Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Έξι ποιήματα για τη Λου Αντρέας – Σαλομέ
Μετάφραση από τα ρωσικά
Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
Τραγούδι πρώτο
….Βράδυ. Μια κοπέλα καθόταν
Στην ακροθαλασσιά, έτσι όπως
μια μάνα κάθεται δίπλα στο μικρό της.
Τραγουδούσε μα τώρα ακούει
του ύπνου του την ανάσα•
βλέποντας ότι είμαι ήρεμο και γαλήνιο
χαμογελάει:
δεν είναι χαμόγελο αυτό, είναι η λάμψη
του προσώπου της η γιορτή.
Το παιδί θα ʽναι σα τη θάλασσα
συγκινώντας τα πέρατα και τους ουρανούς, –
με την υπερηφάνεια ή την θλίψη
με τους ψιθύρους ή την ησυχία.
Το μόνο που ξέρεις είναι πώς να το φροντίζεις,
να κάθεσαι και να περιμένεις …
άλλοτε νανούρισμα να του τραγουδάς,
μα να μην το βοηθάς
να ζήσει, να υπάρξει, να σωθεί.
29 Νοεμβρίου 1900
Σμαργκεντρόφρ
Τραγούδι δεύτερο
Ταξιδεύω, ταξιδεύω και πλανιέμαι
στην πατρίδα σου, την ανεμοδαρμένη εσχατιά,
ταξιδεύω, ταξιδεύω έχοντας λησμονήσει
όλες τις χώρες που ʽχω επισκεφτεί παλιά.
Πόσο μακρινές μου φαίνονται
οι μεγάλες μέρες στη θάλασσα του νότου,
οι γλυκές νυχτιές του δειλινού του Μάη•
όλα κενά είνʼ εκεί και χαρούμενα αλλά να:
σκοτεινιάζει ο θεός … ο μαρτυρικός λαός
ήρθε, τον βρήκε και τον έκανε αδελφό του.
1 Δεκεμβρίου 1900
Πυρκαγιά
Η παλιά αγροικία κοιμόταν
και η άμαξα έφυγε
μέσα στη νύχτα, ένας θεός ξέρει για πού.
Το σπιτάκι, μοναχό, έκλεισε,
ο κήπος βούιζε και θρόιζε:
δεν μπορούσε να κοιμηθεί μετά τη βροχή.
Το παλικάρι κοιτούσε τη νύχτα και τους αγρούς,
και πετούσε, δίχως βιασύνη
ανάμεσα μας το σιωπηλό
ημιτελές διήγημα.
Άξαφνα σώπασε: ο ορίζοντας πήρε φωτιά
ακόμη και ο ουρανός καιγόταν…
το παλικάρι σκέφτηκε: δύσκολη που ʽναι η ζωή.
η σωτηρία γιατί δεν υπάρχει; –
η γη τους ουρανούς κοιτούσε
διψασμένη για απάντηση.
5 Δεκεμβρίου 1900
Πρωινό
Θυμάσαι άραγε πως μοιάζουν τα πρώιμα τριαντάφυλλα,
νωρίς το πρωί, όταν τα βλέπεις πριν απʼ όλους,
το βιός μας γύρω, οι εσχατιές γαλανές
και κανείς την αμαρτία δε τη θέλει.
Την πρώτη μέρα, σηκωθήκαμε
από τα χέρια του Θεού, όπου ʽχαμε κοιμηθεί –
τόσο πολύ – που δεν μπορώ να ξέρω•
τα περασμένα γίνηκαν παλιά,
και ότι υπήρξε ήταν πολύ λίγο, –
τώρα, όμως, θα πρέπει να κινήσουμε ξανά.
Τι μέλλει; Μην ανησυχείς,
τον χαμό μην το φοβάσαι,
αφού ο θάνατος είναι απλά η πρόφαση•
τι άλλο γιʼ απάντηση θέλεις;
θα έρθουν νύχτες, γεμάτες καλοκαίρι
και μέρες λαμπερού φωτός
θα ζούμε εμείς, θα ζει και ο θεός.
6 Δεκεμβρίου 1900
Πρόσωπο
Αχ να γεννιόμουν ένας απλός μουζίκος,
τότε θα ʽχα ένα μεγάλο χαρούμενο πρόσωπο:
δεν θα πρόδιδα στους δαίμονες μου,
εκείνο που δύσκολα τα σκέφτεσαι, εκείνο
που απαγορεύεται να πεις …
Και μόνο τα χέρια θα γέμιζαν
από την αγάπη και την υπομονή μου, –
την μέρα όμως θα δούλευαν πολύ
και τη νύχτα θα σταύρωναν για να προσευχηθώ.
Κανείς γύρω μου δε θα ʽξερε ποιος είμαι.
Γέρασα, και το κεφάλι μου
κρέμασε προς τα κάτω, στα στήθη μου, και μάλιστα πολύ.
Σα να μου φαίνεται πιο ελαφρύ.
Τότε κατάλαβα που πλησιάζει του αποχωρισμού η μέρα,
κι άνοιξα, σα βιβλίο, τα χέρια μου
και τα απώθησα στα μάγουλα, το στόμα και το μέτωπο…
Άδεια θα τα πάρω και θα τα βάλω στο φέρετρο, –
στο πρόσωπο μου όμως τα εγγόνια θα αναγνωρίσουν
όλα όσα ήμουν … παρόλα αυτά όμως δεν είμαι εγώ•
Στα χαρακτηριστικά αυτά είναι χαρές κι οι λύπες μου
τεράστιες και ανυπόφορες για μένα:
αυτό είναι το αιώνιο πρόσωπο της εργασίας.
Νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου 1900
Γέροντας
Όλοι είναι στα χωράφια: η μικρή ίζμπα συνήθισε
αυτή τη μοναξιά, αναπνέει, τρυφερή, σα παραμάνα,
σκεπάζει την ήρεμη κραυγή του μωρού που κλαίει.
Στο τζάκι, σα να κοιμάται, είναι ξαπλωμένος ένας γέρος,
σκέφτεται αυτά που χάθηκαν
και σα μιλούσα θα ʽταν ποιητής.
Μα κείνος σιωπά• ας του χαρίσει γαλήνη ο Κύριος.
Κι ανάμεσα στην καρδιά και το στόμα μου
η απόσταση τεράστια, πέλαγος … σκοτεινιάζει πια η σκεπή
και η γλυκιά, όμορφη αγάπη
βγαίνει απʼ τα στήθη χιλιάδων χρόνων
και δεν βρήκε τα χείλη, – και έμαθε, ξανά
ότι σωτηρία δεν υπάρχει,
ότι το φτωχό πλήθος των κουρασμένων λόγων,
ξένο, θα προσπεράσει τη ζωή.
Μεσημέρι, 7 Δεκεμβρίου 1900
Δύο ποιήματα της 11ης Απριλίου 1901
* * *
Κουράστηκα τόσο πολύ από το βάρος των ημερών της αρρώστιας
η άδεια νύχτα των απάνεμων χωραφιών
βρίσκεται πάνω από την ησυχία των ματιών μου.
Η καρδιά μου άρχισε σαν αηδόνι,
μα δεν μπορεί να πει ούτε μια λέξη•
τώρα ακούω τη σιωπή μου –
μεγαλώνει σα το τρόμο της νύχτας
σκοτεινιάζει σαν το τελευταίο αχ
του λησμονημένου νεκρού μωρού.
* * *
Είμαι τόσο μόνος. Κανείς δεν καταλαβαίνει
ότι η σιωπή είναι η φωνή των μεγάλων μου ημερών
και δεν υπάρχει ο άνεμος, που νʼ αποκαλύπτει
τους μεγάλους ουρανούς των ματιών μου.
Μπροστά στο παραθύρι μια τεράστια μέρα
της ξένης συνοικίας της πόλης• κάποιος μεγαλόσωμος
είναι ξαπλωμένος και περιμένει. Σκέφτομαι: εγώ είμαι;
Τι περιμένω; Και που είναι ψυχή μου;
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η Λου Αντρέας Σαλομέ (1861 – 1937) ήταν μια από τις σπάνιες εκείνες γυναίκες που σημάδεψαν με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή. Ψυχαναλύτρια και συγγραφέας συμμετείχε ενεργά στην πνευματική ζωή και τα καλλιτεχνικά κινήματα της εποχής της.
Μούσα, ερωμένη και μαθήτρια μεγάλων αντρών ενέπνευσε έρωτες και πάθη, της αφιερώθηκαν έργα τέχνης και διάφοροι διάσημοι άντρες της εποχής της στάθηκαν ικέτες για ένα της βλέμμα.
Ανάμεσα σε αυτούς και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875 – 1926), γνώστης της ρωσικής γλώσσας, ο οποίος ερωτεύτηκε τη νεαρή Λου και για την γοητεύσει έγραψε έξι ποιήματα στην μητρική της γλώσσα.
Ευχαριστώ τον φίλο Νίκο Βουτυρόπουλο που μου τα υπέδειξε μια Κυριακή πρωί, λίγο πριν ένα σπάνιο και γοητευτικό αντάμωμα μιας παρέας.
Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης
Αθήνα
Μεταξουργείο
Απρίλιος 2011
Печатаются с соблюдением орфографии подлинника (Rainer Maria Rilke Sämtliche Werke B. IV, 1961, SS. 947–959).
Источник: Рильке Р. М. Ворпсведе, Огюст Роден, Письма, Стихи. М.: Искусство, 1971. С. 416–421.











θαυμάσια αίσθηση !!!!! όσον αφορά την Ελληνική ! και εκ της εμπειρίας μου με τον μεταφραστή ξέρω οτι πήγε στην ουσία ! σαν γνώστης σοβαρός των δύο ιστορικών γλωσσών ! γοητευμένος άλλη μιά φορά από την πλαστική του Rilke !
Πριν από μέρες, συζητώντας με το 16χρονο γιο μου, του είπα το στίχο του Καρούζου: “Να θυμηθούμε να πάρουμε νερό μαζί μας, σύντροφοι, το μέλλον προβλέπεται με ξηρασία” και τότε εκείνος με ρώτησε: – “Και τι ειναι το “νερό”;”. Και του απάντησα: Κουράγιο και ήθος. Αυτές είναι οι μόνες μας αποσκευές και η μόνη μας κληρονομιά.
@3
κ.Τριανταφυλλίδη -συγνώμη για τη διόρθωση- αλλά οι στίχοι που αναφέρετε είναι του Μιχάλη Κατσαρού, απο το ποιήμα ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ, κι έχουν ως εξής:
Μην αμελήσετε
πάρτε μαζί σας νερό
Το μέλλον μας θα έχει
πολλή ξηρασία.
Απο την άλλη σας συγχαίρω. Μακάρι όλοι οι πατεράδες να κάνανε τέτοιες συζητήσεις με τους έφηβους γιούς η κόρες τους. Η απάντησή σας βέβαια ήταν λίγo – κατα την άποψη μου- επικίνδυνη, με την έννοια ότι θα μπορούσε να σας ρωτήσει ο γιός σας: Και τι είναι ήθος;
ή ακόμη χειρότερα ίσως: Πως παίρνεις κουράγιο;
Καλημέρα!
Περιηγητή, ξέρεις τι απάντησε κάποτε ο Αριστοτέλης όταν τον ρώτησαν τι είναι ομορφιά;
“Ερώτηση τυφλού!”
Την καλημέρα μου.
(Τι είναι καλημέρα; Αν ξεκινάμε με τέτοιες ερωτήσεις, πράγμα πολύ συνηθισμένο τελευταία,
δε θα καταλήξουμε πουθενά)
Γι’ αυτό ξανά Καλημέρα.
Κάποιοι έρωτες, είναι τόσο δυνατοί, που δεν αντέχουν στην επαφή, συντρίβονται…
H Λου Αντρέας Σαλομέ ήταν ένα άτομο που πέρασε από την ζωή με ένα είδος έκστασης να χρωματίζει την παρουσία της ..Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σαγήνευσε τόσο μεγάλες και ανομοιογενείς μεταξύ τους προσωπικότητες της εποχής..
Η σχέση της με τον Ρίλκε πέρα από το ερωτικό στοιχείο περιείχε και κάτι το “μητρικό” που επιβαλόταν μεταξύ τους ελάχιστα πιστεύω από την διαφορά ηλικίας αλλά κυρίως από τον τρόπο που η εύθραστη εικόνα του Ρίλκε αγκαλιαζόταν από την συμπαγή δομή των στοιχείων σκέψης και έκφρασης της Λου..
Αντιλαμβανόταν την ζωή σαν ένα είδος μαγικής εικόνας που περιέχει και τους ίδιους τους ανθρώπους ενσωματωμένους μέσα σε αυτή ενώ συχνά ισχυριζόταν ότι μόνο στην ισχυρή δόση “αναιδούς παιδικότητας” όφειλε την καλή της υγεία μιας και όπως κι αν το δει κανείς το πράγμα αν δεν πεθάνει από γερατειά θα πεθάνει σίγουρα από θλίψη..
Πολύ ,πολύ σημαντική η δουλειά σας κύριε Τριανταφυλλίδη..
Μνημείο φιλίας και αυτή η εικόνα…
Η Λού με το καμτσίκι να θέλει να δαμάσει (αλλά μάλλον και να δαμαστεί) απο τους δύο εικονιζόμενους άνδρες.
Ο κ. Πάουλ Ρέε να καμαρώνει και να ποζάρει ως αστέρας – πρωταγωνιστής και ορθή γωνία του συναισθηματικού τριγώνου… Ο Φρίντριχ Νίτσε να θέλει να αποστασιοποιηθεί απο τις μικρότητες και τις μηχανορραφίες του τριγώνου, κοιτάζοντας τη φωτό λοξότατα, αλλά με στραμμένο το πρόσωπο πέρα και πάνω…
Φεύγοντας προς τα μπροστά ο κ. Νίτσε. Αποχωρώντας απο τις τριβές των ανθρώπων, για να συναντήσει μετά απο μερικά χρόνια και να αγκαλιάσει το Άλογο του Τορίνο… Τότε που διέβη τον Ρουβίκωνα του ορθού λόγου…
Και η σχέση της Λου με αυτόν τον πρώτο μέντορά της, ήταν ένα φιλί. Και αυτό, σαν όνειρο…
Μνημείο “φιλίας”, λοιπόν, και αυτή η εικόνα…
Κάτι τέτοια ποιήματα ξαναβάζουν τις μπίλιες στις σωστές τρύπες του ποιητικού τραπεζιού.
Ευχαριστούμε τον κο Τριανταφυλλίδη για τα δώρα.
To Lou Andreas-Salome
I held myself too open, I forgot
that outside not just things exist and animals
fully at ease in themselves, whose eyes
reach from their lives’ roundedness no differently
than portraits do from frames; forgot that I
with all I did incessantly crammed
looks into myself; looks, opinion, curiosity.
Who knows: perhaps eyes form in space
and look on everywhere. Ah, only plunged toward you
does my face cease being on display, grows
into you and twines on darkly, endlessly,
into your sheltered heart.
As one puts a handkerchief before pent-in-breath-
no: as one presses it against a wound
out of which the whole of life, in a single gush,
wants to stream, I held you to me: I saw you
turn red from me. How could anyone express
what took place between us? We made up for everything
there was never time for. I matured strangely
in every impulse of unperformed youth,
and you, love, had wildest childhood over my heart.
Memory won’t suffice here: from those moments
there must be layers of pure existence
on my being’s floor, a precipitate
from that immensely overfilled solution.
For I don’t think back; all that I am
stirs me because of you. I don’t invent you
at sadly cooled-off places from which
you’ve gone away; even your not being there
is warm with you and more real and more
than a privation. Longing leads out too often
into vagueness. Why should I cast myself, when,
for all I know, your influence falls on me,
gently, like moonlight on a window seat.
Εμένα πάλι κ. Τριανταφυλλίδη
η απάντηση σας προς τον υιό
(και συγχαρητήρια γιʼ αυτή )
μου θυμίζει την τυραννική έννοια
της “ουτοπίας”.
Σε ότι αφορά τον Rilke , είναι
από τους λίγους που με έμαθαν
να αγαπώ τον ρεαλισμό !!
M’ αρέσει η ουτοπία Τυρταίε! Είναι σαν τον ορίζοντα. Όσο την πλησιάζεις, τόσο απομακρύνεται. Σε κάνει πάντα, όμως, να προχωράς μπροστά.
Υ.Γ. Ευχαριστώ για την επισήμανση περιηγητή. Έχεις δίκιο. Απλά η συζήτηση με τον γιο μου ήταν έντονα φορτισμένη λόγω των αναφορών στον παππού του και την ιστορία του.
Αγαπητέ Δημήτρη
Αυτήν την τοποθέτηση , αυτήν την παραδοχή σου
την βρίσκω άκρως ποιητική και αν μου επιτρέπεις
σε κατά-τάσω στους άγνωστους φίλους μου .
Και μια απορία ? Παππούς του μικρού
ο ολότελα δικός μας Χ.Κ ???
@8
O καημένος ο Νίτσε πρέπει να ήταν ο μοναδικός που δεν την πήδηξε. Λέτε σ’ αυτήν να οφείλεται ο μισογυνισμός του? η ίδια αργότερα είπε γι αυτόν πως έίχε έντονη θηλυκή πλευρά. Πάντως ο Μιασκόβσκι που ήταν φίλος με τον Νίτσε έλεγε πως η συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες ήταν υποδειγματική.
Το τεκνό ο Ρίλκε πάντως οφελήθηκε πολύ στην ανέλιξή του από τη σχέση του μαζί της.
΄
να δώσω κι εγώ τα θερμά μου συγχαρητήρια στον κ.Τριανταφυλλίδη. Πάντα τέτοια!
Όχι Τυρταίε! Ο παππούς του γιου μου και πατέρας μου ήταν ένας απο τους αφανείς ήρωες της αριστεράς απο το 1924, πέρασε απο την ΚΟΥΤΒ, το Μπούλγκες και τη Μακρόνησο, με ενδιάμεσες στάσεις στη παρανομία κατά τη δικτατορία του Μεταξά και καπετάνιος του 30 Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην περίοδο της κατοχής.
Ρίλκε από τη Ρωσική. Να κάτι που έρχεται να συμπληρώσει στα Ελληνικά και τον “εκ του γαλλικού πρωτοτύπου” Ρίλκε.
Κύριε Τριανταφυλλίδη, εύχομαι με τον καιρό να μας χαρίσετε και μερικές από τις ρωσικές επιστολές του Ρίλκε.
Θ. Βολκώφ
Ευχαριστώ για την υπόδειξη κ. Βολκώφ. Θα τις αναζητήσω το συντομότερο δυνατόν. Εξάλλου και τα εν λόγω ποιήματα καθ’ υπόδειξη φίλου καλού τα αναζήτησα.
@13
Απ’ ό,τι ξέρω, η αδελφή του Νίτσε ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό γι’ αυτό. Αναμείχθηκε με άσχημο τρόπο στη σχέση του με την Λου. Και σίγουρα αυτά έπαιξαν ρόλο στις σκληρές απόψεις που διατυπώνει για τις γυναίκες στον Ζαρατούστρα, το οποίο σαν έργο μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια υπέρβασης της ερωτικής απογοήτευσής του και, γενικότερα, της μοναξιάς του.
Για να μην πούμε για την παραχάραξη της σκέψης του απο την Ελιζαμπέτα, αφ’ ότου έγινε ο Νίτσε γνωστός, αλλά δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, και που οδήγησε και στην σύνδεση του Νίτσε με τους ναζί.
Ευτυχώς υπήρξαν σπουδαίοι στοχαστές, όπως ο Μπατάιγ, που τον υπερασπίστηκαν.
Καμία και κανενός είδους υπόδειξη από μέρους μου στην προκειμένη περίπτωση, κύριε Τριανταφυλλίδη.
Εκλάβετε τον παραπάνω μου λόγο ως την έκφραση μιας προσδοκίας που ερείδεται στα μεταφράσματά σας τα εδώ αλλά και στα υπόλοιπα που τυχαίνει να έχω υπ’ όψιν μου.
Θ. Βολκώφ
Προφανώς αναφέρεστε στις 18 συνολικά επιστολές που αντάλλαξαν ο Ρίλκε με τη Μαρινα Τσβετάγιεβα, άλλες εκ των οποίων είναι γραμμένες στα γαλλικά, άλλες στα γερμανικά, όλες όμως μεταφρασμένες απο την ίδια την ποιήτρια στα ρωσικά. Ή μήπως κάνω λάθος;
H ηλεκτρονική μου διεύθυνση είναι theodosisvolkof@gmail.com.
Αν δεν σας είναι κόπος, μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτηση εκεί, καθώς ξεφεύγει από τα αυστηρά όρια της ανωτέρω εργασίας σας και δεν θα ήθελα να κάνω περαιτέρω κατάχρηση τού εδώ χώρου.
Θ. Βολκώφ
Αγαπητέ κ. Τριανταφυλλίδη
Όταν αναφερόμαστε σε τέτοιους ήρωες
καλλίτερα είναι να τους τοποθετούμε
στο κουμμουνιστικό ιδεώδες και όχι
στον εκφυλισμένο όρο “αριστερά”.
Η Λου Σαλομέ ήταν η αιτία που ο Rilke έμαθε την Ρωσική γλώσσα, για να της γράψει και να μιλάει στην “γλώσσα της καρδιάς της” όπως έλεγε. Ο ορισμός της Μούσας.
Άλλη μία φορά συγχαρητήρια Δημήτρη!
‘Οταν ο μεταφράζων προσθέτει το αόρατο πλέγμα της πνοής του της αγάπης, της συγκατάβασης και του πόνου- εν ώρα εργασίας , ο ποιητής δημιουργός, εκτοξεύεται θεαματικά από την μία όχθη στην άλλη , από το παρελθόν στο σήμερα ! Η δεύτερη γέννα τότε είναι που έχει επανασυντελεστεί … Τα συγχαρητήρια μου!