Εσύ.

Εσύ που ήσουν εσύ τόσον καιρό;

Αλλού ξημερωνόσουν αλλού νύχτωνες και αλλού κοίταζες όταν το φως της μέρας άνοιγε την αυλαία σε όλα αυτά.

Μήπως βυθισμένος και ξεχασμένος στην αυταρέσκεια της διαφοράς από τους πολλούς κάθε τόσο ανέδυες από τα έγκατά σου το δώρο της ποιητικής προφητείας –λόγος διφορούμενος και πάντα κοιμισμένος από το ναρκωτικό της απόστασης- και μετά το χάραγμα του σκότους στο χαρτί, επέστρεφες μονότονα στης λήθης τα διαστήματα;

Μια διανοούμενη μαλάκυνση επιτέλεσες Εσύ θαρρώ, όλον αυτό τον καιρό, καθώς κοίταζες το πτώμα και φανταζόσουν την αρχαία ομορφιά του σφραγίζοντας τη μύτη σου με αγορασμένα αρώματα.

Να μη σε ενοχλεί η πτωμαΐνη πρωτίστως ενδιαφέρθηκες και αν δεν συντάχθηκες με τα όρνια, ωστόσο έζησες μαζί τους.

Έζησες μαζί τους κιʼ ας μη συνέφαγες κιʼ ας μη συμμετείχες ακριβώς στο άθλιο γλεντοκόπημα.

Όντας διαρκώς στο ανάμεσα , καταλάβαινες όλα των όλων μα δεν διάλεγες μεριά. Δεν ήθελες;
Δεν μπορούσες;
Ίσως προσπάθησες. Πότε εδώ και πότε εκεί.

Μισοζώντανος, δεν έπειθες το πτώμα πως είσαι και συ μαζί του νεκρός.
Ατελής όμως και ως πεθαμένος για μπεις ισάξια στις τάξεις των όρνεων.
Ταλαντούχος ναι, αλλά εξέτρεψες το τάλαντο σε αιώνια ταλάντωση –κανείς δεν σε πήρε κοντά του, άλλη γλώσσα πέραν της δικής σου δεν έμαθες ποτέ.

Βέβαια, δεν ήταν μόνο το πτώμα και τα όρνια η σκηνή.
Είχε και άλλους ακατανόητους παντοτινούς θεράποντες το λείψανο, που του έταζαν ζωή και σφρίγος στο όνομα μιας άλλης τάξης πραγμάτων χωρίς ποτέ να εξηγούν που θα βρουν φρέσκο αίμα για να ακυρώσουν το θάνατο.

Σε αυτούς, ναι, γύρισες την πλάτη νωρίς-ίσως, γιατί αυτοί ξεκάθαροι και έντιμοι στην ηλιθιότητα τους ουδέποτε θα σε έπαιρναν σιμά τους.
Γελάς, χαχανίζεις δυνατά , έχεις φανατισμένες παρορμήσεις και αυτό –όχι, μη νομίζεις πως τους τρομάζει νάρκισσε!- απλώς δεν τους κάνει.
Η δική σου άτακτη επίφαση αντιβαίνει στο νόμο τους.

Και πάμε σε αυτούς που τους μοιάζεις.
Μα κι αυτοί, συντεταγμένοι είναι, έστω ασθενικά, ασπόνδυλα θα έλεγα, συναθροίζονται σε ένα σύννεφο, συμφωνημένο ωστόσο.

Δεν τους νοιάζει που δεν πάνε πουθενά
που δεν καταλαβαίνουνε τι λένε αναμετάξυ τους.
Μόνος μιλάει ο καθείς εκεί, αλλά, είναι μαζί.

Σε ένα σύννεφο ανίκανο να φέρει βροχή, έστω και λίγες σταλαγματιές σε μιαν εποχή που θέλει καταιγίδα που θέλει τυφώνα, κυκλώνα, πλημμύρα, που θέλει ο καιρός να τα πάρει και να τα σηκώσει όλα.

Εσύ.
Στέκεσαι εκεί και περιμένεις πότε θα έρθει η δική σου στιγμή να ανέβεις δυο σκαλοπάτια, να βρεις το βήμα για να απαγγείλεις το ποίημα σου νερό, να κάνεις τη γλώσσα σου πινέλο να βάψεις τις λέξεις σου ζωηρά, πιο γρήγορα ή πιο αργά, να κάνεις την παύση τη σωστή και την αισθαντική ανάσα να πάρεις, ώστε αυτά που χάραξες

–παύση-
να γίνουνε ριπές και να γαζώσουν αυτούς τους άλλους που σε δέονται γιατί έχεις βήμα, που σε φθονούν γιατί δεν απόκτησαν ποτέ, που σʼ απορρίπτουν γιατί σε βρίσκουν λίγο, που σε χειροκροτούν γιατί νομίζουν πως τους μοιάζεις.

Ίδιος Επίσκοπος μίας θρησκείας αυτιστικής κι αγαπησιάρικης στέκεις στον άμβωνα κοράκι, λεηλατώντας αόμματους κι ανήμπορους, ανεύθυνους και ληστές που αποζητούν λίγη ευλάβεια στη ζωή κιʼ ας είνʼ κωφή κι ας είνʼ στραβή- τους φτάνει.

Μα τους αφήνεις ακόμα πιο ανάπηρους από όσο ήσαν όταν ήρθαν να σε βρουν καθώς οι λόγοι σου ακατάληπτοι και κρυπτογραφημένοι τους φτιάχνουν εκείνο το απαραίτητο κενό που μένει πάντα πεινασμένο.

Όσο χρειάζεται για ναʼ ρθουν και την επόμενη φορά στη λειτουργία.

Και ήρθαν ξανά και ξανά, τόσες φορές, που δεν τους έμεινε τίποτα.

Ρούχα.
Σακάκια, φούστες, παντελόνια, παραγεμισμένα με ίσκιους, χάσκουσες κεφαλές και μάτια σβηστά να ακούνε την αυτάρεσκη προσευχή σου που τους θυμίζει τα όνειρά τους.

Ωραία λόγια.

Τους σπρώχνουν ακόμα πιο μακριά από όσα ονειρεύτηκαν καθώς η κάθε σου λέξη ρουφά, σαν του βρικόλακα τα δόντια, κάθε ικμάδα που έχει απομείνει.

Εσύ είσαι αυτοί; Αυτοί είναι εσύ;

Δεν το ξέρεις.
Αφού και πάλι στο ανάμεσα στέκεις.

χωρίς τίτλο,

τα περισσότερα πτώματα γατών
γυαλίζουν για κάμποση ώρα μετά τον θάνατο
συμβαίνει αυτό γιατί η επιθανάτια αγωνία προκαλεί εφίδρωση
όταν επέλθει το μοιραίο, το αίμα που ενδεχομένως θα αναβλύσει,
ανακατεύεται με τον ιδρώτα
δημιουργεί ένα εξαιρετικά sparkling nʼ shining αποτέλεσμα
αντανακλά με κοφτερό τρόπο
τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων
οι οδηγοί αποστρέφουν τη ματιά,
όχι τόσο γιατί τους ενοχλεί το αίμα ή το πτώμα,
κυρίως γιατί προσπαθούν να μην μαγνητιστούν

το αβυσσαλέο βλέμμα της νεκρής γάτας
προβάλλει τον δικό τους θάνατο
όλοι ασυνείδητα τρέμουν το βλέμμα της νεκρής γάτας
η διασταύρωση με αυτό προδιαγράφει
ένα τέλος φριχτό με ανείπωτους απρόβλεπτους και ανήκουστους πόνους
η γάτα είναι αγία και προφητεία και όταν σκοτώνεται,
δεν είναι πως καταριέται, δεν καταριέται,
είναι όμως οργή συσσωρευμένη που έρχεται
από όλες τις σκοτωμένες γάτες των αιώνων,
μαζί και αυτές που κάηκαν με τις μάγισσες,
μαζί και αυτές που βασανίστηκαν
που κάηκαν και ακρωτηριάστηκαν για να διασκεδάσουν ροδαλά ανθρώπινα παιδάκια
ή αγάμητοι άνθρωποι

σε αυτή την οργή δεν προσθέτουν
μονάχα οι γάτες που θυσιάστηκαν
για να γίνουν τροφή από τους πεινασμένους,
δεν τις πειράζει αυτό,
έτσι κι αλλιώς είναι λίγες αυτές που έγιναν τροφή σε πεινασμένους,
αυτοί προτιμούν να πεθαίνουν με τις γάτες τους αγκαλιά
ή τους πατάνε τʼ αυτοκίνητα εκεί που κοιμούνται
ή σκοτώνονται σε απέλπιδες εξεγέρσεις
ή ακόμα σκέτα καταλήγουν κάτω από μία κουβέρτα
στην οδό Σταδίου
ενώ δίπλα τους ξύνουν τʼ αρχίδια τους και καπνίζουν
τα όργανα της τάξεως
χαχανίζοντας για μία διαδηλώτρια
καθώς την έδερναν και την τραβούσαν από τα μαλλιά
αυτή κοιτούσε με μάτια αγελάδας και νιαούριζε

Ο Βασιλεύς Quadrimaculatus, ένας αληθινός Αστειάναξ

Εστέφθη ανυποψίαστος και αμελής στα επί της ζωής.
Δεν αντελήφθη ούτω το νόημα των ψιθύρων κατά την διάρκεια της τελετής.

Πασίχαρης κοιτούσε με λαιμαργία τα
χρυσοποίκιλτα άμφια που έκρυπταν
τα λιπόσαρκα κορμιά των λειτουργών
του Θείου Έρωτος , ανίκανος εκείνη τη
στιγμή να αναγνωρίσει το μέγεθος της
εν εξελίξει υποκρισίας καθώς και την
δυνητική συμμετοχή των στο κέλευσμα
μιας τυχόν ανατροπής του –όταν θα βόλευε.

Περίεργο…
όταν συντόμως πολύ ανακάλυψε
το ανύπαρκτο έρμα των και την ανά
πάσα στιγμή απόσυρσή τους από την
εξουσία στην οποία τον είχαν
ευλογήσει ,
επί μακρόν γονυπετής
σχεδόν εκλιπαρούσε :
μείνετε μαζί μου , μείνετε ,
θα είμαι ό,τι
ονειρευτήκατε…

Μιλάμε για πολύ πράμα,
για δαρμούς, κλάματα, μύξες κι οδύνες.

Εν τούτοις όταν ήρθαν για έσχατη φορά
και μάλιστα του εδήλωσαν πως τον αποκηρύσσουν και τον κηρύσσουν έκπτωτο
από Κύριο , αυτός το δέχθηκε
ασμένως, προφανώς κουρασμένος, από
το Θέατρον της Ιστορίας.

Καλύτερα μόνος είπε, παρά συνωμότης
της μοίρας των άλλων,

βαρέθηκα.

Επαρουσίασε ασφαλώς το διάβημά του, ως ύψιστη μεγαλοψυχία,
προσθέτοντας αποφασισμένος:

θα πράξω ότι εσείς μου πείτε Κύριοι ,
εφ όσον αυτό συμφέρει την πατρίδα
και
την Ιεραρχία.

Εν μέσω μιας ωκεανίων διαστάσεων
ηρεμίας , απεμπόλησε επιτέλους τις ευθύνες του και ελεύθερος
ξαναφόρεσε
την κορώνα του Ενός ή και του
Κανενός, αληθινός Αστειάναξ