Τις νύχτες

Βυθίζονται στις γωνιές του μυαλού μου δίχως χτενάκι ή κομπολόι στα χέρια, χωρίς εσάρπα στους ώμους, ή στο λαιμό κασκόλ, φεύγουν γυμνοί κι επιστρέφουν ενδεδυμένοι πλήρως, στα ντουλάπια, στις αποθήκες , στα βήματά μου. Τις νύχτες σκαλίζουν το μυαλό μου, να θυμηθώ κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Ξεκλειδώνω βαλίτσες, λουστράρω παπούτσια, μαντάρω κάλτσες, μʼ αγγίζουν σκιές τεραστίων διαστάσεων, τις αφήνω να με χαϊδεύουν ύπουλα ως την ονείρωξη – αδιαφορούν πλήρως για συγγένειες ματωμένες, ξέρω, μισούν τα ανθισμένα νεκροταφεία, τα καντήλια, απεχθάνονται τη σιχλιασμένη λάσπη, φοβούνται το θάνατο όσο εγώ τους νεκρούς μου. Κάθομαι ήσυχη τις νύχτες, τους επιτρέπω να τυλίγονται γύρω μου – χταπόδια, πνιγμοί, γέλια, βρισιές, όρκοι. Ξυπνάω γκαστρωμένη φαντάσματα περιμένοντας τις νύχτες μας να γεννήσω, να τα ονοματίσω ξανά και ξανά. Τις νύχτες βαφτίζω τα παιδιά μου. Ξανά.

Σε άριστη λειτουργία

Να ζεις έξω απʼ τον εαυτό σου, να γίνεσαι το ακρόαμα και ο ακροατής, το θέαμα και ο θεατής, πάνω και κάτω απʼ τη σκηνή ταυτόχρονα, ικανός ή ανίκανος να υποστηρίξεις το ρόλο, με το φόβο του τι θα σκέφτονται οι απέξω κι ο άλλος εντός σου να παρατηρεί βουβός, ενώ εσύ συνεχίζεις πανικόβλητος απʼ τα παγερά απαθή μάτια της ακατέργαστης συναίσθησης, της αρχαίας νόησης, συγκαταβατικός προς τις παρενέργειες της δυαδικότητάς σου, πασχίζοντας να δημιουργήσεις συνειδητά ή ασυνείδητα κάποιο προσβάσιμο χάσμα που θα διασχίσεις κάποτε με ένα διανοητικό άλμα, σε μιαν απέλπιδα απόπειρα νʼ αντιμετωπίσεις τον αληθινό σου εαυτό αντί για τη χώρα του Θανάτου.

Επιτύμβιο

Η δίψα σου αενάως ακατασίγαστη. Ίσως επειδή αντί για νερό, έπινες φως ή την υπόσχεση της ανάλαφρης διαφάνειας ή τη βεβαιότητα της λαμπρότητας – όμως πώς να ξεδιψούσες με λάμψεις; Τώρα ανεμοπόρος πίνεις φωτεινές ελαφρότητες, λούζεσαι σε λαμπερές διαφάνειες, εξαγνισμένος από κάθε όνειδος. Τώρα είσαι ένα φτερένιο, πανθορών φως, μια αιχμή βέλους χρυσού στις κόρες των ματιών μου. Κι αν δεν υπάρχει παράδεισος, τον φτιάχνω ιδίοις χερσί, για σένα, πατέρα μου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Μπελίκα Κουμπαρέλη γεννήθηκε το 1958. Σπούδασε θέατρο και μετάφραση στην Ελλάδα. Στην Αγγλία σπούδασε κοινωνιολογία και δημιουργική γραφή. Είναι διδάκτωρ κοινωνικής εγκληματολογίας. Έχει γράψει 6 μυθιστορήματα και έχει μεταφράσει περίπου 70 βιβλία. Μεταξύ αυτών και το διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη «Τα Ρόδινα Ακρογιάλια» στα αγγλικά, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε Αγγλία και Αμερική. Εργάζεται ως μεταφράστρια και καθηγήτρια λογοτεχνίας.