Στίχοι γραμμένοι με κατάθλιψη
Πότε κοίταξα για τελευταία φορά
Τα στρογγυλά πράσινα μάτια και τα μακριά τρεμουλιαστά κορμιά
Των σκοτεινών λεοπαρδάλεων της σελήνης;
Όλες οι άγριες μάγισσες, εκείνες οι διακεκριμένες κυρίες,
Παρά τα σκουπόξυλά τους και τα δάκρυα,
Τα οργισμένα τους δάκρυα, χάθηκαν.
Οι ιεροί κένταυροι των λόφων εξαφανίστηκαν·
Δεν έχω τίποτα εκτός από τον πικραμένο ήλιο·
Εξόριστη ηρωίδα μητέρα η σελήνη και εξαφανισμένη,
Και τώρα που πάτησα τα πενήντα
Πρέπει να υπομένω τον δειλό ήλιο.
Οι γέροι θαυμάζοντας τον εαυτό τους στο νερό
Άκουσα τους γέρους, γέρους άντρες να λένε,
«Όλα αλλάζουν,
Και ένας ένας χανόμαστε».
Ήταν τα χέρια τους σαν νύχια αρπακτικών, και τα γόνατά τους
Μπλεγμένα σαν γέρικα αγκαθερά δέντρα
Δίπλα στο νερό.
«Ό,τι είναι όμορφο φεύγει,
Όπως το νερό».
***
Ένας άντρας νέος και γέρος: ΙΙΙ. Η γοργόνα
Μια γοργόνα βρηκε έναν νεαρό κολυμβητή,
Τον πήρε για δικό της,
Πίεσε το κορμί της στο κορμί του,
Γέλασε· και καθώς βυθιζόντουσαν
Ξέχασε μες στην σκληρή της ευτυχία
Ότι ακόμα και οι εραστές πνίγονται.
***
Μια γυναίκα νέα και γριά ΙΙ. Πριν ο κόσμος φτιαχτεί
Αν κάνω τις βλεφαρίδες μαύρες
Και τα μάτια βάψω φωτεινά
Και τα χείλη πιο κόκκινα,
Ή αν ρωτάω αν όλα είναι καλά
Από καθρέφτη σε καθρέφτη,
Δεν το θεωρώ υπερβολή:
Αναζητώ το πρόσωπο που είχα
Πριν ο κόσμος φτιαχτεί.
Τι κι αν κοιτάξω έναν άντρα
Όπως τον αγαπημένο μου,
Και το αίμα μου είναι κρύο
Και η καρδιά μου ασυγκίνητη;
Γιατί να με πει σκληρή
Ή ότι τον πρόδωσα;
Θα τον κάνω να μʼ αγαπήσει όπως ήμουν
Πριν ο κόσμος φτιαχτεί.
***
Εφήμερα
«Τα μάτια σου που δεν κουράζονταν από τα δικά μου
Είναι τώρα λυγισμένα απο τη θλίψη κάτω από κρεμασμένα βλέφαρα,
Γιατί ο έρωτάς μας χάνεται».
Και τότε Εκείνη:
«Παρόλο που ο έρωτάς μας χάνεται, ας σταθούμε
Στη μοναχική όχθη της λίμνης ακόμα μια φορά,
Μαζί σʼ αυτή την ώρα πραότητας
Που το κουρασμένο παιδί, το πάθος, κοιμάται.
Πόσο μακριά φαίνονται τʼ άστρα, και πόσο μακριά
Είναι το πρώτο μας φιλί, και ω, πόσο γερασμένη η καρδιά μου!»
Σκεπτικοί βημάτισαν πάνω στα ξεθωριασμένα φύλλα,
Ενώ αργά εκείνος που της κρατούσε το χέρι απάντησε:
«Το πάθος συχνά φθείρει τις περιπλανώμενες καρδιές μας».
Τους κύκλωνε το δάσος, και τα κίτρινα φύλλα
Έπεφταν σαν αδύναμοι μετεωρίτες στο μισοσκόταδο, και άξαφνα
Ένας γερασμένος λαγός εμφανίστηκε κουτσαίνοντας στο μονοπάτι·
Τον είχε καταβάλει το φθινόπωρο: και τώρα στάθηκαν
Στη μοναχική όχθη της λίμνης ακόμα μια φορά:
Γυρνώντας, είδε ότι εκείνη είχε βάλει νεκρά φύλλα
μαζεμένα σιωπηλά, νοτισμένα σαν τα μάτια της,
Στο στήθος και τα μαλλιά.
«Α, μη θρηνείς», της είπε,
«Που κουραστήκαμε, αφού άλλοι έρωτες μας περιμένουν·
Μίσησε και αγάπα μέσα σʼ ευτυχισμένες ώρες.
Μπροστά μας απλώνεται η αιωνιότητα· οι ψυχές μας
Είναι έρωτας, και ένας συνεχής αποχαιρετισμός».











Συγχαρητήρια Γιάννη και γι’αυτή σου τη προσπάθεια.Η επιλογή των ποιημάτων που μετέφρασες είναι εξαιρετική.Ως μη ειδικός το μόνο που μου μένει να κάνω είναι να υπογραμμίσω κι εγώ με τον τρόπο μου…
“Μίσησε και αγάπα μέσα σʼ ευτυχισμένες ώρες.
Μπροστά μας απλώνεται η αιωνιότητα· οι ψυχές μας
Είναι έρωτας, και ένας συνεχής αποχαιρετισμός.”
Cast a cold eye
On life, on death.
Horseman, pass by!
Red Rose proud Rose Sad Rose of all my days!
Ο αγαπητός Γιάννης φαίνεται να είναι πολύ νέος. Ας μη βιάζεται πολύ. Βέβαια η αγγλική γλώσσα -και η ποίηση- είναι συγκριτικά με άλλες αρκετά ευχερή πράγματα. Ειδικά στον Yeats νομίζω πως θα μπορούσε να κρατήσει την αρκετά ελεύθερη ομοιοκαταληξία του, π.χ.
Ένας άντρας νέος και γέρος: ΙΙΙ. Η γοργόνα
Λεβέντη να κολυμπά βρήκε μια γοργόνα,
Τον διάλεξε δικός της να΄ναι
Πίεσε στο κορμί του το κορμί της
Γέλασε. Και καθώς βαθιά βουτάνε
Μες στη σκληρή της ηδονή ξεχνάει
Πως κι οι εραστές πνίγονται και πάνε.
Προσωπικά μεταφράζω από αλλού, όχι από αγγλικά. Αλλά λίγο περισσότερη ευχέρεια για τα ευχερή θα βοηθούσε τον Γιάννη στην ελληνική του ποίηση θαρρώ. Αυτά με όλο το σεβασμό μου πρός νέους που καταπιάνονται με ποίηση και που μόνο γι αυτό κερδίζουν συγχαρητήρια