Για νʼ αρχίσω λορκιάνα, το Φεγγάρι, ο Λόρκα, και το όνομα Μαρία, φαίνεται πως δεν θα τελειώσουν ποτέ στην ποίηση. Γιατί είναι πάντα εξαντλημένα και πάντα ανεξάντλητα. Και αντιστρέφοντας τη γνωστή ρήση θα μπορούσαμε να πούμε ότι ποίηση είναι ότι κερδίζεται στη μετάφραση. Με την έννοια ότι η γραφή κάθε ποιήματος και η κατάθεση κάθε έργου περιέχει και τη δύναμη των μεταφράσεών του, που κάνουν δυνατή την παρουσία του μετά το τραύμα της Βαβέλ στον κόσμο, μετά τη σύγχυση των γλωσσών. Μπορούμε να φανταστούμε τα μεταφράσματα σαν μια διπλή τάση εκπόρευσης από και απεύθυνσης στο πρωτότυπο που διευρύνει την παρουσία του. Από αυτή την άποψη όλες οι μεταφράσεις που γίνονται για το ίδιο έργο σε μιαν άλλη γλώσσα, δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά συμπληρωματικές, φωτίζοντας με διαφορετικό τρόπο το αεί απροσπέλαστο πρωτότυπο. Προορισμένες να γεράσουν, ενώ το πρωτότυπο μένει χλωρό, προορισμένες να εμπνεύσουν πρωτότυπα ποιήματα απαντήσεις στη γλώσσα που ανήκει το μετάφρασμα, προορισμένες να κρατήσουν τα πρακτικά μιας συνομιλίας πού πίσω από το γράμμα του ποιήματος πιάνει κάποτε νεύματα του βίου του ποιητή.
Το λέω εξ αρχής. Ο Γιάννης Σουλιώτης με το μετάφρασμά του μπαίνει άξια στον εσμό των μεταφραστών του Λόρκα. Και από αυτή την άποψη μπορούμε να περιοριστούμε λέγοντας ότι η μετάφραση μεταφέρει σε ζωντανά ελληνικά ότι επέλεξε να μεταφράσει. Αυτό σημαίνει ότι υπηρετεί έργω τις προκείμενες που έθεσε ως τεχνική μετάφρασης με τρόπο ακριβή και κυρίως αγαπητικό. Ο ίδιος μιλάει πρωτίστως για την Ωδή στη Θεία Ευχαριστία, μετάφρασμα που με την παρουσία του για πρώτη φορά ολόκληρο απ’ όσο ξέρω στα ελληνικά, περιέχει ξεκάθαρα την προσωπική του κατάθεση του μεταφράζειν Λόρκα. Μπορεί κάποιος να αρχίσει την ανάγνωση του βιβλίου από εκεί.
Το κριτήριο της επιλογής του βιβλίου μπορεί να μην περιέχει την τάξη που θέλουν οι ακαδημαϊκοί και να μοιάζει με συμπίλημα, αλλά περιέχει την τάξη, αν μου επιτρέπετε του παθιασμένου αναγνώστη ενός έργου . Η καλύτερα στη μετάφραση προκειμένων για το τελικό ποίημα του ίδιου του Σουλιώτη, που μοιάζει με τελικό αποτέλεσμα αλλά και πρώτο σχόλιο στην ίδια τη μετάφραση. Στο κεκορεσμένο μεταφραστικά έργο του Λόρκα, αυτή η επιλογή, όχι μόνο είναι νόμιμη, αλλά είναι και απελευθερωτική και αναζωογονητική του έργου του Λόρκα. Ο Σουλιώτης μάς παραδίδει ένα βιβλίο αναγνώστη εν δράσει με την υποδόρια πρόθεση να φωτίσει αγαπημένες διαστάσεις του λορκιανού πρίσματος.
Για αυτό θα τοποθετήσω το βιβλίο του στις συντεταγμένες της πρόσληψης που βρίσκεται ο Λόρκα στην Ελλάδα στις μέρες μας. Ο Λόρκα ο λαϊκός, ο σχετικός με τις ρίζες, ο νομιμοποιός του ιδεολογήματος ενός υπερεαλισμού που τρέφεται από την παράδοση, μάλλον είναι σε άμπωτη. Καθώς η ίδια οι κοινωνία μας αλλάζει εμφανίζεται σιγά σιγά το δεύτερο πρόσωπο του Λόρκα, το πλέον έγκυρο και στην ίδια την ισπανόφωνη γλωσσική κοινότητα. Ο Λόρκα ο λόγιος, που έχει αφομοιώσει όλη την ποιητική παράδοση της εποχής του, ο τολμηρός συνομιλητής της Αμερικής με Θεό, που είναι η Νότια Αμερική, απέναντι στην Αμερική χωρίς Θεό που είναι η Βόρεια. Ο παιγνιώδης στην αποκάλυψη των ερωτικών του προτιμήσεων, ο κακοαγαπημένος του Νταλί, ο άτυχος στον έρωτα, αλλά και ο πείσμων στην κατάθεση της πιο προωθημένης έκφρασης τόσο στη θεματολογία όσο και στο λεκτικό.
Απέναντι σʼ αυτή την εν πολλοίς ελάχιστη και σχηματική αναφορά αυτού του δεύτερου Λόρκα το βιβλίο του Γιάννη Σουλιώτη αποτελεί μια αξιόλογη περιδιάβαση. Αναγνωρίζω στην μεταφραστική παρέμβαση του Γιάννη Σουλιώτη, μια ακόμα βολή προς την αλλαγή, η καλύτερα την επέκταση της προσπάθειας να απεγκλωβίσουμε το Λόρκα από την ακαδημαϊκή και αργόσυρτη βαρύτητα των αναγνώσεων που υπήρξαν χρήσιμα προσαρτήματα του ιδεολογήματος της Ελληνικότητας, και να τον ανοίξουμε στην ευρύτητα των αναγνώσεων που επιδέχεται μια ποίηση άξια να έχει μέλλον για λόγους σύγχρονης αισθητικής και όχι για νομιμοποίηση εντοπίων προσπαθειών.

Η αίσθησή μου ως τώρα όσον αφορά την πρόσληψη του Λόρκα στην Ελλάδα είναι ότι κάθε ποιητής που γράφει ελληνικά γεννιέται κατά κάποιον τρόπο χρεωμένος ένα ποίημα για το Λόρκα. Και είναι θέμα συγκυριών να επιχειρήσει τη γραφή του. Ελπίζω αυτό να συνεχίσει και στο μέλλον, αξιοποιώντας και την δεύτερη εκδοχή του Λόρκα που σας περιέγραψα.
Για να γυρίσω στα αρχαιοελληνικά, θα ήθελα να επισημάνω πως μετρώντας τις χρονολογίες και τις νύξεις του μέλλοντος στα τελευταία γραπτά του Λόρκα, βρισκόμαστε κάποτε να ονειροπολούμε, με τον ίδιο τρόπο που ονειροπολούμε συμπληρώνοντας φανταστικά τα κομμένα χέρια της Νίκης της Σαμοθράκης, τι θα μπορούσε να είναι το έργο του Λόρκα αν στη συνάντησή του με την τραγική Ιστορία της χώρας του, είχε βγει ζωντανός.
Μ΄ αυτή την ονειροπόληση, που μοιάζει κιόλας με τον τρόπο που ο Λόρκα ονειροπολεί σε κάποια απʼ τα νεανικά του ποιήματα, θέλω να σας παρακινήσω για μιαν ανάγνωση του βιβλίου του Γιάννη Σουλιώτη. Το έργο του Λόρκα, όπως και κάθε έργο ενός μεγάλου ποιητή είναι νύξη αθανασίας, ακόμα και σε ένα κόσμο που έχει αναλάβει την Ύβρη ο Θεός να είναι νεκρός.