Φωτογραφία Γλαύκου Κουμίδη: Παλαιό Κοιμητήριο Λευκωσίας, «Ονούφριος Κληρίδης».
Ήταν εργάτης χρόνια τώρα
στʼ Αγγλοκυπραίικο μεταλλείο
δώδεκα μίλια από τη Χώρα.
Μάχεν ο πόλεμος αρχίσει,
το μεταλλείο είχε σταματήσει,
δεν έμεινε καμμιά άλλη λύση
και γράφτηκε πια στο στρατό
μʼ άλλους πολλούς, ένα σωρό.
Αποχαιρέτησε μια αυγή
με βαρεμένη την ψυχή
(πόλεμος ήταν˙ ποιος μπορούσε
να ξέρη αν θα ξαναγυρνούσε;)
τη γυναικούλα του, το γιο του,
ξένο ή δικό, όλο το χωριό του.
Στα Πολεμίδια βιαστικά
διδάχτηκε λίγο-πολύ
λόγχισμα, μαρς, σκοποβολή.
Τον πήραν έπειτα γραμμή
στην Παλαιστίνη, Σομαλία,
Αβυσσυνίαν, Ιράκ, Συρία,
Λιβύην, Ελλάδα κʼ Ιταλία˙
κʼ ήταν χωρίς αμφιβολία
αυτή η συχνή σκηναλλαγή
μιας πρώτης τάξεως ποικιλία.
Όπου τον πρόσταζαν χτυπούσε:
απʼ το Βορρά Ευρωπαίους ξανθούς,
νότιους Ασιάτες μελαψούς,
σγουρόμαλλους Αφρικανούς.
Δε δίσταζε και δε ρωτούσε.
Τι να ρωτήξη; Πολεμούσε
-τουλάχιστο άποψη δική του-
όπως και πριν, για το ψωμί του.
Για να μιλά πιο καθαρά:
αυτός δεν πείστηκε απʼ το ράδιο
μʼ απʼ το φριχτό στομάχι τʼ άδειο.
Άλλωστε και στο κάτω-κάτω
όλος ο κόσμος τόχε πη
-πολιτικοί, ποιητές, σοφοί-
πως δίκια ο αγώνας τους γινόταν
για λευτεριά ή δεν ξέρω τι.
Κʼ έπειτα πως θες να θυμόταν
κάνα «ου φονεύσεις» ή άλλο πια
αφού ούτε αυτού καν του παπά
δεν τόλεε τώρα το κιτάπι
λες κʼ έλειψε εκείνη η σελίδα
πούγραφε πριν για την αγάπη.
Ήταν ωστόσο, ως γεγονός,
το «να φονεύση» ο μόνος όρος.
Γιατί ως προς τʼ άλλα ο μισθοφόρος
περνούσε τον καιρό του φίνα:
λεφτά, φαγί, πιοτό, καπνός,
λίγη Αλεξάντρεια, λίγη Αθήνα,
στη Νάπολη και στην Τεργέστη
ψευταρραβώνιασμα ένα μήνα.
Για τη «σκληρή ζωή» ήταν αστείο
νάχη παράπονα και γκρίνιες
ένας που ερχόταν απʼ τις μίνιες.
Το ζήτημα, ήταν το μεγάλο
και σοβαρό, βέβαια, εδωπέρα
να μην τον πάρη καμμιά σφαίρα˙
μʼ αυτό μονάχα, τίποτʼ άλλο.
Και κύλησαν έτσι έξη χρόνια,
τη νίκη χάρισε η Θεία Πρόνοια
κιʼ αυτός γυρνά πια ευτυχισμένος,
τίμιος στρατιώτης, δοξασμένος.
Γύρισε σήμερα. Απηχούσε
το σπίτι ολήμερα χαρά.
Είχε η γυναίκα του σαστίσει
να το χρυσοκαλωσορίση,
έτρεξε ο γιος του -πω πω τι άντρας!-
απάνω του να το φιλήση
κʼ ύστερα μια στιγμή κρυφά
«τι τούφερε» να το ρωτήση.
Τʼ απόγιομα έπεσαν κʼ οι φίλοι
να πάρουν τʼ ακριβό μαντήλι
-ήταν μια ολάκερη ευτυχία.
Τους είχε, βέβαια, δυο λεφτά
διακόψει εκείνη τη χαρά
η μάνα κάποιου συστρατιώτη
στενού του φίλου παιδικού
που χάθηκε στην Ιταλία.
(Έκλαιε, τραβούσε τα μαλλιά της.
-Το φίλο σου που τον άφηκες;
Ούτε λογάριαζε τις νίκες˙
ήταν φριχτή παραφωνία).
Όμως την πήραν όξω πια
(-Το μοιρολόι δεν εινʼ σωστό
τέτοιες στιγμές, κυρά-Αργυρώ)
και ξαναπόμεινε η χαρά…
Τώρα σκοτείνιασε. Έχουν φύγει
δικοί και φίλοι λίγοι-λίγοι
κʼ έκλεισε η πόρτα του νωθρά
πίσω απʼ τον κόσμο, απʼ άμμους, χιόνια,
έκλεισε πίσω απʼ έξη χρόνια…
Λοιπόν, στο σπίτι του ξανά;
Αυτή η μικρούτσικη γαλήνη
που τόσος δα χώρος την κλείνει
πέφτει έτσι απλά απάνω απʼ εκείνη
την τρομερή την τρικυμιά;
Αργό το βλέμμα γυροφέρνει
να ψηλαφήση το λιμάνι:
όλα, τους τοίχους, το ταβάνι.
Ύστερα ο μισθοφόρος σέρνει
το βήμα του ξανά έτσι οικείο
κοντά στο φράχτη, στην αυλή
όπως κιʼ όταν γυρνούσε πρι
τʼ απόγιομα απʼ το μεταλλείο.
Ίδια ξαπλώνει στις καρέκλες
και ρίχνει τις αρβύλες πέρα
(τώρα μαζί με τα έξη χρόνια,
τότες μαζί με κάθε μέρα)…
Ήταν αλήθεια ευτυχισμένος.
Καλά η γυναίκα, το παιδί,
καλά κιʼ αυτός. Τώρα μπορεί
να λογαριάση˙ λογαριάζει
καθώς τελείωσε κʼ ησυχάζει
τι «καθαρόν» απʼ όλα βγήκε:
Πόσα να τούχη οικονομήσει
απʼ τα «επιδόματα» η κυρά του
κιʼ αυτός πόσα άλλα «κρατημένα»
θα πάρη ακόμα να ξοφλήση.
Παρέκει ο γιος του νυχτοπαίζει
μʼ ένα άλογο που τούχει φέρει.
-Γυναίκα, στρώσε το τραπέζι!
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Το ποίημα, ʽΟ μισθοφόρος απʼ την Ατλαντίδαʼ, βρίσκεται στο βιβλίο «Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής», Λευκωσία 1954, σελίδες 18 έως 21. Η στίξη έχει προσαρμοστεί στη σημερινή υπερπραγματικότητα.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πριν κλείσει το βιβλίο αυτό, παρακαλώ τον αναγνώστη μου να σημειώσει τʼ ακόλουθα:
α. Στη συλλογή έχω περιλάβει μερικά αγαπημένα τραγούδια απʼ τα «Minima» μου που εκδόθηκαν το 1946.
β. Για λόγους ανεξάρτητους απʼ τη θέλησή μου έχω παραλείψει απʼ τη συλλογή μερικά ανέκδοτα τραγούδια μου μʼ εθνικό περιεχόμενο.
γ. Μʼ ελάχιστες εξαιρέσεις, τα τραγούδια της συλλογής είναι γραμμένα πριν απʼ την τελευταία πεναετία.
δ. Σχετικά με τους στίχους στην Κυπριακή τοπολαλιά ο αναγνώστης πρέπει νάχη υπʼ όψη του πως -όπως έγραφα και στα «Minima»- ο Κυπριακός στίχος δεν ξέρει τη συγχώνευση φωνηέντων κʼ έτσι δεν ξέρει ούτε τη συνίζηση ούτε τη χασμωδία.
Κ.Μ.
Λευκωσία, Οχτώβρης 1954
ΚΟΛΟΦΩΝΑΣ
Τυπώθηκε στα καλλιτεχνικά τυπογραφεία της Τυπογραφικής και Εκδοτικής Εταιρείας «Πρόοδος» Λτδ., της Λευκωσίας. Την εχτύπωση επιμελήθηκε προσωπικώς ο τεχνικός διευθυντής της Εταιρείας Ανδρέας Μιχαηλίδης. Τη στοιχειοθέτηση στη λινοτυπική μηχανή έκανε ο Κυριάκος Παναγή.
Περισσότερες πληροφορίες για τον ποιητή στον επίσημο ιστότοπο www.costasmontis.com.











Ο Μόντης είναι ένας από τους αγαπημένους μου ποιητές. Μάζευα όσο μπορούσα ό,τι έβρισκα στην Ελλάδα να κυκλοφορεί από το έργο του. Αυτό το ποίημα δεν το γνώριζα. Κώστα σ’ ευχαριστώ.
Κώστα καλησπερίζω σε
Πέρα από το γεγονός του ότι είμαι
γαλουχημένος με ισόμετρο και ρίμα
και αφού σε ευχαριστήσω για την
παρουσίαση του ποιητή , θέλω να
σε ρωτήσω και κάτι που μου
έρχεται espondaneo κοιτώντας
την φωτό της ανάρτησης .
Πυροβολούν και τις προτομές
στο νησί ??
EΦΥΓΕ;
Κι ενώ προχωρούσαμε
για τελευταίο ασπασμό
έλειπε ένα κλωνάρι ευκαλύπτου
να υπογραμμίσει την παρουσία
των Αγίων Ομολογητών
Έλειπε εν΄άνθος γιασεμιού
να σε ξεπροβοδίσει
Ήταν βαρύς ο τελευταίος χειμώνας
Μόλις που πρόλαβε
να σε παραλάβει
η δροσούλα της άνοιξης.
Μα τι έπαθαν οι φωτογράφοι
και σε περιτριγυρίζουν;
Μα τι έπαθε ο ποιητής
και ομιλεί ως τεχνοκρίτης;
Μα τι επαθαν και δεν μπορούν
να μιλήσουν αυθόρμητα;
Τουλάχιστον αυτούς που συναναστράφηκες
δεν τους έμαθες να μιλούν απλά;
Συγχώρεσέ μας
που εγκολπωνόμαστε την απλότητα,
την έγνοια σου για έναν τόπο
που δεν νοιαστήκαμε
ως ελληνικό.
Τι κρίμα που δεν πρόλαβα
να σε ρωτήσω:
Πως μπόρεσες
να μην στρατευτείς,
εσύ που δεν ήσουν καταφατικός
και τόσο εύστοχα επικαλέστηκες
από τον στίχο του Ανδρεά Κάλβου
εκείνο το ”ωραία και μονη”;
Βάκης Λοϊζίδης
Από την ποιητική συλλογή
ΣΕ ΩΡΑ ΑΙΧΜΗΣ
εκδ. Γαβριηλίδης 2005
Φίλος εκ Κύπρου, ανάπηρος στα διαδικτυακά πλοκάμια, με παρακάλεσε να σάς διαβιβάσω την αγωνία και τα σχόλιά του.
Εκεί που η ειρωνεία συναντά το σχόλιο απομυθοποίησης (με όση τραγική επικαιρότητα στο …αγαλματοποιημένο νησί):
ΚΥΠΡΟΣ 1968
Δεν προσέξαμε πως άρχισαν να κοιτάζουν αλλού τ’ αγάλματα;
Κι εδώ που ο ποιητής Μόντης απαντά στους καλοταϊσμένους εθνικόφ[ρ]ονες που και πάλι στις μέρες μας βάλθηκαν να «καίνε μάγισσες», δηλ. όσους ακόμη γράφουν ή προβάλλουν την αξία της κυπριακής διαλέκτου για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΙΙ
Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτες –τομ μπάτσον και τογ κλώτσον τους.
Εμείς τζαμαί: Ελιές τζαι τερατσιές πάνω στο ρότσον τους!
Και για τη σημερινή επέτειο της δολοφονίας του Γρηγόρη από τους πεπολιτισμένους φίλους μας:
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Εκείνο τ’ «όχι» δεν το επανέλαβε η ηχώ,
Ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.
Για τους σημερινούς παρατρεχάμενους της ποίησης στην Κύπρο (και αλλού):
[Άτιτλη στιγμή]
Αφήστε την Ιστορία.
Ετοιμάστε μια «Ανθολογία»,
Ετοιμάστε μια «Ανθολογία των Ανθρώπων»,
Παρακαλέστε όσους έχουν έργα να υποβάλουν.
Και για τον ποιητή και για τον ανθολόγο
και την ιστοσελίδα με τον καλό ποιητικό τον λόγο:
ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
«Κοιτάχτε τώρα τον Κωστάκη!
Θαρρεί πως κάτι είναι που γράφει.
Τη μια μιμείται Καρυωτάκη,
την άλλη Έλιοτ ή Καβάφη».
Ποιος αν του πω θα καταλάβει
πως ο Καβάφης κι ο ‘Έλιοτ με μιμήθηκαν,
μονάχα που έτυχεν απλώς και μού προηγήθηκαν;
Πόσο εύστοχα πυροβολείτε, κ. Κ.Ρ.! Κι ωστόσο, εγώ ο “άστοχος” επένδυσα με 5 ποιήματα μοντικά [από βάθος ετών φερμένα], δυσεύρετα κάποια, το δικό σας συγκείμενο, με διάθεση ανάδειξης της εκφραστικής και ποιητικής τέχνης του Μόντη, μα και της ξεχωριστής στοχαστικής ματίας του για τα της Ιστορίας παθήματα-μαθήματα. Υγιαίνετε άπαντες, να περάσουμε τα δύσκολα!