Αντρέι Μπέλι

Ποιήματα διαφόρων ετών
(και διαφόρων συλλογών)

Εισαγωγή – μετάφραση από τα ρωσικά
Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Samizdat project
Αθήνα 2011

Στην Μαρίνα Ι. Τσβετάγιεβα

Αναρίθμητες
Οι τροχιές της ασημένιας θλίψης,
Όπου της οκνηρίας οι σκέψεις
Έφεραν –
Μαύρα σύννεφα …

Ανάμεσα τους –
Ήρεμα τραγουδώ ένα στίχο
Για την ανεπαίσθητη χάρη
Των μορφών σας:

Οι προσευχές σας –
Γλυκές μελωδίες
Και ακατανίκητος ρυθμός

1922
Zossen

Από την ποιητική συλλογή «Μετά το χωρισμό» 1922

Εκείνης

Τα χορτάρια φορούν μαργαριτάρια.
Κάπου ακούω χαιρετισμούς
Θλιβερούς, χαιρετισμούς γλυκούς …

Καλή μου, πού είσαι; –
Καλή μου;
Του δειλινού τα χρώματα είναι καθάρια, –
Του δειλινού τα χρώματα είναι πορφυρά …
Τα χέρια μου είναι ανοιχτά: σε περιμένω …

Καλή μου, πού είσαι; –
Καλή μου;
Τα χέρια μου είναι ανοιχτά: σε περιμένω.
Στα ρυάκια της Λήθης, πλένομαι
Στα χλομά της Λήθης ρυάκια …
Καλή μου, πού είσαι, –
Καλή μου;

Απρίλιος 1908
Μόσχα

Εμβατήριο

Το πέπλο έπεσε: και πάλι
Τραχιά γινήκαν τα δειλινά –

Στις γυρτές
Αρχαίες
Πλαγιές –

– Και στις σκουρογάλανες
Γραμμές
Του δάσους.

Με βήμα ίσο κι βαρύ
Περνάμε πάνω από τη σκοτεινή χαράδρα …

Έλαμψε –
Το άγονο
Ζιγκ ζαγκ: –

Φύσηξε άξαφνα
Ο παγωμένος
Αγέρας.

Σώπασαν, – σα να σκεπάστηκαν από στάχτη, – οι δημοσιές•
Ξεράθηκαν τα τραχιά χορτάρια….

Πρήστηκαν
Τα γονατισμένα
Πόδια.

Καίγονται
Φλεγόμενοι
Οι αιώνες…
Μουγκάθηκαν,
Τυφλώθηκαν –
– για πάντα!

Μόσχα
1924

Έρωτας

Ήταν μια ώρα ήρεμη. Έσκαγε στα πόδια το κύμα.
Χαμογέλασες, λέγοντας για αποχαιρετισμό:
«Θα συναντηθούμε ξανά … Εις το επανειδείν…»
Με ξεγέλασες. Κι οι δυο γνωρίζαμε,

πως την βραδιά εκείνη χωρίσαμε για πάντα.
Τα σύννεφα πυράκτωσε η άλικη φλόγα.
Σηκώθηκαν τα πανιά του πλοίου.
Πάνω από την θάλασσα ακούστηκαν οι κραυγές των γλάρων.

Κοιτούσα μακριά, γεμάτος θλίψη.
Αχνά διακρίνονταν το καράβι, που την αυγή απέπλευσε
Μέσα στα τρυφερά, αφρισμένα κύματα,
Σα κύκνος λευκός μʼ ορθάνοιχτα φτερά.

Και να που το βρήκε η συμφορά.
Στο φόντο του αχνού χρυσαφένιου ουρανού
Άξαφνα ένα σύννεφο ομίχλης φάνηκε
Και άστραψε ο δυνατός αμέθυστος.

Μόσχα
1901 ή 1902

Αυτοσυνείδηση

Ονειρεύτηκα: και τη θάλασσα, και τα βουνά …
Ονειρεύτηκα …

Μακρινές χορωδίες
Των αστερισμών
Περιστρέφονταν
Στα κύματα της οικουμένης …

Κάποιες στιγμές οι μετεωρίτες
Κυλούσαν από τα ύψη
Αθόρυβα
Απλώνοντας την πορφυρή ουρά τους από πάνω μου.
Ξύπνησα και πάλι τα ίδια: και τα βουνά,
Και η θάλασσα …

Και ρίχνω γύρω μου
Βλέμματα μακρινά, μακρινά.

Όλα είναι ίδια … Πληκτικά
Κοιτάζω
Πως κλαίει το έρεβος:

Το αρχέγονο έρεβος
Του γαλανού•
Και ο φλεγόμενος κύκλος
Του Ήλιου.

Πόνοι μου πολύχρονοι
Ως πότε;

Ξοπίσω μου τρέχετε
Μέσα από ζωές, κόσμους, σύμπαντα;

Στα υπερκόσμια πλάσματα, – στις πτώσεις –
Κυλά το είναι … Αλλά – ω Θεέ! –

Η συνείδηση
Ολοένα και πιο αυστηρά, παραμένει η ίδια –

Παραμένει η ίδια
Η συνείδηση
Μου.

Φεβρουάριος 1914
Βασιλεία


Από την ποιητική συλλογή «Η βασίλισσα και οι ιππότες»

Ο ποιητής που πετάει στο δάσος
Πάνω στη φωνή ενός γέρου βαρύτονου.
Στην πλαγιά των ιπτάμενων ουρανών
Είναι απλωμένο το τομάρι ενός γατόπαρδου.

Δεν πιστεύεις, κι ας είναι ξεκάθαρο πολύ,
Πως η παλιά ευτυχία είναι δυνατή.
Από την Ανατολή μια σκιά
Ανήσυχη πλησιάζει.

Στεφάνι από ρόδα που αγαπώ, απώθησα,
Κι εκείνο άρπαξε φωτιά.
Και να που τώρα σε θωρώ
Από τα όνειρα μαγεμένος.

Και κυνηγώντας το όνειρο αυτό
Θα μετρήσω όλο το έρεβος της έκστασης
Θα πεις ότι η έκσταση τούτη είναι ιερή …
Δεν σε πιστεύω!

Ο ποιητής που πετάει στο δάσος
Πάνω στη φωνή ενός γέρου βαρύτονου.
Στην πλαγιά των ιπτάμενων ουρανών
Είναι το καμένο τομάρι ενός γατόπαρδου.

Απρίλιος 1902
Μόσχα

Από την ποιητική συλλογή «Χρυσό στο γαλάζιο»

Σερενάτα

Στο παραθύρι εμφανίστηκες ξανά, στα όνειρα παραδομένη,
Το γαλανό, το γαλανό χρώμα
Το χώρο πλημμυρίζει …

Η λατρεμένη
Σελήνη, σαν ανταύγειας δάκρυ –
Κάπου στο άγνωστο
Εχάθη.

Τα αλύπητα γκρίζα μαργαριτάρια
Φίλησε, ω κατάλαβε με! …
Ανάμεσα στους θάμνους, και τους λειμώνες, και τα λουλούδια
Ρυάκια
Που καθρεφτίζουν ξόμπλια κυλούν …

Μην θλίβεσαι,
Την στεναχώρια διώξε!

Αγαπημένη,
Σαν ένα σμάρι λευκών αμίλητων κύκνων
Μέσα στα πυκνά φυλλώματα
Στα ασημένια ρυάκια έχει κρυφτεί –
Η μελαγχολία μας έχει σκεπάσει σαν ομίχλη.

Διψώντας για όνειρα φτερουγίζουν μακριά από την θλίψη.
Ανάμεσα στα λουλούδια λαμπυρίδες σμαράγδια λάμπουν.

Το σχήμα των λευκών στηθών
Μοιάζει με παγωμένο ρυάκι:
Είναι επτά κύκνοι
Είναι επτά κύκνοι του Λόεγκριν –
Των κύκνων του Λόεγκριν.

1904

Μπροστά στον παλιό πίνακα

Πολυθρόνες.
Σκεπάσματα,
Πιάνο…
Όλα μου είναι γνώριμα! …
Εκεί
Κρέμεται
Ο πίνακας –
Στον τυφλό, σκιερό τοίχο …

Ζωντάνεψε: –
Και με τον παλιό
Χαιρετισμό,
Στριφογυρίζοντας στα πόδια, –
Μʼ αφρό,
Βρασμό,
Φως,
Έριξε της θύελλας το ρεύμα.

Από
Την κουνημένη
Κορνίζα
Φώναζαν μελαγχολικά: «Ξύπνα!»
Βράχια,
Ξεχασμένος
Πύργος,
Δάσος, όχθες και πλαγιές.

Ξύπνησα:
Αιώνες
Ξυπνούσαν …
Ο ιππότης με τη σιδερένια πανοπλία, –
Από άγνωστες
Άγνωστες
Χώρες μακρινές
Ήρθε πετώντας πάνω στο μαλλιαρό άτι.

Στο σύννεφο
Σκόνες
Έπεφταν
Κλαίγοντας στη γη μου …
Θολά
Έβλεπα
Από τον πύργο
Δυο φωτιές.

Φώναζα
Σκουπίζοντας
Τις αγκαλιές:
«Γύρισα από χώρες μακρινές!
Πλύνετε
Αδέλφια! –
Τα έλκη των παλιών πληγών!

Δεχτείτε με
Στο καταφύγιο
Τʼ ασφαλές! …»
Έπεσε όμως η καρδιά μου
Σαν ο σκοτεινός
Ιππότης
Μου έριξε το δόρυ.

Στάθηκε όρθιος,
Ευθυτενής,
Απειλητικός
Ο κακός με τη γαμψή περικεφαλαία …
Είπε,
Γελώντας ειρωνικά:
«Είναι αργά πια! …
Διαβάτη που πας και γιατί;

Πεθάναμε,
Πεθάναμε –
Πιστεύοντας:
Πως θα μας θάψουν των αιώνες οι κραυγές».
Έφυγε …
(Πούπουλα
Έπεφταν
Από το ατσάλινο κεφάλι του.)

Με θόρυβο πνιχτό
Οι πύλες
Πέσαν …
Έσβηνε κι έσβησε ο ιππότης …
Κάπου μακριά
Κάποιος έκλαιγε
Πάνω στον πύργο με το κέρας, –

Κατά διαστήματα
Έραιναν
Με φως
Τις γαλανές εκρήξεις στις κόρες των ματιών, –
Το καλοακονισμένο
Σα ξίφος
Αλέτρι, –
Το οχυρό, τη νεκροκεφαλή, τους οβελίσκους• –

Άλλες πάλι στιγμές
Μιλούσε
Σκυθρωπά
Με τα παλιά, με το παρελθόν: το νερό …
Όλα όσα –
Υπήρξαν
Υπήρξαν!
Θα υπάρξουν –
Για πάντα,
Για πάντα!

Και
Από
Τις σκοτεινές
Έρημες
Εσχατιές
Καβάλα
Σε μαλλιαρά
Μαύρα
Άτια –
Οι ιππότες
Κάλπαζαν προς τον πύργο – με πυκνές
Πυκνές
Σκιές! …

Η νύχτα έπαιζε πάνω από τα κεφάλια τους
Περιλούζοντας τα
Με τη λάμψη
Των αστεριών …
Μουγκρίζοντας
Πάνω από τη γκρίζα
Τάφρο, –
Κατέβαινε η υπερυψωμένη γέφυρα.

* * *

Επέστρεψα:
Πολυθρόνες,
Πιάνο –
Όλα μου είναι γνώριμα!
Στράφηκα:
Κρέμεται
Ο πίνακας
Στον τυφλό, σκιερό τοίχο.
Από τη κουνημένη
Κορνίζα –

Με φώναξαν
Ξανά:
«Γύρνα πίσω»!
Βράχια,
Ξεχασμένος
Πύργος –

Δάσος,
Όχθες –
Και πλαγιές.

1910
Μόσχα

Από την ποιητική συλλογή «Η βασίλισσα και οι ιππότες»

Σκιά είσαι των σκιών

Σκιά είσαι των σκιών …
Δεν πρόκειται να σε καλέσω.
Το πρόσωπο σου –
Κρύο και κακό.

Θα πλεύσω εκεί πέρα μακριά – πίσω από τον καπνό των ημερών – θα σε καλέσω
Πίσω από τον καπνό των ημερών – δεν υπάρχεις: τα περασμένα, –
Που τώρα ξερνώ
(για άλλη μια φορά),
Τα οποία, – για άλλη
Μια φορά ανατέλλουν, –

Τα περασμένα, – για άλλη μια φορά διαμάντι –
Διαμάντι αστεριού, του αστεριού του έρωτα, που τώρα δύει.

Όπως στα φύλλα της φλαμουριάς,
Γέρνουν βαριά, – το φως
Τρεμοσβήνει, θρυμματιζόμενο,
Σαν πιτσιλημένες χάντρες•

Έτσι, – στους βουερούς πορθμούς των χρόνων
Τρέχει σαν ασημένια ανάμνηση: το πανί …

Έτσι στο νεαρό
Ανοιξιάτικο αεράκι
Φουσκώνει το κατάλευκο
Αρνάκι •

Έτσι πάνω από το νερό άνοιξε στον αγέρα
Η πτήση των χαμένων ζωυφίων. . .

Ψυχή, εσύ είσαι το φως.
Άλλα – (όχι και όχι!) –
Στα στοιχειά του χρόνου:
Δεν υπάρχουν ονόματα του φωτός . . .

Άλλα – όχι … ο χαμένος ποιητής,
Θα το Την βρει, χαμένη κάπου.

Πίσω από τα φαντάσματα των χρόνων –
Η αδιαφανής μεθόριος•
Σʼ αυτήν βρίσκεται η ψυχή,
Χαμένη κάπου. . .

Εσένα, θα αγκαλιάσω, τρέμοντας
Στις αναλαμπές του χλομού φωτός.

Βερολίνο
Φεβρουάριος 1922


Από την ποιητική συλλογή «Μετά το χωρισμό»

Η φωνή του παρελθόντος

1

Αιώνες κοιμόμουν … Περίμενα όμως,
Εσένα Βορρά, μνηστή μου!
Για να σε σώσω, βρήκα από
Τις υπόγειες αίθουσες, για να σε σώσω!

Είμαστε ιππότες χωρών μακρινών.
Είμαι το κέρας που σαλπίζει στο σκοτάδι.
Μέσα στην υγρή, την βροχερή ομίχλη –
Προς το Βορρά τραβάμε.

Στων αλόγων τα στήθη τα κυρτά
Μια μαραμένη βάτος κρέμεται…
Σα νεροποντή είναι το ρεύμα των ημερών
Σα θύελλα τα λόγια των χειλιών!

Το επτάχρωμο αδιάβροχο των αστεριών
Πετάει προς την ομίχλη από τον ώμο,
Βαρύς του φάντη ο σταυρός –
Η λαβή του σπαθιού μου.

Χέρι ατσάλινο τον έφερε
Ως εδώ την ερημιά.
Την κόψη του ξίφους ακόνιζαν –
Όχι ο άνεμος – μα οι χρόνοι, οι αιώνες!

2

Ερχόμαστε απʼ την Ανατολή
Μεσʼ την ομίχλη να σε συναντήσουμε:
Πιστεύω, – θα λάμψεις μέσα στο σκοτάδι
Ιππότη εσύ μιας χώρας μακρινής..

Ακούω των καλπασμό των αλόγων
Την αυγή που πυρπολεί τη βάτο
Πετώντας από τις χλομές μέρες
Θα έρθει το κάλεσμα των χειλιών του μέλλοντος.

Βαρύς ο σιδερένιος ο σταυρός
Βαριά η λαβή του ξίφους
Λάμψε μεσʼ την ομίχλη
Κερί μου!


1911. Μπογκολιούμπι.

Φθινόπωρο

Τα δάχτυλα μου άφησαν τα χέρια σου.
Κι έφυγες σκυθρωπή.

Κοίταξε πως οι σημύδες έριξαν
Τα κόκκινα φύλλα τους σαν αιμάτινη βροχή.

Το χλομό φθινόπωρο, το κρύο φθινόπωρο
Αερίζει τις κορυφές από πάνω μας.

Μακριά στον ορίζοντα στην άγονη πεδιάδα
Ανασαίνει η καθάρια γη με τα σύννεφα.

1906
Μόσχα

Από την ποιητική συλλογή «Στάχτη»

Αϋπνία

Είμαστε ανεύθυνοι:
Δημιουργούμε χάρη στην απρόσωπη μοίρα
Τα μεγάλα ερωτήματα •
Και – αδιάφοροι — από τη συνήθεια
Του όχλου
Διάφανα
Κινούμαστε, σα καπνός
Τσιγάρου.
Άσχημα
Ξαπλώνουμε κάτω από το περβάζι του παραθυριού,
Πάνω από την Μάγια του φεγγαριού, πάνω από την πεταμένη κηλίδα, –
Για μια στιγμή όλο κι όλο –
– (Μακρά είναι η νύχτα – Μακρά!) –
Μόνο για μια στιγμή:
Της ζωής που αχνοφέγγει.
Η σκιά, ο ήρεμος διάβολος βγαίνει
Από τη γωνιά
Ζαλισμένος
Από την θολούρα των απαντήσεων•
Θροΐζει …
Θολό σκοτάδι
Εμφανίζει το πλήθος
Των πεταμένων πραγμάτων.

Από την αχιβάδα βλέπει το ερμάριο: εκεί είναι ένας μουγκός αράπης.
Ήρεμα με κοιτά με την ειρωνική του μούρη …
Ο χρόνος όμως άφησε την αδιάφορη κηλίδα του.
Σε όλες τις παραλλαγές – όλα είναι ίδια, ίδια, ίδια.
Και να – σηκώνονται, και να – κοιτάζουν,
Με βλέμμα εξεταστικό,
Τις χαμένες
Από την αμφιβολία
Ημέρες
Τις χαμένες
Από την θλίψη μου
Νύχτες.

Ιανουάριος Μόσχα 1291
Νοσοκομείο

Από την ποιητική συλλογή «Μετά το χωρισμό» 1922

Εγώ

Μακρύς ο δρόμος σου: μακρύς και δύσκολος.
Το δρεπάνι ανατέλλει, σαν ακονισμένο μαχαίρι.
Εγώ είμαι βλέπεις. Εσύ το κάλεσμα ακούς.
Θα έρθω και θα πω. Κι εσύ θα καταλάβεις.

Θροΐζει η αλέα. Η μέρα ανατέλλει.
Κι η νύχτα σα σκιά ανυπαρξίας πια.
Μαζί Σου είναι. Σα σκιά.
Σαν τη σκιά σου. Τη δική σου τη σκιά.

Μαζί σου είμαι δική σου. Μα είμαι βλέπεις μοναχός,
Μηδέ ζωή, μήδε θανατικό: ούτε σκιά, ούτε φως,
Μα η αιώνια φυγή μέσα στις μέρες.
Κι οι δυο πετούν, πετούν: μα δεν υπάρχουν πια.

Έλα. – Ναι, ναι: θα έρθω τη νύχτα.
Η ζαλισμένη ροή των ιπτάμενων ημερών!
Μην αντιστέκεσαι, μην αντιστέκεσαι.
Ω νύχτα, έλα και σκέπασε με, με το δαχτυλίδι των σκιών!

Αν φύγεις θα αποκοιμηθείς. Δεν είμαι εδώ, μα εκεί.
Θα λησμονήσεις τον κόσμο. Μα θα υπάρχει.
Κι εκεί, κι εδώ, στα όνειρα παραδίνεσαι:
Αντανακλάσαι στις επαναλήψεις.

Αποκοιμήθηκες – ξύπνησες. Απʼ όνειρο σʼ όνειρο.
Ζούσες μέσα στʼ όνειρο. Μα όνειρο κι εδώ,
Στην οικουμενική ησυχία
Και ο χλομός, ο χλομός θόλος τʼ ουρανού.

Και πάλι μέρα, και πάλι νύχτα•
Κι η ζαλισμένη ροή του παρελθόντος …
Μην αντιστέκεσαι, μην αντιστέκεσαι!
Με το δαχτυλίδι των σκιών, ω νύχτα σκέπασε με!

Δεκέμβριος 1910
Πετρούπολη

Από την ποιητική συλλογή «Κάλπη»

Τα λόγια μου

Τα λόγια μου είναι μαργαριταρένια υδρορροή
ανάμεσα στα όνειρα του φεγγαριού, μια άσκοπη,
μια αφρισμένη, –
ιδιότροπη πτήση πουλιού
σκεπασμένη από την ομίχλη.

Τα όνειρα μου είναι μια εμπνευσμένη απάτη,
χαλάζι παγωμένων δακρύων, φλεγόμενων αυγών, –
γίγαντας ανόητος,
που στηρίζεται σε νάνους.

Ο έρωτας μου είναι ένας μελαγχολικός ήχος κάλεσμα,
που ηχεί και πετάει κάπου μακριά, –
ένα θολό γλυκό όνειρο
που είδα κάποτε.

Μάιος 1901
Σερέμπριανι Κολοντέζ

Από την ποιητική συλλογή «Χρυσό στο γαλάζιο»

Μόνος

Τα παραθύρια ίδρωσαν.
Το φεγγάρι στέκει στην αυλή.
Και στέκεσαι άσκοπα στο παραθύρι.
Αγέρας. Λυγά, λογομαχώντας,
μια σειρά γκρίζων σημύδων.
Μεγάλη ήταν η θλίψη … Τα δάκρυα πολλά …
Και ορθώνεται άθελα της
μια μελαγχολική σειρά των χρόνων.
Πονάει η καρδιά, πονάει … Είμαι μόνος.

Δεκέμβριος 1910
Μόσχα

Από την ποιητική συλλογή «Χρυσό στο γαλάζιο»

Δειλινό

Με βλέμματα, γεμάτα νόημα,
Φεγγοβόλησαν –
Με την κόλαση της θλίψης, –
Φεγγοβόλησαν
Και ήρεμα κρέμασαν
Τα χαλκοκάστανα σύννεφα της εσχατιάς …

Και τρέχουν τα απορφανεμένα ύψη
Με το αποδημητικό
Ματάκι του βάλτου•
Και – ψάχνουν μανιωδώς οι γρήγοροι λίγκες
Στο δασάκι, –
Που βρίσκεται πάνω
από το μαύρο βάλτο.

Εκεί όπου στα τραχιά, σαπισμένα χορτάρια
Έκρωζε το καλοκαίρι
Το τριζόνι, –
Λαμπυρίζει η κακιά και πονηρή,
Κόρη του ματιού,
Με απειλητική λάμψη.

Και – πλέει
Το διαμπερές έλος•
Χάνει
Από το διαμπερές ασήμι •
Και – πίσω από τα μαύρα σύννεφα έρχεται κάποιος
Να βιάσει την αργή θύελλα.

Ακούω – τα κίτρινα γέλια των λιγκών.
Σέρνεται • και ουρλιάζει με κακία: «Φύγε!» . . .
Και λάμπει στα σκυθρωπά
Ύψη
Το κιτρινόμαυρο δέρμα
Των λιγκών.

Zossen
1922

Περίμενε με …

Μακρινή, αγαπημένη, –
Περίμενε με …

Μακρινή, αγαπημένη:
Θα είμαι – Εγώ …

Αστέρια δυο τα μάτια σου
Για μένα θα ʽναι.

Αστέρια δυο εσένα θα θωρούν
Μεσʼ την ομίχλη.

Στη μακρινή εσχατιά
Θα κοιτάξουμε •

Κι η μακρινή εσχατιά
Καπνός θα γίνει.

Φλεγόμενοι είμαστε
Κι ανάμεσα μας κυλά το ψέλλισμα των χρόνων…

Φλεγόμενοι είμαστε
Κι ανάμεσα μας το φως θα λάμψει.

Μόσχα
1924

ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ β. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ

Αντρέι Μπέλι, ο μελαγχολικός ιππότης

Μα ʽγω στα πάθη δε θα προσευχηθώ!
Μπροστά σε άλλη να γονατίσω συμφωνώ! …
Αχ, να μπορούσα νʼ αποκοιμηθώ … γιατί ακόμη ξαγρυπνώ.
Αλεξάντρ Μπλοκ

Ο Αντρέι Μπέλι, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μπορίς Νικολάγιεβιτς Μπουγκάγιεφ, γεννήθηκε στην Μόσχα, στις 14 Οκτωβρίου 1880 . Ήταν γιος καθηγητή, διάσημου μαθηματικού της εποχής και κοσμήτορα της Μαθηματικής Σχολής. Μέχρι τα είκοσι του χρόνια ζούσε στο κέντρο της Μόσχας, στην περίφημη συνοικία Αρμπάτ. Από το 1881 μέχρι 1899 φοίτησε το Γυμνάσιο του Λ.Ι. Πολιβάνοφ, όπου φοιτούσαν τα παιδιά της πνευματικής ελίτ της εποχής. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στις τελευταίες τάξεις τον απασχόλησε ιδιαίτερα ο πνευματισμός, ενώ παράλληλα μελετούσε τη λογοτεχνία με έμφαση στα έργα του Ντοστογιέφσκι, του Ίψεν και του Νίτσε. Μαθητής του γυμνασίου ακόμη, έγινε φίλος με τον Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς Σολοβιόφ, αδελφό και εκδότη του γνωστού φιλόσοφου.

Σπούδασε στο τμήμα Φυσικών Επιστημών της Μαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων γνώριζε τους «πρεσβύτερους συμβολιστές», προσπαθώντας να συνταιριάσει τις μυστικιστικές καλλιτεχνικές του ανησυχίες με το Θετικισμό. Ως φοιτητής μελετάει με ενάργεια τη θεωρία του Δαρβίνου, τη Χημεία και ρουφάει κυριολεκτικά τα άρθρα του περιοδικού «Ο κόσμος της Τέχνης». Το 1903 αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της ίδρυσης του λογοτεχνικού κύκλου «Οι αργοναύτες». Το 1904 σε μια συνεδρίασης της ομάδας στο διαμέρισμα του Αστρόφ, κατατέθηκε η πρόταση της έκδοσης συλλογής άρθρων με τίτλο «Ελεύθερη συνείδηση» και το 1906 κυκλοφόρησαν δύο τεύχη του, που ήταν και τα μοναδικά. Στο μεταξύ είχε αποφοιτήσει με αριστείο από τη σχολή του και είχε εγγραφεί στην Ιστορικό – Φιλολογική Σχολή, αλλά το 1905 σταμάτησε να πηγαίνει στα μαθήματα και το 1906 κατέθεσε αίτηση για να διαγραφεί από αυτή, έχοντας αποφασίσει να αφιερώσει όλο του το χρόνο στο περιοδικό «Ζυγός» (1904 – 1909)

Το 1903 αρχίζει να αλληλογραφεί τον Αλεξάντρ Μπλοκ, με τον οποίο, τελικά, γνωρίζεται προσωπικά το 1904. Είναι η εποχή της στενής του φιλίας με τον ποιητή Αλεξάντρ Μπλοκ, ο οποίος την εποχή εκείνη παραμελούσε τη σύζυγό του Λιουμπόφ Μεντελέγιεβα, η οποία ξαφνικά ερωτεύτηκε τον Αντρέι Μπέλι και του εξομολογήθηκε τον έρωτα της. Ο νεαρός Μπέλι ανταποκρίθηκε με έναν φλογερό έρωτα και οι δύο νέοι έγιναν εραστές. Η παράνομη σχέση του κράτησε δύο ολόκληρα χρόνια, αλλά το 1906 ο Αλεξάντρ Μπλοκ δημοσίευσε το περίφημο θεατρικό του έργο για ένα ερωτικό τρίγωνο με το τίτλο «Το μπουλούκι». Η Μεντελέγιεβα αμέσως κατάλαβε το υπονοούμενο, ζήτησε από τον Αντρέι Μπέλι να χωρίσουν για ένα διάστημα, προκειμένου να σκεφτεί και να αποφασίσει τι θα κάνει στη ζωή της. Ακολούθησαν δέκα βασανιστικοί μήνες για τον Αντρέι Μπέλι, ο οποίος, όπως εξομολογήθηκε αργότερα σε φίλους του, σκέφτονταν συχνά την αυτοκτονία. Τελικά η Μεντελέγιεβα αποφάσισε να μείνει σύζυγος του Μπλοκ και να διαγράψει για πάντα από τη ζωή της τον Αντρέι Μπέλι. Ο ποιητής φεύγει στο εξωτερικό, όπου περιπλανήθηκε για δύο χρόνια και έγραψε δύο ποιητικές συλλογές αφιερωμένες η μία στον Μπλοκ και η άλλη στη Μεντελέγιεβα. Επιστρέφοντας στη Ρωσία γνώρισε την Άσια (Άννα Αλεξέγιεβνα» Τουργκιένεβα, ζωγράφο και οπαδό της ανθρωποσοφίας και μαζί της ταξίδεψε στη Σικελία, τη Τυνησία, την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη.

Δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο το 1902 με τίτλο «Δραματική Συμφωνία», η οποία περιλαμβάνει κείμενα γραμμένα σε ρυθμική πρόζα. Δύο χρόνια αργότερα, το 1904 δημοσίευσε την ποιητική του συλλογή «Χρυσός στο γαλάζιο», όπου ξεδίπλωσε όλη την ωριμότητα της ποιητικής του δημιουργίας. Το 1909 κυκλοφορεί την ποιητική συλλογή «Στάχτη», η οποία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του ποιητή Νεκράσοφ και μέχρι σήμερα θεωρείται από πολλούς ως το αρτιότερο έργο του. Είναι η ποιητική συλλογή που γράφτηκε υπό την επήρεια των γεγονότων της πρώτης ρωσικής επανάστασης του 1905 και στην οποία περιγράφεται η τραγική μορφή της αγροτικής Ρωσίας, παραθέτει όμως και εξαιρετικές σατιρικές προσωπογραφίες των εκπροσώπων της εξουσίας και των πλουσίων.

Η ποίηση του Αντρέι Μπέλι εισήγαγε στη ρωσική ποιητική δημιουργία πολλές νέες ιδέες και καινοτομίες. Ο ίδιος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη ρυθμική κάθε ξεχωριστού στίχου, τολμώντας, παράλληλα, να χρησιμοποιήσει τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις ανάμεσα στο λυρισμό, την ειρωνεία και το πάθος. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Αντρέι Μπέλι, ο αναγνώστης διαπιστώνει πόσο οργανικά δένονται μεταξύ τους οι τοπιογραφίες και τα φιλοσοφικά μοτίβα, οι σκηνές της καθημερινότητας και οι βαθύτερες εξομολογήσεις του ποιητή.

Από τα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνική και ποιητική κονίστρα ο Μπέλι ανήκει στο κίνημα των Συμβολιστών και ήταν θαυμαστής του φιλόσοφου Βλαδίμηρου Σολοβιόφ, του γενάρχη της ρωσικής φιλοσοφίας. Επέδειξε όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το έργο του Νίτσε, του Βάγκνερ και άλλων στοχαστών και καλλιτεχνών. Ο ίδιος ο Μπέλι μας έχει κληροδοτήσει θαυμάσια δοκίμια και έργα πάνω στη θεωρία του συμβολισμού, αν και ο ίδιος, καθʼ όλη τη διάρκεια της ζωής του, περιπλανιόταν από το ένα φιλοσοφικό δόγμα στο άλλο, σε μια αέναη αναζήτηση της αλήθειας. Στο επίκεντρο των αναζητήσεων τους ήταν ο θεολογικός σχολαστικισμός με αποχρώσεις μυστικισμού. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως «Το νόημα της τέχνης μπορεί να είναι μόνο θρησκευτικό». Στην γραφίδα του ανήκουν πολλά βιβλία σχετικά με τη θεωρία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως «Ο Συμβολισμός», «Αραβουργήματα», «Η τέχνη του Γκόγκολ».

Ήταν φίλος με τους ποιητές Αλεξάντρ Μπλοκ, Βαλέρι Μπάλμοντ και Ντμίτρι Μερεζκόφσκι και τακτικό συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού «Ζυγός». Κατά την διάρκεια των ταξιδιών του στην Ευρώπη γνωρίζεται και συνάπτει φιλικές σχέσεις με τους ανθρωποσοφιστές Ρούντολφ Στάινερ και Κριστιάν Μόργκενστερ.

Η γνωριμία του το 1912, στο Βερολίνο με τον Ρούντολφ Στάινερ ήταν καθοριστική. Γοητεύεται από την προσωπικότητα και τις ιδέες του και γίνεται μαθητής του. Οι φίλοι του Μπέλι φοβούνται πως αυτό θα επιδράσει αρνητικά στην εξέλιξη του ως ποιητή και πεζογράφου και ο ίδιος καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να τους πείσει για το αντίθετο. Με το ξέσπασμα του Αʼ Παγκοσμίου πολέμου ο Στάινερ και οι μαθητές του μετακόμισαν στην Ελβετία, όπου άρχισαν να οικοδομούν το ναʼο Γκετεάνουμ με τα ίδια τους τα χέρια. Στις 23 Μαρτίου 1914 στη Βέρνη έγινε ο πολιτικός γάμος του ποιητή με την Άννα Τουργκιένεβα. Το 1916 ο ποιητής καλείται να εκπληρώσει τα στρατιωτικά του καθήκοντα και ταξιδεύοντας μέσω της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας, επιστρέφει στη Ρωσία, δίχως όμως τη σύζυγό του.

Αμέσως μετά την επιστροφή του στη Ρωσία, γίνεται μέλος της ομάδες «Σκύθες» στην οποία συμμετείχε και ο Αλεξάντρ Μπλοκ. Είναι η εποχή που τον περιβάλει η φήμη και το κύρος του επιφανούς θεωρητικού της τέχνης, του εξαίρετου ποιητή και συγγραφέα.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, μαζί με άλλους νεαρούς καλλιτέχνες αρχίζει να εργάζεται στην οργάνωση «Προλεταριακή Κουλτούρα». Το 1919 αρχίζει να σκέφτεται την αυτοεξορία του στο εξωτερικό, προκειμένου να συναντήσει τη σύζυγό του. Οι αρχές καθυστερούν να του δώσουν διαβατήριο, πράγμα που το επιτυγχάνει μόλις το 1921. Συναντιέται, επιτέλους, με τη σύζυγό του, μόνο που εκείνη του προτείνει να χωρίσουν οριστικά. Είχε ήδη αποφασίσει να αφιερώσει όλο της το χρόνο στη διάδοση των ιδεών του Στάινερ και πολλοί την αποκαλούσαν «μοναχή της ανθρωποσοφίας».

Τον Οκτώβριο του 1923 ο Μπέλι επιστρέφει στη Μόσχα. Μετά από λίγο, εμφανίζεται στη ζωή του μια άλλη γυναίκα, με την οποία έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η Κλαύδια Νικολάγιεβνα Βασίλιεβα, η οποία ήταν και η τελευταία σύντροφος της ζωής του ποιητή. Ο ίδιος δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της, διακατέχονταν όμως από αισθήματα εξάρτησης από αυτήν, γιατί την θεωρούσε σωτήρα του. Ήρεμη, μειλίχια, περίφροντις η Κλαύδια έγινε στις 18 Ιουλίου 1931 σύζυγός του. Από τον Μάρτιο του 1925 μέχρι τον Απρίλιο του 1931 ζούσαν σε δύο δωμάτια που νοίκιαζαν στο Κούτσινο, στα περίχωρα της Μόσχας.

Εκτός όμως από ποιητής, ο Αντρέι Μπέλι διακρίθηκε και ως συγγραφέας με τα μυθιστορήματα «Ασημένιο περιστέρι» (1909), «Πετρούπολη» (1914), «Ο γατούλης Λετάγιεφ» (1922), «Μόσχα» (1926 – 1932). Πρόκειται για μυθιστορήματα γκροτέσκο, για σατιρικά έργα, ωστόσο η πραγματικότητα περιγράφεται μέσα σε ένα πέπλο μυστικισμού. Κύρια χαρακτηριστικά τους είναι η αποσπασματικότητα της πλοκής, το πέρασμα από τη μια διάσταση του χρόνου στην άλλη, το παιχνίδι του ρυθμού και των ήχων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 έγραψε μια σειρά βιβλίων με απομνημονεύματα και αναμνήσεις, όπως «Στο μεταίχμιο δύο αιώνων», «Η αρχή του αιώνα» και «Μεταξύ δύο επαναστάσεων», τα οποία αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη και χρήσιμο εργαλείο για τη κατανόηση της ιστορίας των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα και της πνευματικής ζωής της Ρωσίας.

Δίχως την αντιφατική, συγκλονιστική και εμπνευσμένη μορφή του Αντρέι Μπέλι είναι αδύνατο να κατανοηθεί η ατμόσφαιρα της εποχής που προηγήθηκε του 1917 και των κατακλυσμιαίων γεγονότων. Ο ίδιος ο ποιητής, μαζί με τον Αλεξάντρ Μπλοκ την εξέλαβαν ως Νέμεση για τις αποτρόπαιες πράξεις της τσαρικής εξουσίας. Προφανώς δεν υποπτευόταν καν τίνος τα κεφάλια θα κοπούν μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων.

Πέθανε ο Αντρέι Μπέλι στις 8 Ιανουαρίου 1934 στη Μόσχα στα χέρια της Κλαύδιας Νικολάγιεβνα Βασίλιεβα. Η Λιουμπόφ Ντμίτριεβνα Μεντελέγιεβνα, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, έζησε πέντε ακόμη χρόνια.