Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σʼ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σʼ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σʼ άρπαζε απʼ τον λαιμό,
ακόμα και τʼ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σʼ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;
Η γέρικη καρδιά του νάνου
Είναι αλήθεια. Μεγάλη αλήθεια. Ποτέ δεν ένιωσα άνετα με τη ζωή. Σάπιζα κι ήμουν παιδί ακόμα.
Henderson , ο βασιλιάς της βροχής, του Saul Bellow
Όταν ξαπλώνομαι στο έρωτα
η γέρικη καρδιά του νάνου αποδοκιμάζει.
Γεννήθηκε γριά, σαν βλάκας
τα μάτια της ανοίγουν μέσα από τριάντα μία
παχιές πτυχώσεις δέρματος
να με κοιτάξουν άγρια
πάνω σε τούτο το τρεμάμενο κρεβάτι.
Γνωρίζει από τι σαπίλα είμαστε φτιαγμένοι.
Όταν πληγώνεται, γίνεται απότομη.
Τώρα είναι συμπαγής, σαν λίπος
σαν κότα πράσινη στη σκόνη
που ασθμαίνει. Όμως, αν δω στον ύπνο μου τον έρωτα,
τότε τα όνειρά μου είναι για ξένους που γρυλίζουν.
Εκείνη, παράξενη, παράξενη και διεφθαρμένη,
ονειρεύεται ότι…
Μα Θεέ μου, πόσα πράγματα γνωρίζει!
Χειρότερα ακόμα, πόσες πληγές κρατά
στα χέρια της να φωλιάζουν εκεί σαν σοδειά
παρατημένου αγρού. Μα στα καλύτερά της
είναι ολόκληρη μυς κατακόκκινος
που σφύζει καθώς την καλοπιάνει ο χρόνος.
Όπου κι αν πάω, πηγαίνει.
Ω, τώρα που ξαπλώνομαι στον έρωτα
πόσο αλλόκοτα τα χέρια της ανοίγουν
με τι υπομονή ξεμπλέκω τους καρπούς της
ίδιους κόμπους. Παλιό στολίδι, παλιά γυμνή γροθιά
κι αν φόραγα εβδομήντα πανωφόρια
πάλι δεν θα μπορούσα να σε κρύψω…
Από μάνα και πατέρα είμαι φτιαγμένη.
Νοικοκυρά
Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.
Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,
στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.
Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.
Όλη τη μέρα είναι στο πόδι
να καθαρίζει με προσήλωση.
Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά
η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.
Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.
Το βασικό είναι αυτό.
Ο θάνατος της Σίλβια
για την Σίλβια Πλαθ
Ω Σίλβια, Σίλβια,
μ’ ένα νεκρό κουτί γεμάτο πέτρες και κουτάλια,
με δυο παιδιά, δυο διάττοντες
που τριγυρνούν αδέσποτοι σ’ ένα μικρό δωμάτιο παιχνιδιών,
με το στόμα σου στο σεντόνι
στο δοκάρι της στέγης, στη βουβή προσευχή,
(Σίλβια, Σίλβια
πού πήγες
αφού μου έγραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια της πατάτας
και τη μελισσοκομία;)
σε τι παραστεκόσουν,
πώς πλάγιασες μέσα του έτσι απλά;
Κλέφτρα! –
πώς σύρθηκες μέσα του
πώς σύρθηκες μονάχη
μέσα στο θάνατο που επιζητούσα τόσο έντονα,
για τόσο καιρό
μέσα στο θάνατο που και οι δυο μας λέγαμε πως ξεπεράσαμε
αυτόν που φορούσαμε στα λιπόσαρκα στήθη μας
αυτόν για τον οποίο μιλούσαμε τόσο συχνά, κάθε φορά
που κατεβάζαμε τρία έξτρα ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη
τον θάνατο που μίλαγε για αναλυτές και θεραπείες
τον θάνατο που μίλαγε σαν πολύφερνη νύφη
τον θάνατο που του κάναμε προπόσεις
– τα κίνητρα και μετά η αθόρυβη πράξη;
(Στη Βοστόνη
οι πεθαμένοι
μπαίνουν σε ταξί
ναι, ο θάνατος πάλι,
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).
Ω, Σίλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο τυμπανιστή
που κρατούσε τον ρυθμό στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία
πώς ήθελε να τον αφήσουμε σαν σαδιστής
να πλησιάσει ή σαν νεράιδα Νεοϋορκέζα
να κάνει την δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα παράθυρο στον τοίχο ή ένα λίκνο·
κι αυτό περίμενε από τότε
κάτω από την καρδιά μας, στο ντουλάπι μας,
και βλέπω τώρα ότι τον αποθησαυρίζουμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες
και δοκιμάζω με το νέο του θανάτου σου
μια γεύση του απαίσια, που μοιάζει με αλάτι.
(Κι εγώ,
κι εγώ επίσης.
Και τώρα, Σίλβια,
εσύ ξανά
με τον θάνατο ξανά
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).
Και λέω μόνο,
με τα μπράτσα απλωμένα σ’ αυτόν τον πέτρινο τόπο,
τι άλλο είναι ο θάνατός σου
από ένα παλιό προσωπικό αντικείμενο,
ένα σημάδι που έπεσε
από ένα σου ποίημα;
(Ω, φίλη μου,
όσο έχει κακό φεγγάρι
και ο βασιλιάς έχει εξαφανιστεί
και η βασίλισσα είναι σε πλήρες αδιέξοδο,
ο θαμώνας των μπαρ πρέπει να τραγουδά!)
Ω, μικροσκοπική μητέρα
κι εσύ επίσης!
Ω, αστεία δούκισσα!
Ω, ξανθό κορίτσι!
Ονειρεύομαι τα στήθη
Μητέρα,
πρόσωπο παράξενης θεάς
πάνω από το γαλατένιο σπίτι μου,
αυτό το εκλεπτυσμένο άσυλο,
σε έφαγα ολόκληρη.
Όλη μου η ανάγκη
σαν γεύμα σε κατάπιε.
Αυτό που πρόσφερες
θυμάμαι σε ένα όνειρο:
τα μπράτσα όλο φακίδες να με σφίγγουν,
το γέλιο κάπου πάνω από το χνουδωτό μου καπελάκι,
τα ματωμένα δάχτυλα να δένουν τα κορδόνια μου,
τα στήθη κρεμασμένες νυχτερίδες,
και τότε να με σαϊτεύουν,
να με κάνουν να λυγίζω.
Τα στήθη που εγνώριζα τη μεσονύκτια ώρα
χτύπησαν σαν τη θάλασσα που έχω τώρα μέσα μου.
Μητέρα, εγώ για να μην φάω
έβαλα μέλισσες στο στόμα μου
όμως καλό δεν σου ‘κανε.
Στο τέλος έκοψαν τα στήθη σου
και γάλα χύθηκε από αυτά
στου χειρουργού το χέρι
κι εκείνος τα αγκάλιασε.
Τα πήρα
και τα φύτεψα.
Σε κλείδωσα Μητέρα,
αγαπητή νεκρή γυναίκα,
έτσι που οι μεγάλες σου κουδούνες,
αυτά τα αγαπημένα άσπρα πόνι,
μπορούν να συνεχίσουν να καλπάζουν, να καλπάζουν
όπου κι αν βρίσκεσαι.
Η Ερινύα των πετραδιών και του κάρβουνου
Πολλοί μεταλλευτές μπήκαν
σε σήραγγα βαθιά
για να δεχτούν τη σκόνη ενός φιλιού,
ένα μετάλλευμα- κελί.
Πήγαν με τα φανάρια τους
γεμάτα μάτια που τρυπούν
βαθιά, πολύ βαθιά κι έβγαλαν
τον Χριστό στη Γεσθημανή.
Σώμα γεμάτο βρύα, σώμα από γυαλί,
σώμα από τύρφη
κείτεσαι τόσο κοφτερό, βαρύ σμαράγδι
όσο ένα γήπεδο του γκολφ, ρουμπίνι σκούρο
σαν υπόλειμμα γέννας,
διαμάντι άσπρο σαν τον ήλιο
πάνω στη θάλασσα, κάρβουνο, σκοτεινόχρωμη μητέρα
μητέρα που γεννοβολά, άφησε τα θαλασσινά πουλιά
να σε φέρουν στη ζωή μας
σαν από μακρινό νησί,
βαριά σαν θάνατο.
Νυχτερίδα
Το απαίσιο δέρμα της
τεντωμένο από κάποιον έμπορο
μοιάζει με το δικό μου, εδώ, ανάμεσα στα δάχτυλα,
σαν κάποιου είδους υμένα, σαν του βατράχου.
Σίγουρα όταν γεννήθηκα το πρόσωπό μου ήταν μικρούλι
και σίγουρα πριν γεννηθώ μπορούσα να πετάω.
Όχι καλά, υπʼ όψιν, μόνο ένα πέπλο δέρματος
από τα μπράτσα μου ως τη μέση.
Πετούσα και τη νύχτα. Νύχτα να μη με βλέπουν
αλλιώς θα με χτυπούσαν.
Ίσως τον Αύγουστο, καθώς τα δέντρα υψώνονταν ως τʼ άστρα
πετούσα από φύλλο σε φύλλο μες το πηχτό σκοτάδι.
Αν μʼ έπιανες με το φακό σου
θα ʽβλεπες ένα ροδαλό πτώμα με φτερά,
έξω, έξω απʼ την κοιλιά της μάνας του, γεμάτο τρίχες
και τραχύ, να πετά πάνω απʼ τα σπίτια, τους στρατώνες.
Γι αυτό με μυρίζουν τα σκυλιά του σπιτιού σου.
Ξέρουν ότι είμαι κάτι που πρέπει να πιαστεί
κάπου στο κοιμητήριο που κρέμομαι ανάποδα
σαν μισερός μαστός.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ:
Στις αρχές του 1960, η Anne Sexton κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή και ταράζει τα νερά της κλασικής, μετρημένης και “αξιοπρεπούς” αμερικανικής ποίησης. Η θεματολογία της κινείται γύρω από ψυχιατρεία, θεραπείες και απόπειρες αυτοκτονίας, υλικό που μέχρι τότε δεν θεωρούνταν αξιόλογο ποιητικά, ειδικά από γυναίκες ποιήτριες. Ποιήματα όπως το “Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας” ή “Το κεφάλι που περιμένει” έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση σε κοινό και κριτικούς, αποτυπώνοντας τις συνέπειες του αστικού αμερικανικού ονείρου που εγκλώβιζε χιλιάδες δημιουργικές και ευαίσθητες γυναίκες αποκλειστικά στο ρόλο της συζύγου και της μητέρας. “Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί και αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγός μου από εμένα […] Η επιφάνεια ράγισε όταν ήμουν εικοσιοκτώ. Υπέστην ψυχωτική κατάρρευση και προσπάθησα να αυτοκτονήσω” θα πει η Σέξτον μερικά χρόνια αργότερα. Φυσικά, η Σέξτον ήταν ασθενής. Υπέφερε από κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό και ακολουθούσε θεραπείες σε όλη της τη ζωή. Η ποίηση ήταν για εκείνη ένας τρόπος να μιλήσει για όσα συνέβαιναν στη ζωή εντός του μυαλού της. Εξέδωσε συνολικά επτά ποιητικές συλλογές όσο ζούσε και με τα χρόνια καταπιάστηκε με θέματα όπως ο έρωτας, η λαγνεία, οι γονεϊκές σχέσεις και ο Θεός χωρίς ποτέ να απεμπολεί την έλξη της για τον θάνατο. Αυτοκτόνησε τελικά το 1974. Μετά τον θάνατό της, η κόρη της εξέδωσε άλλες τρεις ποιητικές συλλογές με ποιήματα της μητέρας της. Για την παρούσα ανθολογία σταχυολόγησα χαρακτηριστικά ποιήματα από όλο της το έργο έτσι ώστε η παρουσίασή της στο ελληνικό κοινό να είναι όσο το δυνατόν πιο σφαιρική. Η δημοφιλία και η αναγνώριση που είχε το έργο της κατά τη δεκαετία του 1960 μέχρι και τον θάνατό της, συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, κατατάσσοντας την Anne Sexton στις σημαντικότερες Αμερικανίδες ποιήτριες του 20ου αιώνα.











Η κρίση της ποίησης
Κρίση γνωρίζει η ποίηση,
κρίμα βαρύ στο λόγο.
Κρίση γνωρίζει η ποίηση,
που βάφτηκε με αίμα.
Η ποίηση που αγάπησε
τη δύναμη, το κάλος.
Αυτή που χάραζε ψυχές
κι ονειροπόλους δρόμους.
Που έχτιζε δωμάτια,
με τοίχους από κόσμους.
Γυάλινους θόλους σκέπαζε,
τον πόθο με μετάξι
κι έδενε τα όνειρα
σε μόλους οργισμένους.
Με θάλασσες ξερίζωνε,
θρυμματισμένους πόνους.
Κρίση γνωρίζει η ποίηση,
ορθώνει την σημαία.
Ο μαρασμός πρωτόγνωρος,
παρουσιάζει έργο.
Έμβλημα ατάλαντων,
ανίκανων ανθρώπων.
Έμβλημα διαφθοράς,
κίβδηλων επαίνων.
Σχίστε και κάψτε το πανί.
Κόψτε το κοντάρι.
Κρίση γνωρίζει η ποίηση,
Μα αυτό πρέπει νʼ αλλάξει .
Νικόλαε Τσίνδρε
Η έμπνευση πηγάζει από αυτή καθʼ αυτή
την ποίηση της σχιζοφρενούς Αμερικανίδας
Anne Sexton ή από το επίμετρο της κ. Σταυρίδου
Ξέχασα να σου πω , πως και εγώ πάσχω
από αυτοκτονικό ιδεασμό ( ο γιατρός έχει
κάποια ιδέα ) και απαξιώνω την ζωή
αλλά τέτοια ανουσιουργήματα δεν γράφω !
Πρέπει να έχεις , μιας άλλης υψηλής
κουλτούρας επιρροές , όπως η Αμερικάνικη
για να φθάσεις σε τέτοιου επιπέδου επιτεύγματα !!!
Με την Ανν Σέξτον συμβίωσα κανένα δίμηνο στο παρελθόν. Μάλλον ήταν πέρσι το χειμώνα. Ίσως να ήταν κάποια επιλεγμένα δίστιχά της που με τσιμπούσαν σαν βελόνες στα σωστά σημεία. Μπορεί να ήταν και το λεγόμενο “γενικότερο κλίμα” που με τράβηξαν στο να πάρω το συγκεκριμένο βιβλίο και να επενδύσω πάνω του. Τι κέρδισα ακόμα δεν ξέρω, το άφησα όσο ξαφνικά το έπιασα. Κι από τις γυναίκες επέστρεψα στη Σύλβια Πλαθ.
http://theannesextonblog.blogspot.com/
Σύντομο και ίσως ενδεικτικό σχόλιο για τη μετάφραση της κ. Δ. Σταυρίδου: Στο πρώτο ποίημα “Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας” (“Music Swims Back to Me”) το δίστιχο “and that moon too bright / forking through the bars to stick me” το μεταφράζει ως:
“κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,/
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει”.
Ενδεικτικά βλ.” forking: A sexual act in which a man enters a woman from behind. The woman lies down on her stomach with her legs spread (knee joints straight) and the man enters her with a straight body such that the “fork” that is formed consists of the woman’s legs on the sides and the man’s legs in between.”
στο http://www.urbandictionary.com/define.php?term=forking
Επίσης, 1. A utensil with two or more prongs, used for eating or serving food.
2. An implement with two or more prongs used for raising, carrying, piercing, or digging.
3.
a. A bifurcation or separation into two or more branches or parts.
b. The point at which such a bifurcation or separation occurs: a fork in a road.
c. One of the branches of such a bifurcation or separation: the right fork. See Synonyms at branch.
4. Games An attack by one chess piece on two pieces at the same time.
v. forked, fork·ing, forks
v.tr.
1. To raise, carry, pitch, or pierce with a fork.
2. To give the shape of a fork to (one’s fingers, for example).
3. Games To launch an attack on (two chess pieces).
4. Informal To pay. Used with over, out, or up: forked over $80 for front-row seats; forked up the money owed.
v.intr.
1. To divide into two or more branches: The river forks here.
2.
a. To use a fork, as in working.
b. To turn at or travel along a fork.
βλ. http://www.thefreedictionary.com/forking
Το σημείο στα αγγλικά έχει ως εξής:
“It was the strangled cold of November; / even the stars were strapped in the sky / and that moon too bright / forking through the bars to stick me / with a singing in the head.”
βλ. και http://lindasuegrimes.suite101.com/november-poet-anne-sexton-a77793
Y ADEMAS…
Ανν Σέξτον: Ερωτικά Ποιήματα
Μετάφραση-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου
Εκδ. Μελάνι
Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.
Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.
Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.
Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.
Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ, γνωστή ως Ανν Σέξτον, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου του 1928 στο Νιούτον της Μασαχουσέτης. Η σχέση της με την ποίηση άρχισε σε ηλικία περίπου 17 ετών, όταν δημοσίευσε ορισμένα από τα πρωτόλειά της στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα. Η Ανν συνέχισε τις σπουδές της στο Garland School της Βοστώνης, όπου γνώρισε τον ‘Αλφρεντ Μούλερ Σέξτον ΙΙ (ψευδώνυμο: Κάγιο), με τον οποίο επρόκειτο αργότερα να παντρευτεί και να αποκτήσει δύο κόρες. Εξαιτίας των οικονομικών τους προβλημάτων επιστρέφουν στη Μασαχουσέτη, ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα, ενώ η Ανν εκμεταλλεύεται τη εντυπωσιακή εμφάνισή της και παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency, εργαζόμενη μάλιστα ως μοντέλο για κάποιο διάστημα. Το 1954, έγκυος στη δεύτερη κόρη της, εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Πρόκειται για το ξεκίνημα μίας ολέθριας σχέσης της ποιήτριας με το θάνατο, την απελπισία, αλλά και την ποιητική της τέχνη, την οποία αρχικά προσεγγίζει ως θεραπευτική μέθοδο, μετά την παρότρυνση του ψυχιάτρου της δρ. Μάρτιν Ορν. Ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχωσικά επεισόδια και εγκλεισμούς σε ιδρύματα νοσηλείας, η Ανν Σέξτον εκδίδει το 1959 την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τυγχάνει θερμής υποδοχής, όπως και η επόμενη, που κυκλοφορεί το 1962. Το 1965, μετά από επτά χρόνια εξαρτημένης ψυχοθεραπείας, ο δρ. Μάρτιν Ορν μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια, γεγονός που κλονίζει τις εύθραυστες, ούτως ή άλλως, βάσεις της ψυχικής της υγείας. Περίπου την ίδια περίοδο γράφει το βιβλίο της Ζήσε ή Πέθανε, για το οποίο τιμάται το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα, συνεχίζει να γράφει ποίηση και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία σε Γυμνάσιο της Μασαχουσέτης. Ακολουθεί ένα διάστημα αναγνώρισης του ποιητικού έργου της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ωστόσο η ψυχική της νόσος διαρκώς επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές, ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της, ενώ η κατάστασή της απομακρύνει σταδιακά από κοντά της και τους πιο επιστήθιους φίλους της.
Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφει στο σπίτι της και κάνει μία ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, επιτυχημένη αυτήν τη φορά, στο γκαράζ μέσα στην κόκκινή της Cougar, αφήνοντας αναμμένη τη μηχανή και ανοιχτό το ραδιόφωνο.