ΤΟ ΑΧΟΡΤΑΓΟ
Εχω ενα αγριμι μεσα μου,
κανει λιτανειες με ονοματα,
κανει συναντησεις παραξενες οταν μυστες αναβουν τα φεγγαρια.
Ξεχυλωνει τον χρονο σκορπωντας τον στο πουθενα και αναμεσα στο παντα.
Την μια στιγμη θελει αγαπη,
την αλλη θελει ερωτα, μετα θελει αληθεια,
αλλοτε διψασμενο με κοιτα με ματια λυπημενα, να περπατησει λεει θελει σε ολα τα απατητα.
Εχω ενα αγριμι μεσα μου,
καποτε με κοιτα σαν ενα βρεφος που θελει μεσα στην νυχτα το βυζι,
καποτε με κοιτα σαν ενας ανθρωπος που ανακαλυψε το μυστικο της αθανασιας…
Το ταιζω, το περπατω, το πλενω στην βροχη, το αφηνω να λιαστει,
ολα μπορω να του τα κανω.
Ενα ομως δεν μπορω, να προσποιηθω πως δεν υπαρχει…
Η ΥΠΕΡΒΟΛΗ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ Ρ…
Η Ρεα, η Ρεα που τον εκανε να αγαπησει απ την αρχη τα γραμματα με τον τροπο που τα μιλαγε.
Προφερε το Ρ με εναν τροπο που νομιζε πως το ελεγε ενα σπανιο εξωτικο πτηνο. Κι οχι ανθρωπος.
Επιανε την ακρη του, το τυλιγε στην γλωσσα της και το εβγαζε στον αερα φυσωντας το με την χαρη ενος χορευτη στον παγο.
Ενος τραγουδιστη απ τα Ιονια νησια.
Ενος ψαρα που ξεμπλεκει απ τα δυχτια του ενα μερος της θαλασσας σε μια πλευρα της μπονατσας.
Ρρρρ, το ακουγε απ το στομα της κι ενιωθε την θερμοκρασια του νερου απ την υγρασια της νυχτας.
Κι αγαπησε τις λεξεις ολες που ειχαν μεσα τους το Ρ.
Ειχε κανει χιλιομετρα χορευοντας στην ασημενια πιστα η παραξενη Ρεα. Τα ενωνε στο μυαλο του και χανοταν στο μακρος των ποδιων της.
Και σιγα σιγα ξεχασε ολα κεινα που χε διαβασει στα πανεπιστημια.
Ηταν αυτη αυτοκρατορισσα στον μυστικο κηπο του. Και σκορπισε μεσα του την ληθη για οσα πριν ηξερε για τον κοσμο.
Και ξαφνικα καμμια διαθεση να κερδισει τον χαμενο χρονο του.
Αυτος ηθελε να φτιαξει εναν νεο και ηγετης να ναι αυτη.
Με την δυναμη ενος σαμανα. Την δυναμη ενος πεσιμιστη. Καθε βραδυ ηταν μπροστα στα ποδια της.
Μα δεν κοιτουσε τα ποδια της. Το κορμι της. Κοιταγε τον ηχο που εβγαζε η γλωσσα της, την κινηση των χειλιων της
Την πληρωνε να κατσει διπλα του κανοντας του παρεα και την εβαζε να του μιλαει.
Της προτεινε να κανουν ενα ταξιδι. Του ειπε οχι.
Μα το οχι δεν ειχε το Ρ.
Κι αρχισε αυτος να βηματιζει νευρικα στο αδειο του σπιτι.
Ξαπλωσε κατω στο πατωμα κι ανοιξε τα χερια του λεγοντας (ειμαι μονος).
Και ξεχυθηκε το Ρ στους τοιχους. Μυρισε παντου η ηχω.
Κι ανθισε με την μοναξια του.
Η Ρεα, το χρωματιστο πουλι που χορευε σαν να πεταει πανω απο τα λερα μυαλα κεινων των μεθυσμενων αντρων.
Που χορευε τραγουδωντας μεσα απ το κορμι της το Ρ.
Που κανεις δεν ακουγε σε κεινο το αθλιο καταγωγιο.
Και μια νυχτα ηρθε κραδαινοντας μπροστα της ενα χαρτι. Την παρακαλεσε να διαβασει. Κι αυτη αρχισε.
(Ρεβεκκα ,ραψωδος,ρεζους,ρεκβιεμ,ρεσαλτο,ριζα,ρινοφωνια,ριψοκινδυνος) και αλλες λεξεις που ειχαν αναμεσα το Ρ.
Και τα εγραψε σε μια ταινια.
Τα πηγε σπιτι του.
Εκανε μπανιο ακουγοντας στην διαπασων.
Μεσα σε μεγαλη ενταση.
Και πηρε την αποφαση.
Σταματησε να τρωει. Να πινει νερο.
Να υπαρχει βηματιζοντας εξω. Να παραγει εργο.
Να μιλαει στο τηλεφωνο.
Να ακουγεται σαν ενα κοσμικο ονομα.
Εγινε αποκοσμος.
Και εσβησε διχως μεταμελεια ακογοντας το Ρ.
Κι οταν αυτος δεν υπηρχε πια στην γη εγινε το κακο.
Την Ρεα του την χτυπησε με δυναμη στο πηγουνι ενας εραστης που ζηλευε.
Και εφυγαν δυο δοντια με δυναμη στο πατωμα.
Κι οταν τα αντικατεστησε δεν ελεγε πια ετσι το Ρ.
Και ξεχασε κι η ιδια πως καποτε ρονρονιζε σαν ενα εξωτικο πουλι.
Κι εγινε παλι η Ρεα που χορευε τσουλωντας πανω σε εναν ασημενιο σωληνα.
Και τιποτε αλλο…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΗ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ
Οχι, δεν ειχα αποφασισει να θρυμματισω τον ερωτα της, ποσο μαλλον να της κανω κακο!
Ερχοταν και με εβρισκε καποιες νυχτες που εξω εκαιγε η ταρατσα που κρυβομουνα.
Μια ταρατσα ηταν φιλε κυριολεκτικα.
Ηταν η εποχη που σταματησαν να με κυνηγανε οι μπατσοι και με κυνηγαγαν τα Μ.Μ.Ε.
Την κρυψωνα, μου την ειχε βρει ο Παναγιωτης. Ειχα αναγκη να κρυφτω ωσπου αυτος ο μαλακας ο Στελιος να μου φτιαξει τα ψευτικα χαρτια της φυγης μου.
Καυσωνας φιλε, πραγματικος καυσωνας. Εστιβα τα ρουχα μου και εβλεπα την φατσα μου στην τηλεοραση.
Οι γκομενες παραληρουσαν για την παρτη μου. Παντα μου ξεχωριζα απο το πληθος.
1.92 ημουνα, δεν κρυβομουνα. Οι γυναικες δεν μου λειψανε ποτε. Μαλιστα οταν τις βαριομουνα τις πασαρα με τροπο στον παπαρα τον ξαδελφο μου, αυτον που με εμπλεξε σε αυτην την ιστορια.
Μολις την ειχα γλυτωσει απο το πιστολιδι του αγριου. Μετα απο 8 μηνες στην εντατικη γλυτωσα.
Η μανα μου ηταν απο πανω μου νυχτα μερα. Μονη της οπως παντα. Οταν συνηλθα και καταλαβα για τα καλα πως ο αλλος ειχε μοιρασει την πιτα στον μπατσο πηρα αποφαση πως θα επιβιωνα.
Οχι απλα θα επιβιωνα. Θα ζουσα φιλε και θα εφτιαχνα ενα γαματο σπιτι με κηπο και σκυλια. Και θα χωνα και την μανα μου μεσα.
Θα της εφτιαχνα εναν θρονο και θα καθοταν επανω σαν βασιλισσα.
Εκανα πολυ κοκα τοτε, προσπαθουσα να ξεχναω με καποιον τροπο.
Αυτος που θυμαται δεν εχει χρονο για να ζησει ρε φιλε.
Και τοτε εμπλεξα, κεινη την εποχη γνωρισα και την Θαλεια.
Αυτη ενω δεν ηταν απο σπιτι ειχε τροπους που νομιζες πως ηταν.
Την ειχα ξαναδει σε κατι στεκια της εφηβειας μας.
Την ξανασυναντησα μετα απο 23 χρονια σε ενα μαγαζι που τα επαιρνα. Ηταν καλο παιδι αυτος που το ειχε.
Δεν του παιρνα πολλα.
Μιλησαμε σχεδον αμεσως. Σε προκαλουσε με εναν ιδαιτερο τροπο.
Ειχα για πολυ καιρο συνηθισει σε κατι τυπισσες που μιλουσαν σαν αντρες.
Ακομη ειχα πηδηξει τα περισσοτερα μοντελα.
Ξερεις, κατι τυπισσες που εγιναν Σταρ Ελλας.
Τι Σταρ και παπαρια ρε φιλε.
Καθε μια απο αυτες μου τον ρουφαγε παρακαλωντας.
Τις ξεσκονιζα σου λεω, επεφταν στα ποδια μου.
Α ρε ψηλε, μας εφαγες τις γκομενες μου λεγαν τα φιλαρακια μου.
Τι να κανω ρε μαλακα; αυτες με κυνηγουσανε νυχτα μερα.
Η Θαλεια ηταν αλλιως.
Καπου καπου ντρεποταν. Δεν ειχα ξαναμυρισει τετοιο ζουμερο θηλυκο.
Κι ηταν ντομπρα. Ξηγημενο παιδι.
Αλλα ειχε κι ενα ελατωμα. Ειχε παντρευτει εναν μαλακα δικηγορο, οχι στην δουλεια του ενταξει, μαλακας σαν ανθρωπος, με καταλαβαινεις.
Και πολυ μεγαλυτερος απο αυτην. 20 χρονια ρε φιλε.
Την εβαλα στο κρεβατι και ειπε τον ερωτα απο την αρχη.
Πολυ παθιασμενη γυναικα.
Την πρωτη φορα δεν μου σηκωθηκε. Τοση καυλα ειχα για παρτη της.
Και κοιτα ρε φιλε, τωρα που το σκεφτομαι εκτος απο αυτο δεν ηθελε να με συρει στο αρμα της.
Αυτο που με γοητεψε στην αρχη αυτο ηταν κι η αιτια να την αφησω.
Ενταξει δεν ηταν μονο αυτο, ηταν πως η Ελλη ειχε ολη την πολη στο σπιτι της.
Και γοητευτικη γκομενα μην νομιζεις.
Ηφαιστειο ρε φιλε. Ειχε κεινο το ψυχρο στο παρουσιαστικο της αλλα απο κατω ηταν ηφαιστειο.
Ενταξει στα λεω μπερδεμενα. Ειναι αυτο που σου πα απο την αρχη. Να μην θυμαμαι προσπαθησα.
Κι εδω που τα λεμε το πετυχα.
Να, εμπλεξα τωρα και στα μπερδευω. Το θεμα ειναι πως κατεληξα με δυο γυναικες που τα διναν ολα για παρτη μου.
Η Ελλη ηταν ομως λευτερη. Με πηγαινε μακρινες βολτες σε καποιο χωριο. Εκει ειχε ενα ωραιο σπιτι.
Πως εμπλεξες βρε αγαπη μου, μου λεγε καθως βλεπαμε την φατσα μου στην τηλεοραση.
Η θαλεια ειχε χασει τα ιχνη μου. Την εμπιστευομουνα οπως το μπουκαλι τον φελο.
Δεν με διεκδικησε, με αφησε ησυχο οταν της ειπα πως αγαπαω την Ελλη.
Ειχα μελλον ρε παιδι μου μαζι της, πως να το κανουμε; Με την θαλεια τι να εκανα;
Χωρις μια στην τσεπη. Με εψαχναν και οι δικοι μου και οι αλλοι.
Ηθελαν να με φανε. Κοιμομουνα σαν ποντικι. Δεν κοιμομουνα παρα μια ωρα την μερα.
Ειχα κουρελιαστει. Η Ελλη απο πανω μου να με φυλαει σαν το ντοπερμαν που μου φαγανε.
Η αλλη αφαντη, μου το χε πει.
Αν με προδωσεις θα φυγω.
Παραξενη γυναικα σου λεω, πολυ παραξενη. Αφου μου εκανε εντυπωση τοση που δεν με εψαξε που ειπα πως ποτε της δεν θα με αγαπησε.
Δεν με ηθελε στο αρμα της. Δεν ηθελε να εχει αρμα.
Ξηγημενη σου λεω, παιδι σπαθι.
Μετα ρε φιλε, δεν εχει σημασια τι ακολουθησε.
Παντως εγω αθωωθηκα. Οι δημοσιογραφινες στο δικαστηριο ολες με ειχαν καψουρευτει.
Αυτο το αγγελικο προσωπο δεν εχει καμμια αναμειξη με τον ειδεχθη φονο, ελεγαν και η μανα μου ηταν περηφανη για τον γιοκα της.
Ηρθε πολλες φορες η Θαλεια στο δικαστηριο. Ταχα μου να δει τον αντρα της να αγορευει.
Μου ρθαν πολλες φορες δακρυα στα ματια. Τα συμαζευα ομως με τροπο.
Μια φορα μονο τα αφησα. Οταν μιλαγε ο μαλακας ο αντρας της που εκπροσωπουσε το θυμα.
Με στολιζε καλα ο φλωρος, ειχε ξεσκονισει το παρελθον μου.
Εκλαψα κι εγω. Κεινη την ωρα μ επηρε γραμμη μια δημοσιογραφος.
Και καποια ενορκος.
Καλα, οι γυναικες διψανε για μελο φιλε, γουσταραν να κανουν την μανα μου.
Εγω ομως δεν ηθελα την μανα μου. Γουσταρα να τις πηδαω.
Εγω την μανα μου την ειχα εικονισμα.
Ηρθε λοιπον πολλες φορες η Θαλεια. Ευτυχως δεν συναντηθηκε ποτε με την Ελλη.
Την γυναικα της ζωης μου.
Ηξερε κοσμο παντου.Και μεσα στην αιθουσα. Και στην εδρα…
Ολα πηγαν καλα ρε φιλε. Μετα απο κανενα χρονο παντρευτηκαμε. Την ειχα ερωτευτει. δυστυχως αυτο κρατησε για κανα δυο χρονια.
Δηλαδη την ξεερωτευτηκα.
Αρχισα παλι να πηδαω οπως πριν. Την μια μετα την αλλη. Δεν εφταιγα ρε φιλε, αυτες με κυνηγουσαν βραδυ πρωι.
Τωρα εχω δυο πιτσιρικια. Κοριτσακι και αγορι. Η μανα μου τα πηρε οταν δεν εβγαλα το ονομα της.
Ρε μανα, της ειπα αυτο σε νοιαζει; η γυναικα μου μας τα εδωσε ολα. Εσωσε τον γιοκα σου. Το ξερεις καλα, μην με στεναχωρεις αλλο τωρα…
Τωρα ειμαι καλα, καλυτερα δεν γινεται. Εχω τεσσερα μαγαζια, δυο γαματα εστιατορια. Και ενα μπαρ και μια καφετερια.
Δεν με αγκιζει η κριση. ΚΙ ουτε με νοιαζει ρε φιλε.
Περασα πολλα ρε φιλε να φτασω εδω. Μονο που δεν ξαναερωτευτηκα. Και τι εγινε; ο ερωτας δεν σε ζει.
Μονο κεινη την Θαλεια την ξανασκεφτηκα προχτες που ειδα την φιλη της και ρωτησα τι κανει.
Καλα ειναι, μου ειπε.
Ρε συ της ειπα, μου φαινεται ποτε της δεν με αγαπησε μαλλον.Δεν με διεκδικησε, δεν ρωτησε ποτε της για μενα. Τι σοι αγαπη ειναι αυτη;
Αυτη που ειναι η πραγματικη αγαπη, μου ειπε κι αυτη, ξερει να αγαπαει η Θαλεια.
Μαυρο φιδι με δαγκωσε κεινη την στιγμη φιλε.
Δεν ειπα τιποτε, ηπια το ουισκυ μου γρηγορα. Κι αρχισα να καπνιζω.
Παραξενη γυναικα, αναρωτηθηκα. Α ρε Θαλεια.
Δεν ηθελα να της κανω κακο ρε φιλε, την αγαπησα κι εγω με τον τροπο μου, αληθεια σου λεω.
Δεν ημουν παντα ρεμαλι….











Το πρώτο και μοναδικό σας ποίημα είναι συμπαθητικό και θα σας πρότεινα να κινηθείτε σε αυτήν την κατεύθυνση. Όσον αφορά τα επόμενα δυο διηγήματα νομίζω πως καλό θα ήταν να μην τα ανακατεύετε με την ποίηση. Το πρώτο μου φέρνει κατά νου τον Τριβιζά και όσο για το τελευταίο δεν μπορώ να καταλάβω πώς εμπνέουν στοιχεία υποκουλτούρας όπως το Sex and the City και οι ελληνικές μιμητικές τους απόπειρες. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς πρέπει η ποίηση να μιλήσει τη γλώσσα της και όχι τη μη γλώσσα της καθημερινότητας. Έχετε να δώσετε πράγματα στην ποίηση επειδή ακριβώς μπορείτε, επομένως προχωρήστε.
http://plagiarist.com/poetry/137/
Μου θυμιζει παρα πολυ το “γαλαζιο πουλι” του Μπουκοφσκι…δειτε το σχετικο ποιημα στην Δ/νση που αναγραφω….
‘Ασε τον άλλο να υπάρχει…
Ακόμη και η πιο καλοπροαίρετη παρέμβαση,
παραβιάζει την ουσιαστική του αυτονομία.
(για τον κ. Κ.Χ Ευχαριστώ)
——————————————————–
Εκφράσου…εκφράσου…εκφράσου!..
Εσύ γνωρίζεις τις ανάγκες σου, και συ θα τις
ικανοποιήσεις, ως τέτοια που είσαι και αισθάνεσαι εκάστοτε…(έτσι βρίσκουμε το δρομο μας,ο καθένας οφείλει να γίνει, αυτός που είναι…ο εαυτός του, ο μοναδικός κι ανεπανάληπτος)
Γράφουμε αυτό που μας αρέσει, και όπως ταιριάζει σε μας, αν αυτό τυχαίνει να αρέσει και στους άλλους…τόσο το καλύτερο!..
Ωραίο είναι αυτό που αρέσει…
Μου αρέσει!..
Ευχαριστώ
ο χατζάκης έχει δίκιο.αυτή η γλώσσα που χρησιμοποιείται απ’ την συνοδινού, είναι η γλώσσα που νομίζουν κάποιοι- οι οποίοι δεν έχουν καμιά επαφή με την πραγματικότητα- ότι είναι η γλώσσα που μιλιέται απ’ τον κόσμο.η αργκώ της συγκίνησης.η γλώσσα στο τρίτο κείμενο είναι δήθεν και φτηνή.θα μπορούσε να πουλήσει αρκετά αντίτυπα μια ιστορία με τέτοια γλώσσα.ο λιβάνης είναι πάντα πρόθυμος να κυκλοφορήσει σκουπίδια.μας έχει κατακλύσει η παραλογοτεχνία καυλωμένων γυναικών, που αντί να αυνανίζονται, κάθονται και γράφουν ιστοριούλες τάχα βγαλμένες απ’ τη ζωή, σε μια γλώσσα που εμένα προσωπικά με αηδιάζει.
Ως το τρίτο και η αλήθεια, λένε. Κι εδώ βρίσκει εφαρμογή. Λυπάμαι.
Το ερπετό το αδόθρεφτο το θρόνο του χτυπούσε
Εκείνο το δέντρο,
αλίμονο!
Ζωσμένο σʼ ένα κυκλικό
ολόπυρο περβόλι,
πώς μοιάζει με ταʼ αδέρφια μου,
που πίνουνε θειάφι…
Και σέρνουνε στον ουρανό
την άτυχη τους μοίρα!
Νίκος Τσίντρος
Κυρία Χατζάκη
Ας τους να λένε ! Ας τους να πουν !!
Εσύ το χαβά σου !!!
Και δεν εννοώ αυτό που λέει ευθαρσώς
ο αναιδής κ. Καλογήρου , αλλά ο εύχαρις
και ευγενής κ. Χατζάκης , στην πρώτη
πρόταση της απάντησης του.
Τώρα σε ότι αφορά το λογοτεχνικό σας
στίγμα , σας το έδωσε ο κ. Μιχος .
Εσείς αποφασίζεται .
Κυρία Συνοδινου ήθελα να πω .
Για άλλη μια φορά θα ήθελα να ευχαριστήσω την εδω ευγενική φιλοξενία. Έπειτα όλους εσάς που μπήκατε στον κόπο να διαβάσετε και να σχολιάσετε. Η κριτική όσο και να μην μας αρέσει είναι πάντα χρήσιμη κι ως ένα σημείο παραγωγική. Και για αυτό ευχαριστώ. Αλλά ποτέ δεν αντιστέκομαι στο να απαντήσω στην αγένεια και στην σοβαροφάνεια.
Αν ο κύριος Καλογήρου αρέσκεται στο να τοποθετεί ανθρώπους σε ενα εργοστάσιο αντιγράφων με ετικέτες είναι δικό του θέμα. Οι καυλωμένες γυναίκες που δεν αυνανίζονται λοιπόν και γράφουν ιστορίες που φαντάζονται και καν δεν τις κατέχουν κοινωνικά ,με αφήνουν παγερά αδιάφορη. Επίσης το ίδιο άνθρωποι που ο ναρκισσιμός της ύπαρξης τους μα και μια ισχυρή δόση αλαζονείας τους τους υπαγορεύει να με ταυτοποιήσουν εμένα προσωπικά στον μοναχικό δρόμο της αυτοικανοποιησης και της ψευδαίσθησης..Αν η γλώσσα προσβάλλει είναι ένα άλλο θέμα κι άλλο να προσβάλλει κάποιος έναν άνθρωπο που δεν έχει δει με έναν τέτοιο τρόπο..Αν γνωρίζω ανθρώπους της νύχτας κι εχω μιλήσει μαζί τους επίσης δεν μπορεί να γνωρίζει.. αλλά και βάζω στοίχημα πως ο μπάρμαν της γειτονιάς του είναι απο τα λίγα πρόσωπα που γνωρίζει σε αυτόν τον παράξενο κόσμο από τον τρόπο που μιλάει. Εδω εκθέτουμε αυτά που φτιάχνουμε και ακούμε μια κριτική που επιδέχεται επιχειρημάτων και σοβαρότητας. Και σε αυτά λοιπόν θα μείνω. Δεν έμαθα ποτέ να σιωπώ όταν με θίγουν σαν άνθρωπο και σαν γυναίκα, ούτε φοβήθηκα ποτέ να απαντήσω.
Αυτό έκανα ακριβώς τώρα αγαπητέ. Ευχαριστώ και πάλι την όποια κριτική σας και προχωρώ όπως γνωρίζω..και ξέρω καλά πως ότι κάνουμε με αγάπη ούτε μας αφήνει ούτε το αφήνουμε..ευχαριστώ θερμά τον αγαπητό Σωτήρη, αυτή η έκθεση εδω μου άρεσε πραγματικά!
ποιο απο αυτά που είπα σας προσέβαλλε;αφήστε με εμένα και μη δίνεται και τόση σημασία σ’ αυτά που λέω.δεν σας προσβάλλω και δεν σας καταδικάζω.
δεν φτάνει μόνο η αγάπη για να γίνει κάποιος γραφιάς.
προς τον κύριο Καλογήρου ( ή όπως αλλιώς τον λένε)
χρειάζεται και ένα γραφείο. . .
Κυρία Π. Συνοδινού
Μην ακούτε (σχεδόν) τίποτα.
Προχωρήστε ακάθεκτη!
Ο Κ.Χ. γράφει εντελώς λανθασμένα “όσο για το τελευταίο δεν μπορώ να καταλάβω πώς εμπνέουν στοιχεία υποκουλτούρας όπως το Sex and the City και οι ελληνικές μιμητικές τους απόπειρες.”
Προφανώς ούτε το Sex and the City έχει δεί ποτέ του ή αν το έχει δεί δεν το έχει κατανοήσει, εφόσον το σενάριο της σειράς είναι εντελώς άσχετο με το 3ο κείμενό σας που ασχολείται με ημι-παραβατικούς και παραβατικούς βαλκάνιους χαρακτήρες τόσο γνώριμους σε όλους μας ενώ στο Sex and the City αναπτύσσονται διάφορες διασκεδαστικές περιπέτειες 4 λευκών και σέξυ γυναικών (WASPs) της μεσοαστικής τάξης στην Νέα Υόρκη ) με λίγο τολμηρή γλώσσα σαν αυτήν που χρησιμοποιούμε μεταξύ οικείων προσώπων και καλών φίλων .
Ο δε Β .Κ. σχεδόν παραληρών (πήγαινε στο Κατηχητικό και στην σχολή Μωραίτη 😉 γράφει
“μας έχει κατακλύσει η παραλογοτεχνία καυλωμένων γυναικών, που αντί να αυνανίζονται, κάθονται και γράφουν ιστοριούλες τάχα βγαλμένες απʼ τη ζωή, σε μια γλώσσα που εμένα προσωπικά με αηδιάζει.”
Πολύ συντηρητισμός, προφανώς λόγω απύθμενης άγνοιας της μη γραμμενης ζωής.
Εχουν πάει στις παρυφές της ημι-παράνομης (βιοτεχνίες, καταστήμτα εστίαση και διασκέδασης , τεχνίτες κ.λ.π.) και παράνομης Αττικής (άνω Πέραμα,Καματερό, Ζεφύρι,Μενιδι κ.λ.π. να δουν πως μιλάνε οι ματσο-άνδρες και πώς φέρονται στις γυναίκες , πως φέρονται οι γυναίκες κ.λ.π., η πίνουν καφέ στο Κολωνάκι (Λυκόβρυση, Φίλιον …), τρώνε στο Αλάτσι,στον Μαγεμένο αυλό και στην Βιβλιοθήκη και απαγορεύουν την τολμηρή γλώσσα;
Ας είναι…..
Το εγχείρημά σας είναι ενδιαφέρον.
Μου θυμίζει λίγο ελληνικό underground, τον Οργισμένο Βαλκάνιο (1976) του σκηνοθέτη-σεναριογραφου-συγγραφέα Ν. Νικολαίδη (τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα).
Και με την ευκαιρία στο ποιειν και σε σας, αφιερώνω το παρόν πρόσφατο και επίκαιρο μικροδιήγημα (πολιτικο-ερωτικό θρίλλερ) με τολμηρή γλώσσα.
ΚΑΥΚΑΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ (1000 λέξεις)
Η Ολια ήταν πολύ έξυπνο μικροκαμωμένο κορίτσι με ωραία αμυγδαλωτά ανατολίτικα μαύρα μάτια και πλούσιο στητό στήθος.
Γνωριστήκαμε στο λεωφορείο ένα βράδυ όπου παίζαμε το παιχνίδι των έντονων βλεμμάτων. Ισοπαλία : κανείς δεν γύρισε το βλέμμα του αλλού.
Περίμενα να δω σε ποια στάση θα κατέβαινε. Κατέβηκε στο τέρμα, την ακολούθησα και της μίλησα. Γνωριστήκαμε καλύτερα, ήμασταν γείτονες και τέλειωνε Νομική.
…………………………………………………………………………………………………
Την ενδιέφερε να ασχοληθεί με τα Μαζικά Μέσα Επικοινωνίας. Αφού τελείωσε την Νομική, και πριν πάει για μεταπτυχιακά στο Χ. , κάποιος γνωστός μεσολάβησε να γίνει δόκιμη δημοσιογράφος σε μεγάλη κυριακάτικη εφημερίδα.
…………………………………………………………………………………………………
Ένα βράδυ βγήκαμε με την φίλη της την Ευα. Ο φίλος της την είχε στήσει για τα μάτια ενός αγοριού. Με το 2CV της Ολιας πήγαμε στο «απέναντι», στην Χάρητος
Η Ευα ζωγράφισε ένα παράξενο σήμα σαν 3 W, το ένα πάνω στο άλλο. Δεν πολυκατάλαβα , αλλά συνεννοήθηκε μια χαρά με την Ολια.
Αφού τελειώσαμε τα ποτά μας μπήκαμε στο 2CV και οι τρείς μας στο μπροστινό κάθισμα για να συνεχίσουμε την βόλτα μας. Από την κάβα ΑΝΘΙΔΗΣ στην Υψηλάντου πήραμε ένα κονιάκ που το πίναμε ώσπου φθάσαμε μετά από μισή -και πλέον- ώρα στην Πεντέλη πέρα από την εξοχική ταβέρνα «ο Τέλης». Η Ολια διάλεξε έναν χωματόδρομο γεμάτο πέτρες και προχώρησε όσο μπορούσε βαθιά μέσα στους θάμνους. Εσβησε την μηχανή και από έναν συριγμό κατάλαβα ότι είχε σχισθεί ένα λάστιχο.
Δεν είπα τίποτα περί αυτού.
Ήμασταν όλοι ζαλισμένοι και καθώς έβαλα τα δυό χέρια μου κάτω από τα εφήβαιά τους κατάλαβα ότι ήδη είχαν υγρανθεί για τα καλά. Συνέχισα μεθοδικά και άρχισε η όλη φάση να ζεσταίνεται πολύ. Πρώτα μπήκα μέσα στην Ολια (ή στην Ευα;) ενώ φιλούσα την άλλη. Ο καναπές του 2CV ζοριζόταν από τις ωθήσεις της λεκάνης μου, όλο και πιο πολύ ώσπου στο τέλος η πλάτη του στράβωσε και πήρε κλίση 105 μοιρών. Έξω ο χειμωνιάτικος αέρας σφύριζε. Αφού αλλάξαμε θέσεις δύο-τρείς φορές επήλθε επιτέλους ο οργασμός μου. Βγήκα έξω από το αυτοκίνητο και αφού “διαπίστωσα” ότι είχε σχισθεί ένα λάστιχο του 2CV, τους το ανακοίνωσα. Η Ολια προθυμοποιήθηκε να μου κάνει παρέα, αλλά της είπα να μπεί μέσα, γιατί είμαστε όλοι ιδρωμένοι και να αρρωστήσει μόνον ένας, και ότι σε 20 λεπτά όλα θα ήταν έτοιμα. Έβγαλα την ρεζέρβα , τον γρύλλο και το κλειδί, ξεβίδωσα τις βίδες, σήκωσα το πανάλαφρο 2CV με τον γρύλλο και αντικατέστησα τον χαλασμένο τροχό με την ρεζέρβα. Προσπάθησα να ισιώσω την πλάτη του εμπρόσθιου καθίσματος όσο μπορούσα.
Όλα ήταν έτοιμα για το μικρό ταξίδι του γυρισμού.
…………………………………………………………………………………………………
Και να ʽμαι 27 χρόνια μεγαλύτερος, ζώντας την μεγαλύτερη (σχεδιασμένη από τα 2 μεγάλα κόμματα εξουσίας) οικονομική κρίση στην χώρα μας.
Τα περισσότερα περιοριστικά μέτρα είχαν ληφθεί. Οι δημόσιοι υπάλληλοι έχασαν τον 14ο και 13ο μισθό, ενώ μειώθηκαν τελικά κατά 15 % όλοι οι μισθοί πάνω από τα 1200 ευρώ.
Χιλιάδες μικρομεσαίοι έκλειναν αναγκαστικά τις επιχειρήσεις τους για να μην οδηγηθούν στην φυλακή, εξαιτίας της νέας νομοθεσίας περί προσωποκράτησης λόγω χρεών.
Η ανεργία είχε κορυφωθεί σε επίπεδο ρεκόρ (17%). Παππούδες και γιαγιάδες άρχισαν να εξαντλούν το εφʼ άπαξ τους και τις αποταμιεύσεις τους για να σώσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους από την ανέχεια.
Οι κάτοχοι κεφαλαίων ελληνικών συμφερόντων, τα οποία είχαν αποκτηθεί μέσω της διαπλοκής με την πολιτική εξουσία, τα είχαν ήδη διασφαλίσει σε εξωχώριες εταιρείες , ξεπλένοντάς τα – όταν αυτό απαιτείτο- μέσω των διεθνών χρηματιστηρίων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων μέσω ενός στρατού “ταλαντούχων και νεότατων εφοπλιστών-βιτρίνα “, αποκτώντας έτσι μεγάλη περιουσία σε ακίνητα και μετοχές, blue chips.
Όμως , λόγω του νόμου της βουλευτικής ασυλίας είχαν παραγραφεί όλα τα κακουργήματα οικονομικής φύσης των πολιτικών, εκτός από το κακούργημα της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, που ήταν πολύ δύσκολο και χρονοβόρο να αποδειχθεί.
Ως μέλος της πατριωτικής “τρομοκρατικής” οργάνωσης ”Γιώργος Θαλάσσης” της πατριωτικής αναρχίας, συμμετείχα στον σχεδιασμό – με πολύ προσεκτικά βήματα –και στην εκτέλεση απαγωγής προσφιλούς συγγενούς πολυδιαπλεκόμενου μεγαλοπολιτικού (πρώην υπουργού Εθνικής Αμύνης, Υγείας και ΠΕΧΩΔΕ, δηλ. των υπουργείων με τους υψηλότερους προϋπολογισμούς για έργα και προμήθειες) για λήψη λύτρων αρκετών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Με σκοπό αφενός μεν να τροφοδοτηθεί ανωνύμως ο «Λογαριασμός Αλληλεγγύης για την Απόσβεση του Δημόσιου Χρέους» στην Τράπεζα της Ελλάδος, με κωδικό 26132462 (στον οποίο, ω αφελείς αναγνώστες, … καλείστε να συνεισφέρετε από το υστέρημά σας) και αφετέρου συνεταιρισμοί νέων φτωχών αγροτών για βιολογικές καλλιέργειες στην περιφέρεια, συνεταιρισμοί γυναικών, …
Όμως κινδύνευα, έπρεπε να φύγω και μάλιστα να αλλάξω λίγο και την μορφή μου . Η Ολια ήταν πρέσβειρα σε πρωτεύουσα χώρας του Καυκάσου, ενώ η Ευα ήταν πλαστικός χειρουργός, ειδικευμένη στην θεραπεία εγκαυμάτων. Είχαμε διατηρήσει μια χαλαρή επαφή. Μπορούσαν να με βοηθήσουν, τελικά δεν είχα κάνει τίποτα …κακό. Σκηνοθέτησα ένα ατύχημα με την μοτοσικλέτα μου καψαλίζοντας τα μαλλιά μου και καίγοντας λίγο το πρόσωπο μου. Η Εύα ειδοποιημένη με ανέλαβε, στο επαρχιακό νοσοκομείο όπου εργαζόταν. Η εισαγωγή έγινε με άλλο όνομα, και σε δύο μήνες είχα ελαφρώς αλλαγμένο πρόσωπο, και χάνοντας –παράλληλα- και δεκαπέντε κιλά, κάνοντας λιποαναρρόφηση, δίαιτα και γυμναστική, είχε αλλάξει οι σωματότυπός μου. Δεν καμπούριαζα πλέον από το παραπάνω βάρος. Με νέες φωτογραφίες απέκτησα νέο διαβατήριο από τις επαφές της Ολιας και – ναʼ σου- μέσω Τουρκίας σήμερα το βράδυ πετάω για την νέα μου πατρίδα.
Εκεί τελικά θα καταλήξω : να κάνω παρέα με τους φυγάδες απʼ την χώρα μου ; , αυτούς δηλ. που ξέφυγαν από την δικαιοσύνη καταχρώμενοι εκατομμύρια ευρώ του Ελληνικού Δημοσίου, ή πρέπει -μόλις μάθω καλά τα βασικά της γλώσσας- η οργάνωση ”Γιώργος Θαλάσσης” να δημιουργήσει παράρτημα στις χώρες του Καυκάσου;
Όμως, νομίζω ότι πέρασε η ηλικία της επαναστατικής δράσης, θα βρώ μια Αζέρα ή Αρμένισσα και θα κάνω μια δεύτερη οικογένεια. Έτσι και αλλιώς οι γυναίκες από τις χώρες του Καυκάσου έχουν τέλεια χαρακτηριστικά. Τυχερέ!!! Φαντάζομαι να μην είναι τόσο γκρινιάρες όσο οι Ελληνίδες. Τώρα που το σκέπτομαι είναι καλύτερο να έχει έτοιμο παιδί (χήρα ή ζωντοχήρα). Που να το κυνηγάς στην ηλικία σου.
30 Αυγούστου . Γιόρταζει η αδελφή μου η Αλεξάνδρα και το φάντασμα του μέγα Αλέξανδρου
Να της στείλω κάρτα με χρόνια πολλά, να τηλεφωνήσω από θάλαμο ή να στείλω μέιλ μέσω ιντερνετ καφέ ;
“Ήμασταν όλοι ζαλισμένοι και καθώς έβαλα τα δυό χέρια μου κάτω από τα εφήβαιά τους κατάλαβα ότι ήδη είχαν υγρανθεί για τα καλά…”
Πιπέρι, Αφώτιστε!
Όπως βλέπετε, κυρία Συνοδινού, καθένας έχει τη δική του αντίληψη για το τι συνιστά τολμηρή γλώσσα. Εγώ φερ’ ειπείν, στάθηκα στο εξής:
“Ξεχυλώνει τον χρονο σκορπώντας τον στο πουθενά”
Από τις τολμηρότερες φράσεις που διάβασα ποτέ – και που ο προφορικός λόγος δεν προσφέρει.
Όμορφο το αργίμι σας.
Συνοψίζω μόνον για λογοτεχνικά θέματα-άξονες:
1. Πολύ συντηρητισμός, προφανώς λόγω απύθμενης άγνοιας της μη γραμμενης ζωής.
Το ποιειν μπορεί να οργανώσει εκδρομές και επισκέψεις στις παρυφές της ημι-παράνομης (βιοτεχνίες, καταστήματα εστίαση και διασκέδασης , τεχνίτες κ.λ.π.) και παράνομης Αττικής (άνω Πέραμα,Καματερό, Ζεφύρι,Μενιδι κ.λ.π.) για επιμόρφωση των επίδοξων λογοτεχνων κια ποιητών σε θέματα συμπεριφοράς και γλώσσας των ματσο-άνδρών, των αντίστοιχων γυναικών στις βορειοδυτικές συνοικίες .
2. Πρεπει να γραφτούν κι άλλα διηγήματα με ημι-παραβατικούς και παραβατικούς βαλκάνιους χαρακτήρες τόσο γνώριμους σε όλους μας με λίγο τολμηρή γλώσσα σαν αυτήν που χρησιμοποιούμε μεταξύ οικείων προσώπων και καλών φίλων .
3.Nα δημιουργηθεί μια σχολή roman polar (οπως στην Γαλλία), ντόπιο υλικό υπάρχει πολύ από ρεμπέτες του 20 , τροκιστές και κομμουνιστες του 30, όλο το 40 με 50, παρακράτος από το 45 έως σήμερα, μαυραγορίτες, ΟΠΛΑ, 60-67, 67-74, 17Ν, ΕΛΑ, κ.λ.π. και όχι μόνον ελληνικό underground, με ροκάδες, πρεζόνια κι τζάνκια.
Μάλιστα. Ο πεφωτισμένος του Ποιείν ξαναχτύπησε. Όπως πάντοτε εκτός τόπου και χρόνου. Τώρα και υπερασπιστής των σκουπιδιών της Pax Americana. Οι αμερικανοί αγαπητέ πασχίζουν να αποδείξουν πως έχουν τον δικό τους ισάξιο πολιτισμό με τον ευρωπαϊκό. Ως υπό σύσταση έθνος αγωνιούν και ενίοτε έχουν δώσει λαμπρά δείγματα με τους beatniks, τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό στη ζωγραφική και με κάποιους πεζογράφους σαν τον Poe, τον Philip Roth, τον Thomas Pynchon και άλλους. Αλλά μέχρι εκεί. Το Sex and the City δεν εντάσσεται σε αυτήν τους την προσπάθεια αγαπητέ πεφωτισμένε. Το όλο πακέτο εντάσσεται στο καπιταλιστικό ιδεώδες της βιομηχανίας θεάματος, όπου το σεξ στοχεύοντας απευθείας στο συλλογικό υποσυνείδητο υπόσχεται και πραγματοποιεί αξιοσημείωτες πωλήσεις. Φαίνεται πως δεν έχετε αντιληφθεί το life style που πλασάρει η εν λόγω σειρά με τα υποδήματα Manolo Blahnik να έχουν γίνει το ζητούμενο στις καταναλωτικές συνήθειες εκατομμυρίων γυναικών. Όσο για την υπόθεση (;) της σειράς, αφού κατά μέσο όρο τα 4 μεσήλικα κορίτσια έχουν πάρει τη μισή Νέα Υόρκη και όχι μόνο, άκουσον-άκουσον αναρωτιούνται για τις διαφυλικές σχέσεις και ψάχνουν για αγνά αισθήματα. Τι κρίμα. Να μην μπορούν να σταυρώσουν έναν αξιόλογο άντρα οι εξπέρ του Kama sutra (εντάξει η μελαχρινή δεν είναι, μαθαίνει). Τι να πεις, συνηθισμένες γυναίκες της διπλανής πόρτας: επαγγελματικά αποκατεστημένες με παχυλούς μισθούς, χλιδάτα εστιατόρια και κλαμπ, εραστές και φίλοι συνήθως ζάπλουτοι και μα τον Δία άτυχες στον έρωτα. Ότι ακριβώς περνάει η σημερινή Ελληνίδα εν μέσω οικονομικής κρίσης. Τι τρομερή ταύτιση! Η κατάντια και η σήψη αγαπητέ αφορά τους ευρωπαίους «λογοτέχνες» που πασχίζουν να μιμηθούν αυτά τα εισαγόμενα κόπρανα. Όσο για την Καυκάσια σεξο-ιστορία σας απευθυνθείτε στην αντίστοιχη βιομηχανία όπου θα δρέψετε δάφνες. Έπειτα μη μας παριστάνετε τον προχωρημένο, διαβάστε την Παλατινή Ανθολογία και τον Μαρκήσιο ντε Σαντ και μετά σκίστε τα γραπτά σας.
Αστυνόμε της σκέψης Κ.Χ.
είσαστε εκτός, πολύ κεκτός θέματος ΚΑΙ ΚΑΚΌΣ ΠΟΛΎ ΚΑΚΌΣ (ΚΑΙ Άσχημος 😉
Εγραψα για την μεγαλειοτητα σας :
Προφανώς ούτε το Sex and the City έχει δεί ποτέ του ή αν το έχει δεί δεν το έχει κατανοήσει, εφόσον το σενάριο της σειράς είναι εντελώς άσχετο με το 3ο κείμενό σας που ασχολείται με ημι-παραβατικούς και παραβατικούς βαλκάνιους χαρακτήρες τόσο γνώριμους σε όλους μας ενώ στο Sex and the City αναπτύσσονται διάφορες διασκεδαστικές περιπέτειες 4 λευκών και σέξυ γυναικών (WASPs) της μεσοαστικής τάξης στην Νέα Υόρκη ) με λίγο τολμηρή γλώσσα σαν αυτήν που χρησιμοποιούμε μεταξύ οικείων προσώπων και καλών φίλων .
ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΕΧΟΥΝ ΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΤΕ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ;
ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΒΩ
Πολύ συντηρητισμός, προφανώς λόγω απύθμενης άγνοιας της μη γραμμενης ζωής.
Αν πάρετε την εξουσία με βλέπω αντάρτη πόλης.
Μην ζηλευετε για την Καυκάσια ιστορία μου που ειναι εν μέρει αυτοβιογραφική και την έγραψα σε μιάμισυ ώρα κανοντας κολλαζ από δύο προηγούμενα κειμενά μου .
Γραφω για να εκφραστω και δεν περιμένω κανένα Κώστα Μυρη ή Βασίλη Βασιλικό να με προωθήσει ή να ανθολογήσει, και επ ουδενι εσας κ. Κ.Χ. μου
σας απευθυνθείτε στην αντίστοιχη βιομηχανία όπου θα δρέψετε δάφνες.
Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος. Τα δύο τελευταία είμαι εγώ. Άρα σε σας απομένει ο ρόλος του καλού. Όσο για το αντάρτικο πόλεων αφήστε το, εμάς τους άσχημους δεν μας θέλει η εξουσία.
Και μιας και μου θυμίζει λίγο ελληνικό καλά δουλεμένο “underground”, τον Οργισμένο Βαλκάνιο (1976) του σκηνοθέτη-σεναριογραφου-συγγραφέα Ν. Νικολαίδη (τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα). αναρτω εδω μια παρουσίαση για να θυμούνται οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουν οι μικροί.
http://anagnosi.blogspot.com/2007/04/blog-post_1109.html
Παρασκευή, Απρίλιος 13, 2007
Νικολαϊδη Νίκου, Ο οργισμένος Βαλκάνιος
Βιβλίο «σκληρό», με κεντρικό ήρωα ένα «σκληρό καρύδι», τσαμπουκά μηχανόβιο, που δουλεύει όλη τη βδομάδα και ζει για το Σαββατοκύριακο, οπότε ξεφαντώνει σε μπουρδέλα, φλιπεράκια, και μπαρ. Μέχρι που γνωρίζει … την Τερέζα, ιδίου μήκους κύματος (που πουλάει κρυφά το κορμί της και γενικώς ψάχνεται κι αυτή!!) και αποφασίζουν να την «κάνουν» μαζί.
Παρόλη την ωμότητα των σκηνών και την κυνικότητα των ηρώων (ίσως ακριβώς γιʼ αυτό), το βιβλίο σε μεταφέρει σε μια πραγματικότητα υπαρκτή, υποβάλλει μια ατμόσφαιρα αληθινή. Έχει ρυθμό και ζωντανούς διαλόγους, σασπένς, χιούμορ και πικρό ρεαλισμό. Ο συναισθηματικός κόσμος του Φάνη και της Τερέζας, παρότι σκληρός είναι διάφανος. Βασική η σκηνή στη φυλακή για την ανάδειξη της ψυχοσύνθεσης του Φάνη (αν και φαινομενικά είναι ξεκρέμαστη).
Η σύγκρουση και επανασύνδεση με την Τερέζα, πολύ διάφανη, ψυχολογημένη, ουσιαστική. Έρωτας, παιχνίδι, ακρότητες, απελπισία και χιούμορ στις σωστές δόσεις. Η στημένη από την Τεράζα ληστεία, για να διασωθεί το γόητρο του Φάνη, ευφυέστατη, άλλωστε με κόστος για την ίδια (εφόσον «έκλεψε» τον πατέρα της).
Στοιχεία ιδιόμορφου «ήθους» όπως στη σελίδα 192:
Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Γύρισε μετά και την κοίταξε:
– Εντάξει, όμορφα τα λες, αλλά βρε παιδάκι μου, άλλο να χτυπήσεις τράπεζα κι άλλο μπακάλικο. Είναι ξεφτίλα, καταλαβαίνεις;
ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ, ΠΟΛΥ ….ΥΣΤΕΡΩΝ
Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην παρούσα δημοσίευση μετα από 3, 5 έτη από τον θανατό του.
“…..Ήταν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες και διανοητές της γενιάς του. Ως χαρακτήρας ήταν ευγενής με χιούμορ,εσωστρεφής και μάλλον ευάλωτος. ”
Απόσπασμα από συνέντευξή του :
“…..”Το “οργισμένος”, δεν το δέχομαι σαν χαρακτηριστικό μου από την στιγμή που οι συχνότητές μου γέμισαν παράσιτα από διάφορους κάλπηδες που δίνουν συνεντεύξεις (κάθε εβδομαδιαίο έντυπο ιλουστρασιόν, πρέπει να φιλοξενεί ή και να συντηρεί έναν τέτοιο) και βρίζουν τους πάντες και τα πάντα, δεν έχουν να προτείνουν κάτι τι και διεκδικούν ένα χώρο ιδιαίτερο και καθαρό, που σίγουρα δεν τους ανήκει και δεν τον εκφράζουν.
Tελικά όλοι αυτοί οι “απροσάρμοστοι” συγκροτούν ένα μέρος του συστήματος που ενεργεί σαν προπέτασμα καπνού, για να μπορούν από πίσω να δουλεύουν ανενόχλητοι οι κρατικοί μηχανισμοί και αλίμονο στους κάποιος γνήσιους που πέφτουν στην παγίδα του “επώνυμου” χωρίς ποτέ να αναρωτηθούνε ποια κέντρα αποφάσεων τους κόλλησαν την ταυτότητα του επώνυμου μοναχικού, οργισμένου, καταραμένου αναρχικού κ.τ.λ. Eρώτημα που θα προβάλλει αμείλικτο μπροστά τους απʼ τη στιγμή που θα ανακαλύψουν πως το επώνυμο μπορεί να πουλάει, αλλά να πουλιέται κιόλας.”
http://news.pathfinder.gr/culture/news/425314.html
Έφυγε “ο οργισμένος Βαλκάνιος”
Αθήνα 5 Σεπ. 07
“Ο κινηματογραφιστής, σεναριογράφος και συγγραφέας Νίκος Νικολαϊδης έφυγε σήμερα 5/9 σε ηλικία 68 χρόνων”
Ο κινηματογραφιστής, σεναριογράφος και συγγραφέας Νίκος Νικολαϊδης έφυγε σήμερα 5/9 σε ηλικία 68 χρόνων. Νοσηλευόταν στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών.
Είχε γεννηθεί στην Αθήνα.
Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και σκηνογραφία θεάτρου. Εργάστηκε σε δισκογραφική εταιρεία ιδιαίτερα ως σκηνοθέτης διαφημιστικών, σεναριογράφος και παραγωγός στις ταινίες.
Ξεκίνησε το 1962 με την ταινία μικρού μήκους Lacrimae Rerum.( Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού. Επίσημη Ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών, 1964).Αρκετά αργότερα ακολούθησαν:
Ευρυδίκη: 1975, μεγάλου μήκους.
(Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού. Κρατικά Βραβεία: Σκηνικά, Μοντάζ. Βραβείο Κριτικών Αθηνών.)
Τα Κουρέλια Τραγουδάνε ακόμα: 1979, μεγάλου μήκους.
(Βραβείο Σκηνοθεσίας, Ερμηνείας (Χρήστος Βαλαβανίδης)
Γλυκιά Συμμορία: 1983, μεγάλου μήκους. (Βραβείο Ερμηνείας (Τάκης Σπυριδάκης), Φωτογραφίας, Σκηνικών, Ήχου, Μοντάζ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού. Βραβείο Καλύτερης Ελληνικής Ταινίας της Ένωσης Κριτικών Αθηνών.)
Πρωινή Περίπολος: 1987, μεγάλου μήκους.
(Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικά Βραβεία: Σκηνικά, Φωτογραφία. Επίσημη Ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ του Αβοριάζ.)
Singapore Sling: 1990, μεγάλου μήκους.
(Βραβείο Σκηνοθεσίας, Ερμηνείας (Meredyth Herold), Φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικά Βραβεία: Σκηνικά, Μοντάζ. Ελληνική συμμετοχή στα Φεστιβάλ Βρυξελλών, ‘Αμστερνταμ, Ρίμινι, Τορόντο κλπ.)
Το Κορίτσι Με Τις Βαλίτσες: 1993, μεγάλου μήκους, τηλεταινία.
Θα Σε Δω Στην Κόλαση, Αγάπη Μου: 1999, μεγάλου μήκους.
(Επίσημη συμμετοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Βρυξελλών.)
Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα: 2002, μεγάλου μήκους.
ΒΙΒΛΙΑ: “Οι Τυμβωρύχοι” – Διηγήματα, 1964
“Ο Οργισμένος Βαλκάνιος” – Μυθιστόρημα, 1977 “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα” – Σενάριο, 1980 “Γλυκιά Συμμορία” – Μυθιστόρημα, 1984
“Γουρούνια Στον ‘Ανεμο” – Μυθιστόρημα, 1993
Ο Νίκος Νικολαϊδης έχει μείνει στις μνήμες όλων ως άνθρωπος που μπορεί να διχάσει κοινό και κριτικούς με την αιχμηρή του γραφή και συνήθως προκλητική τόσο στο σινεμά όσο και στον χώρο των εκδόσεων.
Είχε απαντήσει κάποτε, σε ερώτηση δημοσιογράφου, για τις κριτικές που κατά καιρούς γραφόντουσαν για τις ταινίες του καθώς και για τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς του προσέδιδαν όπως “οργισμένος”, “επικίνδυνος” τονίζοντας:
“Το “οργισμένος”, δεν το δέχομαι σαν χαρακτηριστικό μου από την στιγμή που οι συχνότητές μου γέμισαν παράσιτα από διάφορους κάλπηδες που δίνουν συνεντεύξεις (κάθε εβδομαδιαίο έντυπο ιλουστρασιόν, πρέπει να φιλοξενεί ή και να συντηρεί έναν τέτοιο) και βρίζουν τους πάντες και τα πάντα, δεν έχουν να προτείνουν κάτι τι και διεκδικούν ένα χώρο ιδιαίτερο και καθαρό, που σίγουρα δεν τους ανήκει και δεν τον εκφράζουν.
Tελικά όλοι αυτοί οι “απροσάρμοστοι” συγκροτούν ένα μέρος του συστήματος που ενεργεί σαν προπέτασμα καπνού, για να μπορούν από πίσω να δουλεύουν ανενόχλητοι οι κρατικοί μηχανισμοί και αλίμονο στους κάποιος γνήσιους που πέφτουν στην παγίδα του “επώνυμου” χωρίς ποτέ να αναρωτηθούνε ποια κέντρα αποφάσεων τους κόλλησαν την ταυτότητα του επώνυμου μοναχικού, οργισμένου, καταραμένου αναρχικού κ.τ.λ. Eρώτημα που θα προβάλλει αμείλικτο μπροστά τους απʼ τη στιγμή που θα ανακαλύψουν πως το επώνυμο μπορεί να πουλάει, αλλά να πουλιέται κιόλας.”
Ήταν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες και διανοητές της γενιάς του. Ως χαρακτήρας ήταν ευγενής με χιούμορ,εσωστρεφής και μάλλον ευάλωτος.
Η κηδεία του θα γίνει το απόγευμα της Παρασκευής από το Νεκροταφείο Κηφισιάς.
Ανδρέας Ροδίτης
http://themotorcycleboy.blogspot.com/2008/01/blog-post_21.html
“Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα”
Δευτέρα, Ιανουάριος 21, 2008
Κάπου το διάβασα. Ο Νίκος Νικολαϊδης ήθελε, λέει, να κυκλοφορήσει το τελευταίο βιβλίο του στα blogs. Πριν βγει στα βιβλιοπωλεία. Αλήθεια; Ψέμματα; Δεν ξέρω.
Βρήκα την προδημοσίευση του 1ου κεφαλαίου στο blog του Γιάννη Καφάτου -τον ευχαριστώ για τη χαρά που μου έδωσε. Διάβαζα το κείμενο χαμογελώντας -ο Νικολαϊδης, στο τελευταίο του βιβλίο, τραβάει τη γραμμή πίσω από τον “Οργισμένο Βαλκάνιο”. Γεμάτος αυθάδεια, χαμογελάει κωλοπαιδίστικα -πως γίνεται να είναι κανείς τόσο φρέσκος; Τόσο ζωντανός; Δεν χρειάζεται να πω οτι το λατρεύω ήδη το βιβλίο. Δες και μόνος σου:
1
Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη.
Ήταν ή εποχή που είχαμε άφθονο ρόκ νʼ ρόλλ, ελάχιστο σεξ καί καθόλου ναρκωτικά.
Πάρʼ όλʼ αυτά νομίζω ότι δέν τά πήγαμε καί τόσο άσχημα.
Κατέβαινα κουτρουβαλώντας τή μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα πλάϊ στά Τουρκοβούνια καί πίσω μου λαχάνιαζε ή Μπέττυ καί γκρεμοτσακιζότανε πάνω στίς ψηλοτάκουνες γόβες της γκρί σουρί σουέτ.
Μόλις είχα ρίξει μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα καί χρυσαφένιος κʼ ελαφρύς σάν τόν Ντόν ντέ λʼ Όρο μέ βίτσιζε στό πρόσωπο τό τέλος τού Νοέμβρη καί όλα αυτά γιατί μόλις είχα ρίξει ένα γερό γαμήσι στή Μπέττυ που έβριζε πίσω μου γιατί είχε μπλεχτεί σέ κάτι πικραγγουριές δίπλα στό ρέμα.
Αφήσαμε στό πλάι τά παραπήγματα τού Πολυγώνου καί πήραμε τόν μαλακό δρόμο γιά τό λοφάκι τού Γκύζη νά πέσουμε έτσι στήν αλάνα δίπλα στό Πάρκο πίσω απʼ τήν παράγκα τής Λήθης τέσσερα αναχώματα μετά κʼ έξω απʼ τή μικρή αυλή τής Μόλλυ.
_________________ Τίς Κυριακές ή Μόλλυ φορούσε κάτι πουλοβεράκια ανγκορά πότε ένα ρουμπινί καί πότε ένα πράσινο αχνό σέ χρώμα ραδιοφωνάκι βακελίτη που τάραζε καί ξεσήκωνε ένα πετάρισμα στό στομάχι μου κι αυτή που τό καταλάβε τίς Κυριακές φορούσε πάντα τό πράσινο.
Θά ʼπρεπε τό θέμα νά μέ ψυλλιάσει αλλά ή Μόλλυ ήτανε καλό παιδί κ᾽ ή Μπέττυ σταθερό γαμήσι έστω κι άν μού ʼριχνε τέσσερα χρόνια καί τό ʼπαιζε μπεμπέκα κ᾽ εγώ ήμουνα στά δεκαπέντε κʼ ήθελα δράση κι όχι χεράκι χεράκι μέ τή Μόλλυ στόν Λυκαβηττό καί τί ʼναι ό έρωτας ασπασμός τών αγγέλων πρός τʼ άστρα.
Έπειτα ή Μπέττυ ήτανε μιά χαρά γκόμενα. Άδειαζε παγόνερα στό καταχείμωνο πάνω στά βυζιά της νά τά κρατάει σφιχτά μέ ρόζ ρογούλες μυτούλα ρετρουσέ μακριά κανιά ψηλόκωλη αλλά ήτανε καί πολύ ζηλιάρα ή καριόλα. Μέ χαρτζηλίκωνε όμως καλά καί τρώγαμε συχνά τά μεσημέρια μετά τό σχολείο μου στό Αχαΐα-Κλάους σωστός νομίζω.
Πρίν ένα μήνα μού ʼφερε δυό γυμνές φωτογραφίες της νά τραβάω μαλακία κι αυτό μέ συγκίνησε πολύ. Τίς έκρυψα κάτω από τό στρώμα μου καί πρώτη φορά όλα καλά. Τή δεύτερη εκεί που τόν έπαιζα έπιασα κάτι που δέν γούσταρα. Ήτανε σέ μία πόζα καθιστή στήν άμμο μέ πόδια ανοιχτά καί τό μουνί της πιάτο στό φακό κʼ εντάξει αυτό τό ʼκανε γιά πάρτη μου αλλά τό σούπερ καβλωμένο ύφος στή μάπα της τί ρόλο έπαιζε;—στόμα μισάνοιχτο χείλη χαλαρά κι απέξω νά κρέμεται ή γλώσσα παράλυτη λειρί ψόφιο θολό τό βλέμμα καί μάτια σκέτη βλεφαρόπτωση σά νά ʼχε φάει ροπαλιά στό κρανίο τό μουνόπανο—δευτερόλεπτα πρίν τή φωτογραφία ό τύπος πίσω απʼ τόν φακό τής τόν κάρφωνε στά σίγουρα.
Τότε ξύπνησε μέσα μου ένα δεκαπεντάχρονο κυνικό καθήκι σέ δυό επιλογές νά τή σουτάριζα αφού τήν πλάκωνα καί τήν έκανα ίσα μʼ ένα άλογο αλλά πάλι σέ καμμιά κουφάλα θά ʼπεφτα μέ νούμερα τρελλά κι άντε νά βρείς τό στέντυ πήδημα στίς μέρες μας ή νά συνέχιζα νά τή γαμώ σά νά μήν τρέχει τίποτα καί νά κυκλοφορώ σέ στύλ—τί έχεις αγόρι μου απόψε;—λίγο θλιμμένος είμαι τίποτα δέν έχω—μά κάτι τρέχει κουρκουμπίνι μου—τίποτα γουστάρω κανά σινεμά κʼ ύστερα μέ ταξί στήν παραλία. Μέ τό ταξί χλώμιαζε κομμάτι αλλά ή καψούρα τήν καπάκωνε.—Κʼ έτσι κʼ έγινε.
Γιατί τελικά τό θέμα είναι νά ξέρεις ότι οί άλλοι δέν τό ξέρουν καί τότε στό φινάλε γίνεται καλό παιχνίδι.
Μερικές μέρες μετά παρέα μέ πολλούς μάγκες τού Πέμπτου τής Τοσίτσα κι άλλους απʼ τή Λεόντειο τό Βαρβάκειο τό Τρίτο από τή Λιοσίων κʼ ένα σωρό μουνάκια απʼ τό Θηλέων τής Νεάπολης γίναμε ένα κουβάρι μέ τούς μπάτσους έξω απʼ τήν Ακαδημία γιά τό Κυπριακό κι όταν τά πράγματα σκούρυναν γιατί πλάκωσαν οί πυροσβεστικές καί τά θωρακισμένα μέ τούς μαύρους τήν πουλέψαμε κανονικά άλλοι γιά Στρέφη καί Λυκαβηττό άλλοι πρός Εθνικό Κήπο γιά μπαλαμούτιασμα καί μπάσκετ στόν Φωκιανό κ᾽ εγώ μέ τή Μπέττυ ξαναμμένοι απʼ τό τρεχαλητό καί τά δακρυγόνα γιά γαμήσι σπίτι μου πάνω στά Τουρκοβούνια.
Τό σπίτι στά Τουρκοβούνια ήταν μιά σκέτη μιζέρια δύο δωμάτια χώλ κουζίνα αποθηκούλα δίπλα κ᾽ έξω απʼ τήν κουζίνα ένας στενός διάδρομος που ʼβγαζε στή χέστρα μόνο που ξέχασαν νά τού βάλουν ταβάνι κι όταν έβρεχε κʼ ήθελες νά πάς γιά κατούρημα γινόσουν κώλος. Θέρμανση δέν είχε καί μύριζε παντού πετρέλαιο καθώς πήγαινα βόλτα μιά φορητή θερμάστρα Πίτσος χρώμα σκούρο οινοπνευματί γιά νά ζεστάνει λίγο τό ρημάδι που δέ ζέσταινε κʼ έτσι λιβάνιζα μέ καυσαέριο όλα τά δωμάτια. Κάτω τό μωσαϊκό σέ χρώμα ξέρασε ή γάτα πού ʼθελε σπάτουλα νά φύγει ή γκοράτσα κι απέξω μιά τσιμεντένια βεραντούλα κʼ ένα καρακοβούνι κήπο που φύτρωναν μόνο πέτρες καί κάτι γκριζοπράσινες μολόχες.
______________ Τά τελευταία χρόνια μόνιμα μπατίρηδες γιά νά τή βγάλουμε ό γέρος μου ντουμπλάριζε μετά τό κωλουπουργείο του καθηγητής σέ φροντιστήριο καί συχνά έφτανε σέρνοντας αργά στό σπίτι 11 τό βράδυ γιʼ αυτό καί τώρα ή Μπέττυ ξάπλωνε ξεσαλωμένη τσίτσιδη κι άνετη πάνω στό κρεββάτι μου.
Όταν τήν πλησίασα σήκωσε μέ αναίδεια τίς ψηλοτάκουνες γάμπες της καί τίς ακούμπησε πάνω στήν κουβέρτα. Μετά τίς ανοιξε σιγά σιγά στήν πόζα τής φωτογραφίας. Χώθηκα μέσα στά πόδια της ακούμπησα τούς αγκώνες μου πάνω στά γόνατά της κʼ έγειρα κοντά της αυτή άνοιξε λίγο ακόμα—καλά οί φωτογραφίες σου είναι υπέροχες. Πονηρό χαμόγελο ή χαζοβιόλα καί—σʼ αρέσουνε κουρκουμπινάκι μου; —άν μʼ αρέσουν λέει σκέτη κάβλα—πόσες μαλακίες έριξες μωρό μου;—πεντέξη—μόνο;—έχουμε καί προπόνηση αγάπη μου…καί πού τίς τράβηξες;…
Ησυχία…Τίς φωτογραφίες πού τίς τράβηξες μήπως στό Λαιμό τής Βουλιαγμένης;…πού τό κατάλαβες;—κατέβαζα αργά τό φερμουάρ μου—καί στίς τράβηξε ποιός;—ένας φίλος μου φωτογράφος—καλά καί σύ δέ ντράπηκες νά τού πετάξεις τό μουνάκι σου στή μάπα;—μά τό ʼκανα γιά σένα κουρκουμπίνι μου. Τόν πέταξα κ᾽ εγώ έξω απʼ τʼ άνοιγμα τού φερμουάρ προσέχοντας νά μή τόν στραγκουλίξω κʼ ή Μπέττυ αναστέναξε—καί πώς τόν λένε τόν φίλο σου;—μά τί σημασία έχει γιά σένα τό ʼκανα νά μʼ έχεις πάντα κοντά σου…δικό μου είναι αυτό τό σκληρό κουρκουμπινάκι μου—θά μού τό χώσεις;
Μόνο που δέν τής τό ʼχωσα εκεί που περίμενε. Τήν άρπαξα απότομα απʼ τή μέση τή γύρισα καί τή σβούριξα μπρούμυτα πάνω στό κρεββάτι νά ᾽ρθεί στά τέσσερα τής έριξα μιά δυνατή στήν πλάτη νά τουρλώσει καί τής τόν έχωσα στόν κώλο.
Γιά πρώτη φορά.
Νομίζω πως κάπως έτσι συνεννοηθήκαμε γιατί δέν έβγαλε μιλιά ή χαμουρίτσα. Κάθησε σά τήν κότα καί τόν έφαγε έκανε μάλιστα καί κάτι απόπειρες νά κουνηθεί αλλά δέν τής βγήκε γιατί πόναγε μέχρι που τής άρχισα κάτι παπαριές ότʼ είναι τάχα τʼ αλογάκι μου καί καλπάζει μέ τή μαλαπέρδα μου μέσα της πάνω απʼ τούς λόφους κάτω σέ πράσινα λειβάδια μέ λιμνούλες νούφαρα καί κάτι κλαίουσες γυρτές στά γεφυράκια-συννεφάκια-τουλπανάκια καί τέτοιες μαλακίες που γουστάρουνε οί γκόμενες καί πέσανε καί κάτι μπάτσες καί μού κουνήθηκε λιγάκι κʼ έχυσα κʼ έχυσε κι αυτή μαζί μου ή έκανε ότι έχυσε στά παπάρια μου.
Μετά άναψα ένα τσιγάρο κι όπως καθόταν γυμνή μαζεμένη καί μπομπολιασμένη απʼ τό κρύο στά κάτω κάγκελα τού κρεββατιού τής εξήγησα τίς νέες υποχρεώσεις της μενάζ δηλαδή δίς τής εβδομάδος που πάει νά πεί σφουγγάρισμα κανά σώβρακο κανά πουκάμισο σίδερο τό δεύτερο μπλού-τζήν μου κανένα καπαμά τό σχετικό γαμήσι κʼ ένα μπλέ κασκόλ μέ κόκκινες ρίγες που ʽχα χτυπήσει στή βιτρίνα τού Μπόν-Τόν….
Σηκώθηκε θυμωμένη κʼ έφυγε μέ σφιγμένα κωλαράκια γιά τό μπάνιο μή τρέξουνε τά φλόκια στά μπούτια της.
Έσβησα τή γόπα μου καί γύρισα μπρούμυτα νά σαπίσω λίγο ώσπου ξύπνησα από μιά φρέσκια μυρωδιά σιδερωμένου ρούχου.
Τό κορίτσι είχε πάρει τό μήνυμα. Άναψα ένα τσιγάρο κι αυτή μύρισε τόν καπνό καί κατάλαβε πως ξύπνησα.
Μπήκε στήν κάμαρά μου κρατώντας ένα βιβλίο.—Τό βρήκα στό μπάνιο είπε σά νά μήν έτρεχε τίποτα—νά σού διαβάσω κάτι κʼ επειδή διάβαζε ωραία τής είπα νά μού ρίξει πρώτα τόν Γουίλλη τόν μαύρο θερμαστή από τό Τζιμπουτί. Περάσαμε έτσι καμμιά δεκαριά ποιήματα μέ μπόλικα τσιγάρα καί λίγα σχόλια κʼ ύστερα ρώτησε ξαφνικά—τί θά κάνουμε απόψε τό βράδυ;—θά μείνω μέσα γιατί έχω νά διαβάσω καί καλά θά κάνεις νά τού δίνεις μή πλακώσει ό γέρος μου—τότε θά μέ πάς μέχρι τή στάση;—Δέ θά σέ πάω μέχρι τή στάση γιατί ʼμαι πτώμα—νά ʼρθώ αύριο νά σέ πάρω στό σχόλασμα;—νά ʼρθείς μόνο μή στηθείς έξω απʼ τό σχολείο γιατί σέ παίρνει είδηση όλη ή τάξη καί κρέμονται τά λιγούρια στά παράθυρα—στήν αφετηρία τότε στή γωνία;—Έγινε.
Θά μπορούσες νά ʼσαι λίγο πιό καλός μαζί μου μουρμούρισε καδραρισμένη κάτω από τήν κάσα τής πόρτας τυλιγμένη τή μαύρη γυαλιστερή καμπαρντίνα της.—Έγινε είπα καί γύρισα μπρούμυτα καί τήν άφησα νά πάει νά βρεί τήν εξώπορτα.
Όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.
Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος.
Θέλει πολύ θάρρος για να εκτεθείς και η Πόπη (επίτρεψέ μου την προσφώνηση αλλά μου είναι εντελώς αδύνατον να γράψω: “η κα Συνοδινού” κι ας μην γνωριζόμαστε) την είχε.
Όσο για το τρίτο κείμενο που σχεδόν “δαιμονοποιήθηκε” οφείλω να πω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να γράψει κάποιος σε τέτοιο ύφος (κι ας φαντάζει απλό). Πολύ δε περισσότερο, όταν το γράφει μία γυναίκα επιχειρώντας να παρουσιάσει την πλευρά, την ματιά και την ψυχολογία ενός άντρα. Μόνον άνθρωποι με ταλέντο είναι σε θέση να καταφέρουν κάτι ανάλογο. Όμως το ταλέντο της Πόπης είναι -ούτως ή άλλως- φανερό.