Ακούστε εδώ τον Άκανθο να διαβάζει την απάντηση του Εραστή

ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙΑ…

Έτσι μύριζε η νύχτα!
Μια μυρωδιά που σου διαπερνούσε τα ρουθούνια και σε χτυπούσε κατευθείαν στην καρδιά.
Το κεφάλι σου άρχιζε να γυρίζει από μια γλυκιά ζαλάδα, αμέσως μετά τις δύο-τρείς πρώτες ανάσες, και μια απαλή νάρκη τύλιγε το κορμί σου και παρέλυε ένα-ένα τα μέλη σου.
Πρώτα άρχιζαν να λυγίζουν τα πόδια, μετά, μούδιαζαν τα χέρια και το στόμα, μετά σφιγγόταν το στομάχι σου, και τελευταία άρχιζε να χτυπά δυνατά η καρδιά, και ακουγόταν λες μέχρι έξω.
Καλοκαιριάτικη νύχτα, χωρίς φεγγάρι.
Με τον ουρανό στολισμένο ολόκληρο με άστρα, άλλα μικρά και άλλα μεγαλύτερα.
Με μια ελαφριά δροσιά να σε διαπερνά και να σου προκαλεί ένα ανεπαίσθητο ρίγος, τόσο όσο χρειάζεται για να νοιώσεις την ανάγκη να σφιχτείς πάνω σε κάποιον, να κολλήσεις, να νοιώσεις την ζέστη ενός άλλου κορμιού.
Όχι περισσότερο. Μέχρις εκεί!
Μετά, να τραβηχτείς πάλι μακριά, να κρατήσεις τις αποστάσεις σου, τα στεγανά σου.
Σαν ένα παραμύθι που κινείται…
Που δεν σταματάει ποτέ, και που όλο συνεχίζει την ιστορία του με καινούργιες αλήθειες κάθε φορά…
Μόνο οι λοξές ματιές και αυτό το ανεπαίσθητο χαμόγελο μένουν και θυμίζουν πως η ιστορία έχει ξαναειπωθεί…

La complicité des vieux amants.

Μπορείς να το καταλάβεις από την άνεση που ανάβει το τσιγάρο και της το δίνει μετά.
Από τον τρόπο που μπορεί να πιεί μια γουλιά ποτό από το ποτήρι της.
Από την ευκολία με την οποία μπορεί τυχαία να αγγίξουν τα χέρια τους, ή να ακουμπήσουν τα σώματά τους, χωρίς να νοιώσουν ούτε για μια στιγμή άσχημα.
Αυτοί οι δύο άνθρωποι, έχουν βρεθεί ξανά, μαζί , στο παρελθόν.
Έχουν αγκαλιαστεί τα σώματά τους, έχουν κοιμηθεί και έχουν ξυπνήσει αγκαλιά.
Μπορεί να βρίσκονται σήμερα τυχαία, στο ίδιο δωμάτιο, να συνοδεύονται από άλλους ανθρώπους, να ήρθαν μόνοι τους ο καθένας.
Αλλά, έχουν υπάρξει μαζί!
Και αυτή η καταραμένη οικειότητα που έχει απομείνει μεταξύ τους, δεν κρύβεται από το έμπειρο μάτι του παρατηρητή.
Μπήκα στο δωμάτιο αργοπορημένη, και αφού ζήτησα συγγνώμη κάθισα στη μόνη άδεια θέση, ακριβώς απέναντί σου.
Στρωθήκαμε αμέσως στη δουλειά, το πρόγραμμα ήταν γεμάτο και ο χρόνος περιορισμένος.
Στο διάλειμμα, βρεθήκαμε ο ένας δίπλα στον άλλον, να ζητάμε τα ποτά μας απο το μπαρ. Έκανα να ψάξω τα τσιγάρα μου στην τσάντα μου και μου έτεινες το δικό σου ήδη αναμμένο. Το πήρα και απομακρύνθηκα διακριτικά, καθώς πλησίαζε η γυναίκα σου.
Όλη την υπόλοιπη ώρα, κρατηθήκαμε μακριά ο ένας απ’ τον άλλον.
Στο τέλος της σύσκεψης, σου έτεινα το χέρι για να σ’ ευχαριστήσω για την βοήθεια.
Μια στιγμιαία επαφή, που έφερε πίσω άπειρες αναμνήσεις και συναισθήματα.
Τα μάτια μας διασταυρώθηκαν, τα χείλη μας έμειναν ακίνητα στο πιο δυνατό μα, αόρατο φιλί που ανταλλάξαμε ποτέ οι δύο μας!
Κάποια πράγματα δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Τα σώματα που έχουν αγαπηθεί, έχουν άλλη μυρωδιά…

“ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΕΣ ΟΤΑΝ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ”…

“Όλες οι πόλεις είναι ίδιες όταν ξημερώνει”, “όλες μοιάζουν”, μου ‘χες πει κάποτε, και δεν σε είχα πιστέψει τότε.
Όταν ξημερώνει, όλες αναστενάζουν στα κρεβάτια τους με τον ίδιο τρόπο.
Και οι εραστές της νύχτας, σιγομουρμουρίζουν και ή αγκαλιάζονται ή σηκώνονται με βαριά βήματα και φεύγουν από τα ξένα κρεβάτια με το πρώτο φως της μέρας.
Τα μισά ρούχα φορεμένα όπως-όπως, και τα υπόλοιπα στο χέρι, και ένα φιλί απαλό, σιγανό, για να μην ξυπνήσει τον άλλον που κοιμάται…
Και η πόρτα κλείνει πίσω τους προσεκτικά, σιγανά.
Το αυτοκίνητο μπαίνει μπροστά με θόρυβο που μοιάζει εκκωφαντικός, μες την ησυχία της νύχτας, και ακόμα και το γκάζι, είναι νυσταγμένο και βαρύ, από τον μισό ύπνο και την κούραση του έρωτα της προηγούμενης βραδιάς…
Και το άδειο σπίτι της επιστροφής, είναι κρύο και σιωπηλό.
Μόνο τα κοτσύφια έχουν ήδη αρχίσει να κελαηδούν στον κήπο.
Ο μισός ουρανός, αρχίζει ήδη να φωτίζει και η μέρα χαράζει, την ώρα που εσύ μπαίνεις κάτω από το ντους και αφήνεις το νερό να κυλήσει πάνω σου και να πάρει τις ανάσες και τον ιδρώτα της προηγούμενης βραδιάς.
Όλες οι πόλεις είναι ίδιες μού ‘χες πει κάποτε και δεν σε είχα πιστέψει.
Γιατί σε έβλεπα που έφευγες, και εγώ, σε ήθελα στο κρεβάτι μου.
Να σε πάρω αγκαλιά, να πάρω ακόμα μιαν ανάσα σου στο στόμα μου, και να ξαναγυρίσω στα όνειρά μου.
Και συ, με φίλαγες απαλά στο μάγουλο και έκλεινες πίσω σου σιγανά την πόρτα.
Πόσος καιρός πέρασε από τότε;
Ούτε που θυμάμαι πιά.
Πόσες πόρτες έκλεισα πίσω μου φιλώντας κάποιον απαλά στο μάγουλο και ψιθυρίζοντας καληνύχτα;
Πόσους άδειους δρόμους έχω οδηγήσει μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου;
Πόσο δίκιο είχες τελικά!!!
Όλες οι πόλεις του κόσμου είναι ίδιες στο ξημέρωμά τους…
Όλες αναστενάζουν, όλες στριφογυρίζουν στα κρεβάτια τους, άλλα άδεια, και άλλα γεμάτα με τον έρωτα της νύχτας.
Κάθε ξημέρωμα, κάποια πόρτα κλείνει σιγά, και κάποια άλλη ανοίγει και υποδέχεται την μοναξιά του ταξιδευτή.
Μόνο τα κοτσύφια που κελαηδούν στον κήπο είναι πάντα τα ίδια… όπως και το ξημέρωμα.
Οι άνθρωποι αλλάζουν…
Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι άλλοι έρχονται…. Τι σημασία έχει σε ποιά πόλη βρίσκεσαι;