“Ψηφίστε Ελεύθερα”
(μια προεκλογική αφίσα του Intellectum/ Ποιείν από τον Γιάννη Εργελετζή)
ΦΩΝΑΞΕ τί νὰ φωνάξω;
Χορτάρι ἡ κάθε σάρκα; συμπεριλαμβανομένων
Τῶν Ἑταίρων τὸν Λουτροῦ, τῶν Ἱπποτῶν τῆς Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας, τῶν Ἱπποτῶν,
Ὢ Ἱππότες! τῆς Λεγεῶνος τῆς Τιμῆς,
Τοῦ Τάγματος τὸν Μέλανος Ἀετοῦ (α’καὶ β’τάξεως). Καὶ τοῦ Τάγματος τοῦ Ἀνατέλλοντος Ἡλίου.
Φώναξε φώναξε τί νὰ φωνάξω;
Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ γίνει πρῶτα εἶναι νὰ σχηματιστοῦν οἱ ἐπιτροπές:
Τὰ γνωμοδοτικὰ συμβούλια, διαρκεῖς ἐπιτροπές, εἰδικὲς ἐπιτροπὲς καὶ ὑποεπιτροπές.
Ἕνας γραμματέας φτάνει γιὰ πολλὲς ἐπιτροπές.
Τί νὰ φωνάξω;
Ὁ Ἄρθουρ Ἔντουαρ Κύριλ Πάρκερ διορίστηκε τηλεφωνητής.
Μὲ μισθὸ μιάμιση λίρα τὴ βδομάδα ποὺ μὲ πέντε σελίνια ἐτήσια αὔξηση
Γίνεται δυόμιση λίρες τὴ βδομάδα•
Κι ἕνα ἐπίδομα τριάντα σελίνια τὰ Χριστούγεννα
Καὶ μιὰ βδομάδα τὸ χρόνο ἄδεια.
Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ γιὰ νὰ ὑποδείξει ἕνα συμβούλιο μηχανικῶν
Νὰ ἐξετάσει τὴν Ὕδρευση.
Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ
Γιὰ τὰ Δημόσια Ἔργα, πρωτίστως γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν ὀχυρωματικῶν.
Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ
Νὰ διαπραγματευθεῖ μὲ μιὰ Βολσκιανὴ ἐπιτροπὴ
Τὴν αἰωνία εἰρήνη• οἱ βιομήχανοι βελῶν καὶ ἀκοντίων καὶ οἱ σιδηρουργοὶ
Ὅρισαν μιὰ μικτὴ ἐπιτροπὴ νὰ διαμαρτυρηθεῖ γιὰ τὴ μείωση τῶν παραγγελιῶν.
Ὡστόσο οἱ φυλακὲς στὰ σύνορα παίζουνε ζάρια Καὶ στοὺς βάλτους (ὢ Μαντοβάνε) κοάζουν τὰ βατράχια.
Πυγολαμπίδες λάμπουν στὶς ἀνήμπορες πάνω ἀστραπὲς τῆς νύχτας τοῦ Ἰουλίου.
Τί νὰ φωνάξω;
Μάνα, μάνα
Νὰ τὰ οἰκογενειακὰ πορτραῖτα γραμμή, σκοῦρες προτομές, ὅλες μὲ ὕφος ἀξιοπρόσεχτα ρωμαϊκό.
Ὅλες ἀξιοπρόσεχτα ἴδιες φωτισμένες διαδοχικὰ ἀπ’ τὴν ἀνταύγεια
Ἑνὸς ἱδρωμένου λαμπαδοφόρου ποὺ χασμουριέται.
Ὢ χωμένοι κάτω ἀπό… Χωμένοι κάτω ἀπό… Ἐκεῖ ποὺ τὸ πόδι τοῦ περιστεριοῦ πάτησε μὲ μιὰ σύσπαση μιὰ στιγμή,
Μιὰ ἀκίνητη στιγμή, μεσημερνὴ ἀνάπαυλα, βολεμένη κάτω ἀπὸ τὰ ψηλότερα κλαδιὰ τοῦ πλατύτερου δέντρου τοῦ μεσημεριοῦ.
Κάτω ἀπ’ τὰ φτερὰ τὸν στήθους ποὺ ἔπαιζαν μὲ τ’ ἀγεράκι τ’ ἀπογευματινὸ
Ἡ κυκλαμιὰ ἐκεῖ πέρα ἀνοίγει τὰ φτερούγια, ἐκεῖ τ’ ἁγιόκλημα σκύβει στ’ ἀνώφλι.
Ὢ μάνα (ὄχι κάποια προτομὴ ἀπὸ τοῦτες μ’ ἐπιγραφὴ ἀξιοπρεπή)
Ἐγώ ἕνα κουρασμένο κεφάλι ἀνάμεσα σὲ τοῦτα τὰ κεφάλια
Γεροὶ τράχηλοι γιὰ νὰ τὰ βαστάζουν
Γερὲς μύτες γιὰ νὰ σκίζουν τὸν ἄνεμο
Μάνα
Δὲ θὰ μπορούσαμε κάποτε, ἴσως τώρα, νὰ εἴμασταν μαζί.
Ἂν οἱ θυσίες, παιδεμοί, ἀσκητισμοί, ἐξιλασμοὶ
Ἔχουνε τώρα τηρηθεῖ
Δὲ θὰ μπορούσαμε τάχα νὰ εἴμασταν χωμένοι
Χωμένοι μέσα στὴ γαλήνη τοῦ μεσημεριοῦ, μέσα στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας ποὺ κοάζει.
Ἔλα μὲ τὸ φτερούγισμα τῆς μικρῆς νυχτερίδας, μὲ τὸ μικρὸ λαμπύρισμα τῆς πυγολαμπίδας ἢ κωλοφωτιᾶς
Πετώντας, πέφτοντας, στεφανωμένα σκόνη, τὰ μικρὰ πλάσματα.
Τὰ μικρὰ πλάσματα τσιρίζουν ἀχαμνὰ μέσα στὴ σκόνη, μέσα στὴ νύχτα,
Ὢ μάνα
Τί νὰ φωνάξω;
Ἀπαιτοῦμεν μίαν ἐπιτροπήν, μίαν ἀντιπροσωπευτικὴν ἐπιτροπήν, μίαν ἐπιτροπὴν ἐλέγχου
ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ!











Άσχετο: και ζητώ συγνώμη από τον
φίλο Σπύρο Αραβανή .
17 Ιούνη 1940 Σήμερα συμπλήρωσα
72 περιφορές περί τον ήλιο .
Σήμερα θέλω να χαρίσω κάτι στην ιδέα μου .
Θέλω να σου πω
Στον Γιάννη Ρίτσο
Αθήνα 17/6/12
Θέλω να σου πω
ότι σε γνώρισα
όταν κάποιοι
ψέλλιζαν τʼ όνομά σου
την ώρα που έσβηναν ,
όχι σαν προσευχή
αλλά σαν αντίδωρο ,
για ʼκείνο το λίγο
μα τόσο βαμμένο
με αίμα ,
για ʼκείνο που ριζώνει
μεσʼ την καρδιά
για να κρατήσει τη ζωή
σε κάποιο επίπεδο
αξίας .
Θέλω να σου πω
ότι σε διάβασα
όταν μερικοί
με μαστίγωναν
και έπρεπε
να μετριάσω τον πόνο ,
όχι του σώματος
μα της έρμης
της σκέψης ,
που έτοιμη να
λυγίσει , άκουγε
από εσένα και
τις καρτερίες σου
ποιήματα .
Θέλω να σου πω
πως με κράτησες
ζωντανό , όταν
άλλοι ήταν θαμώνες
της Αχερουσίας
έχοντας μάθει
να κουβεντιάζουν
μεταξύ τους .
Πρέπει να ξέρεις
ότι δεν γράφω
αξιόλογα ποιήματα .
Μόνο την ψυχή μου
θέλω να σου
προσφέρω , γιατί
υποφέρω .
Πολύχρονος, Καπετάνιε! και καλό βόλι!
Να μας ζήσεις Captain μας.
Δωράκι το ακόλουθο, του συνονόματού σου.
ὦ νέοι, ἀλλὰ μάχεσθε παρ’ ἀλλήλοισι μένοντες, 15
μηδὲ φυγῆς αἰσχρῆς ἄρχετε μηδὲ φόβου,
ἀλλὰ μέγαν ποιεῖσθε καὶ ἄλκιμον ἐν φρεσὶ θυμόν,
μηδὲ φιλοψυχεῖτ’ ἀνδράσι μαρνάμενοι·
τοὺς δὲ παλαιοτέρους, ὧν οὐκέτι γούνατ’ ἐλαφρά,
μὴ καταλείποντες φεύγετε, τοὺς γεραιούς. 20
αἰσχρὸν γὰρ δὴ τοῦτο μετὰ προμάχοισι πεσόντα
κεῖσθαι πρόσθε νέων ἄνδρα παλαιότερον
ἤδη λευκὸν ἔχοντα κάρη πολιόν τε γένειον
θυμὸν ἀποπνείοντ’ ἄλκιμον ἐν κονίῃ,
αἱματόεντ’ αἰδοῖα φίλαισ’ ἐν χερσὶν ἔχοντα – 25
αἰσχρὰ τά γ’ ὀφθαλμοῖς καὶ νεμεσητὸν ἰδεῖν –
καὶ χρόα γυμνωθέντα· νέοισι δὲ πάντ’ ἐπέοικεν,
ὄφρ’ ἐρατῆς ἥβης ἀγλαὸν ἄνθος ἔχῃ·
ἀνδράσι μὲν θηητὸς ἰδεῖν, ἐρατὸς δὲ γυναιξί
ζωὸς ἐών, καλὸς δ’ ἐν προμάχοισι πεσών. 30
ἀλλά τις εὖ διαβὰς μενέτω ποσὶν ἀμφοτέροισι
στηριχθεὶς ἐπὶ γῆς, χεῖλος ὀδοῦσι δακών.
«είναι νύχτα και έπαρση στες λειψανοθήκες»: προ των exit pol αμφιλογία Έκτορος Κακναβάτου [Ποιήματα, Β΄].
Υ.γ Ευχές για τον εορτάζοντα σταθερό φίλο του ΠΟΙΕΙΝ, ποιητή Τυρταίο.
Αναλογίες μόνο -αναλογίες και συνάφειες [ΟΧΙ συνομωσίες] να θυμίσω, ακομπανιάροντας την ανάρτηση και τον μίστερ Τ.Σ. Έλιοτ με του Γιώργου Σεφέρη, Β. Μυκήνες, [στην ενότητα Γυμνοπαιδεία, 1936]:
« […] είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.
Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα σ’ ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις∙
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.
Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες»
Ο Μύ-ς ο τραυματομέτρης σχολιάζει τις εκλογές, ανθολογώντας:
«[…] -Σωπάστε, βόησε ο πιστός, αυτά σε χίλια,
κάνε σε δυο, σε τρεις χιλιάδες χρόνια,
θάν είναι παρελθόν και τι τα συζητάμε.
Ο κόσμος είναι άπειρος και ανάπηρος,
έχει μιαν άπειρη απειρία βασάνων
που θενά ‘ρθούν στο εγγύτατο παρόν,
στο προαιώνιο μέλλον και στο σίφουνα
τ’ ακήρατου και ακράτου παρελθόντος.»
Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Σύγκραση», Κυδώνιον Μήλον, 2006