παράδοσής του, που είναι αυτή του poète maudit: παιδί με ευπρέπεια, η προσωπική αγωνία του οποίου γίνεται έντονα αισθητή. Η διανοητική του σύγχυση είναι παραδειγματική στη δήλωσή ότι ήταν «ιμπεριαλιστικός αναρχικός»- ανοησία, βέβαια, και ένας που λέει κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να είναι ανόητος. Πάντως η καλύτερη ποίηση του Καμπάνα είναι στην ουσία η συνδιαλλαγή τέτοιων αντιθέσεων: η αγάπη και η λατρεία για την Τσιγγάνα που φιγουράρει σ’ αυτές -ειδωλολατρικά και ηθικά αισθήματα- κατάθλιψη και εξύψωση. Διανοητικά φαίνεται ότι έπασχε από συναισθηματική διαταραχή που τον ωθούσε σε καταστάσεις, όπου κατάθλιψη και ευφορία αναμειγνύονταν σ’ ένα είδος αφόρητης παράνοιας -παράνοια λαθεμένη από ιατρικής πλευράς, αλλά σπαρακτική για τον υποφέρων. Οι γιατροί είχαν διαγνώσει την περίπτωσή του ως σχιζοφρένεια -που δεν είναι βέβαια συναισθηματική διαταραχή – αλλά συχνά είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις μερικές συναισθηματικές καταστάσεις από σχιζοφρένεια – μάλιστα οι περισσότεροι ποιητές είναι από τη φύση τους μανιοκαταθλιπτικοί.

 
Ο Καμπάνα είναι ονειροπόλος ποιητής που καταγράφει την άκαρπη προσπάθειά του να χάσει την μισητή, την άρρωστη, προσωπική του ταυτότητά μέσα σε νέες εμπειρίες και νέα θέματα ο λυρικός τόνος είναι τόνος ελπίδας που δεν εγκαταλείπει ποτέ. Πάντως μετά το 1916 δεν φαίνεται να έχει γράψει τίποτε άλλο. Ο Καμπάνα δημιουργούσε ωραίους τόπους στη φαντασία του, και για ένα διάστημα έκανε περίπατο μέσα σ’ αυτούς, όπως στο Φθινοπωρινός κήπος:

Στον κήπο-φάντασμα, στην κλαδευμένη δάφνη
Των ποιητών τα ψιθυριστά πράσινα στέμματα
Στις χώρες του φθινοπώρου
Ένα τελευταίο αντίο!
Στις καψαλισμένες ανώμαλες πλαγιές
Που κοκκινίζουν το ηλιοβασίλεμα
Η μακρυνή ζωή φωνάζει
Μ’ ένα κροτάλισμα στριγγλιάς:
Φωνές στον ήλιο που δύει
Και αιματώνει παρτέρια λουλουδιών.
Σαλπίσματα ακούγονται,
Θορύβου μαχαίρι σηκωμένο: ο ποταμός βυθίζεται
Στην επίχρυση άμμο του ήσυχα
Στις άκρες των γεφύρων, τα κεφάλια τους στραμμένα αλλού,
Στέκουν τα λευκά αγάλματα.
Το παρελθόν παρήλθε
Και η σιωπή που ανεβαίνει βαθειά από μέσα της
Σαν μια τρυφερή και μεγαλοπρεπή χορωδία
Λαχταρά το ψηλό μπαλκόνι μου
Και στην μυρωδιά της δάφνης,
Στης δάφνης την ξινή και αδρανή μυρωδιά,
Ανάμεσα τα αγέραστα αγάλματα στον τελικό ήλιο
Αυτή έρχεται σε μένα, είναι εκεί.

Εδώ εσωτερική και εξωτερική εμπειρία συγχωνεύονται – και όμως το ωραίο όραμα είναι βαρυμμένο με απειλή. «Αυτή» είναι η Τσιγγάνα φιλενάδα του Καμπάνα- και ο τόπος είναι μια Φλωρεντία (οι Κήποι Μπόμπολι) μεταμορφωμένη στη φαντασία του ποιητή. Μας παρουσιάζει ένα πορτρέτο της Τσιγγάνας φιλενάδας του στο τρομακτικό και θαυμάσιο ποίημα Μια παράξενη Τσιγγάνα, όπου συγκρίνει το απειλητικό του όνειρο με την πραγματικότητα που φαίνεται να αδικεί. Σε τέτοια ποιήματα ο Καμπάνα πετυχαίνει μια ενορατική αγνότητα σπάνια στον εικοστό αιώνα.

 

*************