Φύλλα του δάσους
Ι
Ιεροί δεσμοί σαν ρίζες, δίχτυα αόρατα.
Η γραφή της άνοιξη χύνει το χρωματιστό μελάνι μια φορά ακόμη
στο σκοτεινό, πυρετώδες, στρώμα, του μοναχικού ζώου.
Ποτέ δεν το σώζει, αλλά του λεεί με τί ρούχα να φύγει.
ΙΙ
Λέξεις που έχουμε δει να βουλιάζουν, μόνες τους, νύχτες πολλές,
στα σκοτεινά νερά αυτού του ποταμού.
Κάποιο έλαφι που είδα έπινε τότες, καθάριζε τις αόρατες
πληγές του.
Μια καινούρια γλωσσα αναγεννιόταν στα σκοτεινά, τρεμάμενη σα νυχτόβιο
ζώο, καιόμενο ώς το πρωί.
ΙΙΙ
Νερό που πίνει το πουλί του Oκτωβρίου στην παλάμη του χεριού μου:
νερό που φωτίζει το μυστικό του δάσους.
ΙV
Μάτι του δάσους: κοίτα τα ίχνη μου. Είναι σαν τις
κεκαμένες ρίζες που ακόμη περιμένουν την πνοή της θάλασσας.
Ή σαν τις ρυτίδες στο σώμα ενός μοναχικού γέροντα που ακόμα
αγαπά τα τραγούδια του μεσημεριού.
Ή σαν τις μπλεβιασμένες φλέβες, πάντα παλλόμενες, στα κοκκινωπά
και απαλά μιλίγγια των ελαφιών.
Μάτι του δάσους: λυπήσου τες, προστάτεψε το δρόμο τους.
V
Η πιο βαθειά σκέψη ενός κυνηγού είναι ο πυροβολισμός του.
Με αυτόν διεισδύει πάντα, μόνος του, στη σιωπή των μακρινών
αποστάσεων, στην αλατισμένη υγρασία της ανατολής.
Με αυτόν διεισδύει στη σκοτεινή καρδιά των τρυγονιών.
VI
Μια δική μου σταγόνα ιδρώτα θα κάνει το δέντρο της δίψας
να μεγαλώσει. Ύπο τη σκια αυτού του δέντρου, ίσως, κάποια μέρα,
να ξεκουραστούν άλλοι πεζοπόροι.
Ίσως, ύπο τη σκια αυτού του δέντρου, κάποια μέρα οι λέξεις του
δάσους να ξανακουστούν, και κάποιο ελάφι που έιδα να
ξαναεμφανιστεί.
Μια δική μου σταγόνα ιδρώτα να μπορεί να είναι αυτό.
Hojas del bosque
I
Lazos sagrados como raíces, redes invisibles.
La escritura de la primavera vierte su tinta de color una vez más
sobre el lecho oscuro, enfebrecido, del animal solitario.
Nunca lo salva, pero le dice con qué ropa partir.
II
Palabras que hemos visto sumergirse, a solas, muchas noches,
en las aguas oscuras de este río.
Cierto ciervo que vi bebía entonces, lavaba sus heridas
invisibles.
Un nuevo idioma renacía a oscuras, temblaba como animal
nocturno, ardía hasta el amanecer.
III
Agua que bebe el pájaro de octubre en la palma de mi mano:
agua que alumbra el secreto del bosque.
IV
Ojo del bosque: mira mis huellas. Son como las raíces
requemadas que aún esperan el aliento del mar.
O como las arrugas en el cuerpo de un viejo solitario que todavía
ama las canciones del mediodía.
O como las venas azuladas, siempre palpitantes, en las sienes
rojizas y suaves de los ciervos.
Ojo del bosque: apiádate de ellas, protege su camino.
V
El pensamiento más profundo de un cazador es su disparo.
Con él penetra a solas, siempre, en el silencio de las largas
distancias, en la humedad salobre del amanecer.
Con él penetra en el corazón oscuro de las tórtolas.
VI
Una gota mía de sudor en el bosque hará crecer el árbol de la
sed. Bajo la sombra de este árbol, algún día, tal vez, descansen
otros caminantes.
Tal vez, bajo la sombra de este árbol, algún día, las palabras del
bosque vuelvan a ser escuchadas, cierto ciervo que vi vuelva a
ser visto.
Que una gota mía de sudor pueda ser esto.
Το δέντρο
Μπαίνω σε ένα δέντρο από την ανοιχτή του σκια,
χαρούμενος και χωρίς να χτυπήσω, με ηρεμία;
Πάω εως το κέντρο, ανεβαίνω ή κατεβαίνω, δεν το ξέρω,
κι εκεί είναι όλες οι ρίζες, όλοι
οι καρποί περιμένοντας με, ορατοί και τέλειοι,
και το μεγάλωμα των κλωναριών
είναι μόνο θέμα παλμού και φωτός,
που εγώ τώρα μπορώ να δω και να αφουγκραστώ… Υπάρχουν
εγκαταλελειμένες, βρώμικες, δύσοσμες, φωλιές
και παράξενα πλάσματα της νύχτας. Το φεγγάρι
είναι και αυτό στο δέντρο και δεν είναι άσπρο.
Και μέχρι και ο άνεμος περιτριγυρίζει πιο σκοτεινός.
Μπορείς να τον αγγίξεις, είναι άκακος. Ανεβαίνω
ή κατεβαίνω, δεν το ξέρω: Ξέρω ότι περπατάω.
Ότι αργά αργά ανήκω στο δέντρο. Χάνομαι
σ’αυτό, ακόμα πιο μέσα, και είμαι το δάσος, γόνιμο
και δυνατό, εκείνο που ήθελα για μένα. Και τώρα μεγαλώνω
χωρίς σταματημό, στη καυτή ηρεμία
του μεσημεριού, όταν τα πουλιά με ψάχνουν,
μπαίνουν μέσα μου, αναπάυονται στο δέντρο τους.
EL ÁRBOL
Entro en un árbol por su sombra abierta,
alegre y sin llamar, tranquilamente;
voy hacia el centro, subo o bajo, no lo sé,
y allí están todas las raíces, todos
los frutos esperándome, visibles y perfectos,
y el crecimiento de las ramas
es sólo una cuestión de pálpito y de luz,
que yo ahora puedo ver y oír… Hay nidos
abandonados, sucios, malolientes,
y extrañas criaturas de la noche. La luna
también está en el árbol y no es blanca.
Y hasta el viento circula muy oscuro,
se le puede tocar y no hace daño. Subo
o bajo, no lo sé: sé que camino.
Que pertenezco al árbol, lentamente. Me pierdo
en él, muy dentro, y soy el árbol, fértil
y fuerte, el que quería para mí. Y ahora crezco
sin descansar, en la quietud ardiente
del mediodía, cuando los pájaros me buscan,
entran en mí, reposan en su árbol.











“Η πιο βαθειά σκέψη ενός κυνηγού είναι ο πυροβολισμός του.”
Κι αν σάς γράψουμε ότι ολίγα ήταν τα δεδομένα της ανάρτησης για έναν ποιητή, που θέλουμε να γνωρίσουμε;
Να μην πάει η ανάρτηση άκλαυτη…