Εδώ: Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΕΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚ “ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΤΑΓΚΟ”
ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ ΠΙΑΝΟ¨ΔΑΥΙΔ ΝΑΧΜΙΑΣ”
Ζητάτε να σας πω
Ζητάτε να σας πω
τον πρώτο μου σκοπό
τα περασμένα μου γινάτια
ζητάτε είδα μάτια
με σκίζετε κομμάτια
Σε μια παλιά πληγή
που ακόμα αιμορραγεί
μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
αφού ο καθένας ξέρει
τι πόνο θα μου φέρει
Είναι πολύ σκληρό
να σου ζητούν να τραγουδήσεις
έναν παλιό σκοπό
που προσπαθείς να λησμονήσεις
Στο γλέντι σας αυτό
δε θα’ τανε σωστό
αντί για άλλο πιοτό
να πιω εγώ φαρμάκι
μ’ ένα τέτοιο τραγουδάκι
Γελάτε ειρωνικά
και λέτε μυστικά
ίσως με κάποια καταφρόνια
μια και περάσαν χρόνια
εσύ τι κλαις αιώνια
Γιατί βαρυγκωμείς
δεν είδαμε και μεις
μια ομορφιά σ’ αυτή τη ζήση
δεν πήραμε απ’ τη φύση
καρδιά για ν’ αγαπήσει
Αχ, δεν είν’ οι καρδιές
όλες το ίδιο καμωμένες
ούτε κι οι ομορφιές
στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες
Και μες στη συντροφιά
σε κάθε ρουφηξιά
ξεχνώ μιαν ομορφιά
που γέμιζε μεράκι
το παλιό μου τραγουδάκι
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
γεμίζουν το άδειο το τραπέζι.
Μα της μοίρας τα αιχμηρά καρφιά
κάνουν το δάκρυ μου αμέσως να τα μαραίνει.
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
με το άρωμα σου μιλάνε
μα τα γλυκά τους λόγια χάνονται
σε μια λίμνη από κλάματα που πολύ πονάνε.
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
την αγάπης μας θυμίζουν
μα είσαι τώρα μακριά
και έπαψαν πια να μοσχομυρίζουν
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
μου τα χάριζες σε κάθε ραντεβού μας.
Μου ΄λεγες πώς η αγάπη μας
σαν το άρωμα τους θα μοσχοβολάει.
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
τον πόνο μόνο μου θυμίζουν.
Ήταν της μοίρας μας γραφτό
τώρα οι δρόμοι μας χωρίζουν.
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
δεν αντέχω άλλο την οσμή τους
με πιάνουν τα αναφιλητά
κλαίω κι εγώ μαζί τους.
Τα καημένα τα νιάτα
Μυρωμένο φυσούσε τ’ αγέρι,
ήσαν κάτασπρες οι λεμονιές
κι εφτερούγιζαν σ’ όλα τα μέρη
γοργά χελιδόνια που χτίζαν φωλιές.
Μεθυσμέν’ απ’ την αύρα τ’ Απρίλη
ένα ζεύγος φιλιόταν γλυκά
κι ένας γέρος με τρέμοντα χείλη
τους χαμογελούσε μελαγχολικά.
Τα καημένα τα νιάτα τι γρήγορα που περνούν..
Σαν τραγούδι ερωτικό, σαν αστέρι διαβατικό
κι όταν είναι φευγάτα, πίσω ποτέ δε γυρνούν,
όπως δε γυρνά μιά στιγμή
στην πηγή το ποτάμι που τρέχει μ’ ορμή.
Το Βιεννέζικο βαλς αντηχούσε,
ο χορός είχε ανάψει καλά
ένας νέος μιά νέα κρατούσε
και της εμουρμούριζε λόγια τρελά.
Η μαμά στη γωνιά καθισμένη
με ρυτίδες και άσπρα μαλλιά
το παιδί της εθώρ’ η καημένη
κι αναλογιζόταν κι αυτή τα παλιά.
Τα καημένα τα νιάτα τι γρήγορα που περνούν..
Σαν τραγούδι ερωτικό, σαν αστέρι διαβατικό
κι όταν είναι φευγάτα, πίσω ποτέ δε γυρνούν,
όπως δε γυρνά μιά στιγμή
στην πηγή το ποτάμι που τρέχει μ’ ορμή.
Με αυτό το τραγούδι το πλάνο
άλλοι κλαίνε και άλλοι γελούν
κι ενώ γύρω-τριγύρω στο πιάνο
κοπέλες και νέοι τον κόσμο χαλούν.
Μερικοί που τ’ ακούν σε μιάν άκρη
συγκινούνται και δεν ξέρουν πώς
να σφουγγίσουν με τρόπο το δάκρυ
που αποσπάζει αυτός ο σκοπός.
Ακόμα ένα ταγκό
Χάραζε ήταν αργά όλοι σιγά σιγά
φεύγαν οι καλεσμένοι ένας ένας κουρασμένοι
απʼ αυτή την όμορφη γιορτή άδειασε τʼ αρχοντικό
σκοτάδι μυστικό απλώθη στο σαλόνι
που λησμονηθήκαν μόνοι στο χορό ζευγάρι τρυφερό
κι ένα τάγκο στο βάθος τελείωνε με πάθος
γλυκομουρμουριστό σαν νά ʼλεγε κι αυτό
Ακόμα ένα ταγκό το πιο γλυκό το πιο ωραίο
έτσι αγκαλιαστά σφιχτά σφιχτά το τελευταίο
ακόμα ένα ταγκό χαϊδευτικό που σε λιγώνει
ταγκό που σε μεθάει που σʼ αρρωστάει που σε σκοτώνει
Μες της νύχτας τη σιωπή χωρίς λόγο να πει
εχόρευε με χάρη μαγεμένο το ζευγάρι
μα εκεί που παύει η μουσική
δυο μάτια φονικά προβάλλουν μυστικά
μια λάμψη ένας κρότος να σωριάστηκε αυτός πρώτος
μα κι αυτή κοντά στο χορευτή
κι ενώ αγκαλιασμένοι κείτονται στο χαλί
μαύρη μορφή σκυμμένη δίπλα τους παραμιλεί
Είν’ η αγάπη χίμαιρα
Μέσα στα πράσινα πευκάκια
κει κάτω απ’ τις ελιές
στα φεγγαρόλουστα χλωμά σοκάκια
ή στις ακρογιαλιές.
Πόσοι περνούν απελπισμένοι
με βλέμμα σκυθρωπό
γιατί τρελά πιστέψαν οι καημένοι
στη λέξη “σ’ αγαπώ”.
Τη λέξη αυτή τη μάγισσα
που ‘χει ομορφιές πολλές
μ’ άρωμα χάνει, γίνεται πλάνη
όσο την ξαναλές.
Είν’ η αγάπη χίμαιρα
που κυβερνά τα νιάτα
με όνειρα εφήμερα
χρυσούς καπνούς γεμάτα.
Γιατί στον κόσμο χύνεται
πολύ μελάνι κι αίμα
αλλά ζωή δεν γίνεται
χωρίς αυτό τ’ ωραίο ψέμα.
Να ζει κανείς ή να μη ζει
Πολλούς έχουν τρελλάνει δυό μαύρα μάτια
πολλοί καταστράφηκαν γιά γαλανά
πολλές καρδιές τα γκρίζα κάναν κομμάτια
μα ‘γώ φοβάμαι τα καστανά!
Αυτά μου έλεγ’ ένας φίλος μου ένα βράδι
κι’ εγώ γελούσα ειρωνικά
ως που ένα βλέμμα καστανό γλυκό σαν χάδι
μιά μέρα μ’ έκανε να πω σπαραχτικά
Σε μιά ζωή καταστραμμένη
από τον έρωτα μιάς καστανής
σε μιά ζωή που δεν σου μένει
παρά να κλαίς και να πονείς
Σε μιά ζωή τυραννισμένη
που δίχως λόγο πιά διαβαίνει
ζωή πεζή, ζωή χαμένη
να ζει κανείς ή να μη ζει
Πόσες φορές δεν είπα να βρώ ένα τρόπο
να μη ξυπνήσω πλέον κάποιο πρωί
μα δεν το θέλω, μήπως της κάνω κόπο
να με θυμάται μεσ’ στη ζωή!
Όχι! Δεν θέλω τα ματάκια της να κλάψουν
γιά μένα ούτε μισή στιγμή
ας παν χαρούμενα κι’ αλλού φωτιές ν’ ανάψουν
κι’ ας περισσέψουνε γιά μένα οι λυγμοί.











Antique, σαφώς!
Ο τρόπος ξεπερνιέται, η ευγένεια του αισθήματος μένει
Diachronique, σαφέστατα!!
“Ζητάτε να σας πω “…
Aττίκ !!
η ιστορία του τραγουδιού στην “Μάντρα”, :))
Μοναδικό γεγονός, άλλοι καιροί.
Νάσαι καλά, Σπύρο.