ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ

Εδώ όπου το νερό φέρνει φιλιά στην κρήνη
γεννούν τ’ αυγά τους τα τραγούδια
και τ’ αφήνουν να τα κλωσήσει ο χρόνος
Μα εγώ στο διαπασών του παραδόξου
κουρδίζω τη λαλιά μου
να τραγουδήσω για τα πουλιά που δε γυρνούν
για τις νότες που μαραίνονται στην πέτρα
και το νερό
αφήστε το καλοί μου συντοπίτες
λαλούμενο όπως ρέει στη σιωπή του χρόνου

Εμένα τώρα που σας τραγουδώ
μ’ έχει ατιμάσει η νοσταλγία
Σύναξα τα τοπία μου έξω απ’ το ποίημα
κι ανέτειλα πάνω απ’ τα ρυμουλκά του ονείρου
Τα φτερά μου είναι μαύρα
είναι γαλανά
είναι άσπρα
–δεν έχω ύπνο
δεν έχω μήτε θάνατο

η μοίρα μου είναι να ξεριζώνω τουφεκιές
από τον κήπο του παραμυθιού

Τα τοπία μου είναι η ξενιτεμένη μας πατρίδα
καλοί μου συντοπίτες.

ΟΡΙΣΤΕ!

Κι η ποίηση;
Ορίστε!
–μ’ όλα τα τριαντάφυλλά μου
στρώμα μπροστά της χάμω
τη ρωτώ: Θα υπακούς
ή τα πατώ;

Τότε μια ζάλη κυκλοδίωκτη
σε σπείρα όπως με ανέβαινε
Σε καταργώ! μου είπε
Ορίστε!
κι απ’ το γινάτι χόρευε
καυτή ανάσα
η άνασσα των βυζιών της
και προσπέρασε
του τρήματος εξήλθε των σπονδύλων
–οίηση σπέρματος–
πάνω απ’ τα ρόδα

Χτύπαγε τσάκιζε
το μελανό μου κέλυφος
–μέλι και φως
η χθόνια φύση μου
η παραμελημένη
Ο ανδρισμός μου
να μάχεται να της κρυφτεί
στα φουστάνια της σάρκας–

Άκου «ορίστε»!

Η ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Ποιος είδε τη θυμωμένη γυναίκα
τα θερισμένα μάτια της
περπατούσε και δίκαζε
και δίκαζε αυτούς που κοιτούσε

Πίσω απ’ το φοβερό της πρόσωπο
μπροστά από τη λαμπρή του προσωπίδα
πήρε φωτιά ο αέρας
η στράτα εξαϋλώθηκε

Ποιος ξεχνάει τη θυμωμένη γυναίκα
τις ωραίες καμπύλες το βαμμένο της στόμα
περπατούσε και δίκαζε
αυτούς που την κοίταζαν.

ΤΕΤΙΓΚΞ

Θυμάμαι βράδια με το κορμί
σφηνωμένο στο αραιό σκοτείνιασμα της βεράντας
ν’ ακούω τ’ αλύτρωτα που εσκάγανε κύματα
βαθιά στης σάρκας την αποβάθρα
Θυμάμαι με την αφή του πέλματος
τ’ αχνάρια που ‘παιρνα της γυναίκας
βγαίνοντας μπρος στης ανωνυμίας της τον καθρέφτη
γυμνός
με τη βαθιά ηδονή με τη βαθιά απόγνωση
που τίκτει ο χρόνος την ηλικία
Έτσι αφήκα το κουκούλι της ψυχής μου
πάνω στη φλούδα του κόσμου.

 

ΤΑ ΕΛΑΣΣΟΝΑ

ένας αντίλαλος κόσμος
για τους φίλους

(Ο ΧΑΡΤΗΣ…

Τραύμα επιπόλαιο
που το τραβούν ερασιτέχνες δολοφόνοι

…ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ)

ο χρόνος στείρωσε τους τοίχους απ’ τα αίματα
—εντύπωση σοβά φαρμακωμένου στον ασβέστη

*

Η καλημέρα της οδύνης έχει πρόσωπο πυρίμαχο

*

Μ’ όλα του τ’ αγκάθια
το πατήσαμε το κάστρο

*

ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΛΥΚΟΣ

Είναι η ψυχούλα σου
τ’ αρνάκι της αγάπης μου

*

Χορταράκια μου σας χαιρετά
μνησίκακος ο μηρυκαστικός μου πόλεμος

*

Καμιά φορά σκέφτομαι τις παλάμες μου
κίτρινα φύλλα
σ’ ένα φθινόπωρο αναποφάσιστο

*

Δε φταίω εγώ που δε μ’ αγάπησε, απλώς
συνήθισε από μικρή στα αντιβιοτικά

*

Απ’ τις καμάρες των ματιών τους
μας καταριούνται οι στοιχειωμένες

*

Εν ανοχή
οι οίκοι Σου
Πανδιεγέρτη

*

ΛΕΠΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ

Να κρύβεις απ’ τον εαυτό σου ότι αγαπάς για να μη φοβάσαι
Να κρύβεις απ’ τον εαυτό σου ό,τι αγαπάς για να μη φοβάσαι

*

Κάποτε αδειάζει το κορμί από τον πυρετό του
κι η σκέψη ερημώνει σαν το σακί που το κλωτσάει ο αέρας

*

ΣΥΝΤΟΜΙΑ

Ο μακρύς δρόμος για έναν απόρρητο θάνατο

*

Σκέφτομαι η μοίρα των ανθρώπων
δεν ανταλλάσσεται με κανένα αίνιγμα
δεν κληρονομείται από καμιά ελπίδα

*

Να προστεθεί ένα συναίσθημα
αλύτρωτου ελλείμματος
στο άθροισμα της ψυχής μου

Σύντομο βιογραφικό: Ο Νικόλας Παπαδημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Είναι δημοσιογράφος και πατέρας της Χριστίνας και του Σταύρου.