Αυτή η στυγνή βιοπάλη μ’ έχει κατατσακίσει.
Ετούτο τ’ άγχος της δουλειάς.
Νίκος Σπάνιας,
Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου (1963)
– Λοιπόν έχουμε και λέμε
(«Μα είδατε πως έλαμπε πίσω μας το Μανχάταν;»)
δύο μερίδες γαρίδες και δύο καλαμαράκια έτσι για ν’ αρχίσουμε
(«Φελινικό λούνα παρκ!»)
και τα σχετικά σαλατικά• ρίξε και κανά μύδι
(«Μα τι ιδέα Νίκο μου για ψαροταβέρνα»)
Ρετσίνα από την δικιά σας έχετε;
(«Και πως βγήκε αυθόρμητα!»)
– Ναι, βέβαια
– Παιδιά καμιά αντίρρηση για ρετσίνα;
(«Μα φυσικά θα πάμε»)
Ρετσίνα all around
(«Κάθε καλοκαίρι»)
– Τίποτα άλλο;
(«Αν και όμως»)
– Αυτά για την ώρα και βλέπουμε
(«Ε εξορία είναι όπως και να το κάνουμε»)
– Ωραία, καλή όρεξη
(«Αν διαβάσατε»)
Με τον πεζό λόγο επ΄ώμου γραμμή για το μπαρ
– Βαρελίσια για οκτώ
Κάτι λέει ο Gus για το ντεκολτέ αυτής με το ολόσωμο
Μπαζάρει η κουζίνα για το τέσσερα φαντάζομαι
Ανάβει ο πυρετός του πήγαινε-έλα Φάτε μάτια ψάρια.
Με φιγούρα δίσκου
Εφάπτομαι του κύκλου της
Μάταια•
κλείνει το μάτι
σε άλλου είδους βιογραφικά.
Players διασποράς
Ξεκοκαλίζουν
Το προνόμιο αυθόρμητων εξόδων
Layers τα αποφάγια
Στριμώχνουν ραντεβού στην κουζίνα
Το ανόμοιο ταξικών διαδρομών
(Τι κάνουν οι Ελληνοαμερικανοί διανοούμενοι
για την εργατιά της ξενιτιάς;)
– Hey gorgeous!
Η Joyce αλατίζει τα ορεκτικά
Μισοκλείνοντας τα μάτια
Κάποιες αποστάσεις τσιγαρίζονται…
(«Ποτέ δεν προσέλαβε μαύρους για σερβιτόρους ο Μάκης»
θα σκεφτώ μόνο χρόνια αργότερα).
Μεταξύ παραγγελίας και λογαριασμού
«Τα έξοδα των με – ξοδέματα των δε»
Τσιρίζει το σώμα.
Βραδιά εξόδων
Βάρδια εσόδων
Afford me a night out at Gino’s
Ίσως προλάβω και τη Margie
που τώρα τελευταία
έχει ανάγκη τις υπερωρίες της…
Αυτοβιογραφικό
Γεννήθηκα στην Ορεστιάδα Έβρου. Είμαι αναπληρωτής καθηγητής στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο, με ερευνητικά ενδιαφέροντα σε θέματα εθνότητας και διασποράς. Εργασίες μου έχουν δημοσιευθεί στα Journal of Modern Greek Studies, Diaspora, Ethnicities, Journal of American Folklore, Journal of the Hellenic Diaspora, Gramma, Modern Greek Studies Yearbook, και Ο Πολίτηs, μεταξύ άλλων. Το βιβλίο μου, Contours of White Ethnicity: Popular Ethnography and the Making of Usable Pasts in Greek America, έχει δημοσιευθεί από το Ohio University Press (2009). Στην ποίηση πρωτοεμφανίστηκα στα περιοδικά Εξώπολις (1998/1999) και Poeticanet (2009). Επίσης, διατηρώ το μπλογκ, http://immigrations-ethnicities-racial.blogspot.com/











Κύριε αξιότιμε καθηγητά, με ένα και μόνο ποίημα δεν είμαι σε θέση να κρίνω τη γραφή σας, ωστόσο οι στίχοι αυτοί που μας παραθέτετε δεν είναι ποίηση. Είναι αυτό που έγραψε ο Βαγενάς ότι ο ποιητικός λόγος αντικαταστάθηκε από την καθημερινή έκφραση. Αν και το θεματικό υλικό είναι ενδιαφέρον, ονομάστε το και κατηγοριοποιήστε το όπως θέλετε, αλλά δεν πρόκειται περί ποίησης. Φτάσαμε στο σημείο κάθε είδους αυτοέκφραση να παρουσιάζεται ως ποίηση απαξιώνοντάς την. Να σας συγχαρώ για το έργο σας στο Πανεπιστήμιο και την ανάδειξη ζητημάτων του ελληνισμού της διασποράς.
Ερωτικός Λόγος” του Γιώργου Σεφέρη
Α’
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.
Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.
Β’
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό
ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ‘σουν εσύ που θα ‘φερνες την ξεχασμένη αυγή!
Ο βράχος και το κύμα
«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που ‘πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο ‘γλυφα και σο ‘πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ’ εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ‘θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα ‘φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι…»
Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.
Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.
«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»
«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»
Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να ‘ταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ‘ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Όταν ο καθημερινός λόγος, όπως στο ποίημα του κυρίου Αναγνώστου- υπονοεί την ίδια του την οντότητα τότε είναι ποίηση ή για να το πω πιο σωστά: “προς”ποίηση…
Στην Αμερική, Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ο τόπος που μεγάλωσα κρυφό παράπονο έχει,
που η θάλασσα δε δέχτηκε το χώμα του να βρέχει.
Παρόλα αυτά του ωκεανού, ξέρω, το μαύρο κύμα
σε πάει ίσα στο βυθό σε πάει και στην Κίνα.
Α! και στην Αμερική, μαζί με τη Μαρίκα, το Δούσια τον Κωστή.
Ο τόπος που μεγάλωσα κρυφό παράπονο έχει,
που η θάλασσα δε δέχτηκε το χώμα του να βρέχει.
Παρόλα αυτά του ωκεανού, ξέρω, το μαύρο κύμα
σε πάει ίσα στο βυθό σε πάει και στην Κίνα.
Α! και στην Αμερική, μαζί με τη Μαρίκα, το Δούσια τον Κωστή.
Τους βλέπω μπρος τα μάτια μου μες το παλιό βαπόρι
σα στρείδια στο κατάστρωμα οι μετανάστες όλοι.
Βουβές γυναίκες, άλαλες που δύναμη αναβλύζουν,
παιδάκια που δε νιώθουνε το δρόμο που βαδίζουν.
Α! Τα χρόνια τα παλιά, βαριά φορτία φεύγαν για την Αμέρικα.
Του Κατσαρού ανεμίζουνε τα κατσαρά μαλλιά του,
καθώς κοιτάζει αντίθετα προς τη γενέτειρά του.
Του φέρνει ο άνεμος στ΄αυτιά τραγούδια αγαπημένα,
τα παιξε στην κιθάρα του, τα δωσε και σε μένα.
Α! απ’ την Αμερική, μαζί με τη Μαρίκα, το Δούσια τον Κωστή.
Και σαν το κουρελόβαρκο αδειάσει στο λιμάνι,
θα τους στοιβάξουν στη σειρά οι ξένοι πολισμάνοι.
Άλλοι θάχουν τον τρόπο τους και θα ευδοκιμήσουν
και άλλοι ως να πεθάνουνε τη δίψα δεν θα σβήσουν.
Α! στην Αμερική Ελλάδα σαν αγριόχορτο φύτρωσες και κει.
Τους βλέπω μες τα μάτια μου μες το παλιό βαπόρι
σα στρείδια στο κατάστρωμα οι μετανάστες όλοι
«Ύμνος εις την Ελευθερίαν»
…………………………………
“5. Δυστυχής! Παρηγορία
Μόνη σου έμενε να λες
Περασμένα μεγαλεία
Και διηγώντας τα να κλαις.”
…………………………………
Γράφτηκε το Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο
Διονύσιος Σολωμός
ΚΥΝΗΓΗΤΟ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΡΑΦΕΙΟ(πεζο)
Η Ολια ήταν πολύ έξυπνο μικροκαμωμένο κορίτσι με ωραία αμυγδαλωτά ανατολίτικα μαύρα μάτια και πλούσιο στητό στήθος.
Γνωριστήκαμε στο λεωφορείο ένα βράδυ όπου παίζαμε το παιχνίδι των έντονων βλεμμάτων. Ισοπαλία : κανείς δεν γύρισε το βλέμμα του αλλού.
Περίμενα να δω σε ποια στάση θα κατέβαινε. Αποβιβάσθηκε στο τέρμα, την ακολούθησα και της μίλησα. Γνωριστήκαμε καλύτερα, ήμασταν γείτονες και τέλειωνε Νομική.
…………………………………………………………………………………………
Την ενδιέφερε να ασχοληθεί με τα Μαζικά Μέσα Επικοινωνίας. Αφού τελείωσε την Νομική, και πριν πάει για μεταπτυχιακά στη Νέα Υόρκη, κάποιος γνωστός μεσολάβησε να γίνει δόκιμη δημοσιογράφος σε μεγάλη κυριακάτικη εφημερίδα.
…………………………………………………………………………………………
Μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία :
Πήγε λοιπόν στο γραφείο του διευθυντή της εφημερίδας καλοντυμένη για να συζητήσουν για την θέση της δόκιμης δημοσιογράφου. Ένας φαλακρός, χοντρός και άσχημος διευθυντής καθόταν πίσω από ένα επιβλητικά μεγάλο γραφείο.
Αφού συζήτησαν λίγο (δεν ξέρω τι έπαιξε ρόλο ; τʼ ανατολίτικα μάτια, το τόσο στητό στήθος…) η ατμόσφαιρα άρχισε να θερμαίνεται. Και ναʼ σου ο χοντρός να πλησιάζει την Ολια με προφανείς προθέσεις βαριανασαίνοντας.
“Κορίτσι μου σε θέλω”, είπε με βραχνή φωνή γεμάτη πόθο, η Ολια πήγε ν΄ αποφύγει το μοιραίο και τον έσπρωξε διακριτικά καθώς αυτός πήγε να την αγκαλιάσει.
Αυτός συνέχισε και κάποια στιγμή η Ολια ένοιωθε σαν να μίκραινε ξαφνικά, πήγαινε πίσω στα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου κι έπαιζε κυνηγητό γύρω από την έδρα της δασκάλας μʼ ένα άτακτο χοντρό αγοράκι, που ήθελε να της τσιμπήσει τον πεταχτό πισινό…….
10.10.96
Προτείνω ότι θα ήταν χρήσιμο να μετατοπίσουμε την προσέγγιση του κειμένου από την προβληματική «τι είδος είναι» στις εξής ερωτήσεις: Ποιά είναι η τοποθέτηση του αφηγητή, και πώς η θέση αυτή συνδέεται με τα είδη και τον σκοπό των λόγων που χρησιμο-ποιεί;
Ο αφηγητής, όπως υποδηλώνει η θεματική του κειμένου αλλά και η διακειμενική αναφορά στους στίχους του Σπανιά, αναλώνεται σε ανελέητους εργασιακούς ρυθμούς και καταναλώνεται στον καθημερινό, προβλεπόμενο, «πεζό» λόγο που είναι συνυφασμένος με την εργασία του.
Ορίζεται λοιπόν (μερικά) και πειθαρχείται από αυτόν τον λόγο, μια κατάσταση η οποία ανακαλεί στρατιωτικές εικόνες εξομοίωσης/ευθυγράμμισης/ισοπέδωσης («Με τον πεζό λόγο επ΄ώμου γραμμή για το μπαρ»).
Αυτή η γλωσσική πραγματικότητα που ορίζει (εγκλείει) τον αφηγητή αποτελεί μια κεντρική αναφορά και τρόπο έκφρασης στην κατάθεσή του· οι αποσπασματικές εθνογραφικές περιγραφές καταγράφουν μια εμπειρία που τον περιθωριο-ποιεί και τον μειώνει αβάσταχτα. Ο αφηγητής μας λοιπόν παλεύει να υπερβεί αυτήν την πραγματικότητα καταφεύγοντας σε μια γλώσσα αφαιρετική, μια γλώσσα που χρησιμοποιεί και κάποιες ομοιοκαταληξίες, και κάποια λογοπαίγνια, και κάποιες μεταφορές, όλα σχήματα λόγου που συγκεκριμένες ειδολογικές κατατάξεις συνδέουν με την ποίηση.
Ο αφηγητής του κειμένου λοιπόν τείνει προς-την-ποίηση, ενεργο-ποιεί μια χειρονομία προς-ποίησης (να αναφερθώ εδώ στον όρο του Κυρίου Αραβανή) αποσκοπώντας στην μεταλλαγή της «πεζής» εμπειρίας του που τον αλλοτριώνει. Η ποιητική προσέγγιση προσφέρει σε ένα μη προνομιούχο μετανάστη-σερβιτόρο έναν τρόπο υπέρβασης. Ταυτόχρονα η αφηγηματική φωνή συνεχίζει να επιμένει στον πεζό λόγο – απαλλαγμένο από κάθε καλολογικό στοιχείο – για την έκφραση κοινωνικής καταγγελίας. Ας σημειωθεί ότι αυτή η μείξη ειδών (blurring of genres) καταργεί οποιαδήποτε τυχόν ιεραρχία μεταξύ λόγων.
Δεν αντιπροσωπεύει λοιπόν το ποίημά μου «κάθε είδους αυτοέκφραση» όπως του προσάπτει ο Κύριος Χατζάκης, αλλά μια συγκεκριμένη θέση υποκειμένου (subject position) που αγωνίζεται να καταγγείλει αλλά και να υπερβεί μια (πεζή) πραγματικότητα, χωρίς βέβαια να την καταργεί. Η πεζή διάσταση του κειμένου πηγάζει οργανικά από τις συνθήκες γραφής του υποκειμένου αλλά και την λειτουργία που εξυπηρετεί.
Μια τέτοια προσέγγιση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη θέλω να πιστεύω, μια και συνεισφέρει σε διάφορες συζητήσεις όπως παραδείγματος χάριν για την σχέση ποίησης και εργατικής τάξης, την ποιητική της κοινωνικής καταγγελίας, τις υλικές συνθήκες που πλαισιώνουν την γραφή, καθώς και την λειτουργία της ποίησης στο λόγο περί μετανάστευσης.
Eνδιαφέρον το ποίημα του κ.Αναγνώστου
Ο ίδιος μας παρουσιάζει αναλυτικά το τι και το πως το κάνει (δεν είναι κακό να ξέρεις να μιλάς για το έργο σου- αφήνοντάς το όμως “ανοιχτό”)
Να δούμε κι άλλα ποίηματα, να δούμε και κανένα δοκίμιο του καθηγητή γενικώς “διψάμε”.
Υ.Γ.Σενιόρ Μίχο τι ωραία τα λες για το μεταμοντέρνο, πες μας κι άλλα, πες μας κι άλλα!
Το ‘μεταμοντέρνο’ έχει πεθάνει εν τη γενέσει του. Πέθανε από τα υφολογικά αδιέξοδά του και από την τυρανία του μετα-σχολιασμού και της μετα-ποίησής του…
Και για να εξηγηθώ: Ο Τζόυς με τον Μπλουμ του δεν είναι μετα-μοντέρνος γιατί καταφέρνει να αφομοιώσει ποιητικά τις σκέψεις του για την αγγλική γλώσσα.
Η ιδιώτευση εντός της ποιητικής γλώσσας είναι το όριο όχι μόνο του μεταμοντέρνου, ήταν αίτημα ‘ποίησης’ λόγου από την εποχή του Ομήρου.
Ας μην μπερδεύουμε την πορεία προς τη δημιουργία εναλλακτικών ποιητικών γραφών με την προσποίηση…
Η συγκεκριμμένη ανάρτηση λειτουργεί μόνο ως άσκηση επί χάρτου, που μόνη αιτία ύπαρξης έχει τη δικαιολόγηση της κρίσεως του ίδιου του δημιουργού.
Κάποτε θα πρέπει να καταλάβουμε πως άλλο η σκέψη για την ποίηση και άλλο η ποίηση…
Υποθέτω πως η ακαδημαική συνήθεια οδήγησε τον κ. Αναγνώστου σε διόρθωση δοκιμίων αντί να τον απελευθερώσει δια μέσου της γλώσσας…
Ο ρόλος της γλώσσας ως λειτουργίας ερήμην της συνειδητής πρόθεσης του συγραφέα έχει επισημανθεί ακόμα κι απ’ τον Νίτσε και τον Χάιντεγγερ (για να μην αναφέρουμε τους ύστερους, Λεβι Στρως, Λακαν, Μπαρτ, Ντεριντά κλπ.)
Η γλωσσολογική στροφή είναι μια αιτία για το “σπάσιμο” ή μπέρδεμα των κατηγοριών.
Απ’ την άλλη έχουμε τον κορεσμό του “είδους” που σταματάει να λειτουργεί ως καινούργιο, ως έκπληξη και κουράζει με την επανάληψη(είναι οι καλλιτεχνικές συμβάσεις για τις οποίες μίλησαν οι Ρώσοι φορμαλιστές)
(Η καθαρότητα του έργου και το άμεσα αναγνωρίσιμο στυλ που πρέσβευε ο κυρίως μοντερνισμός μ’ ένα κόσμο συνεκτικό και συνεχή έχει χάσει εδώ και καιρό τη δυναμική του)
Κι αν η κατάρευση των αντικειμενικών αναφορών καταργεί τα κριτήρια, την εσωτερική συνοχή και επιτρέπει την παραγωγή λόγων σε απεριόριστο βαθμό, η διάδοση του όρου “μετα-” , έχει σχέση και με μια ιδεολογικοποίηση της κουλτούρας (στην Αμερική πιο πολύ), με μεγάλη απήχηση στους ακαδημαικούς κύκλους κ στους νεομαρξιστές ιδιαιτέρως.
(Ας μας πει κι ο καθηγητής αν αληθεύει και τι γίνεται)
Υ.Γ. Γιώργο, χρειάζονται οι πειραματισμοί, έτσι εξελίσσονται τα πράγματα
Υ.Γ. Εδώ μοντερνιστή θεωρούν τον Μπέκετ 🙂
Δεν έχω καταλάβει εάν το ποίημα της ανάρτησης είναι μεταμοντέρνο επειδή ο δημιουργός του προέβη αναδρομικά στην εξήγηση των προθέσεών του (του ιδίου και του ποιήματός του) ή επειδή το ποίημα διαθέτει εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν απαραίτητη την παρέμβαση του δημιουργού του προκειμένου να εξηγήσει αναδρομικά της προθέσεις του (του ιδίου και του ποιήματός του).
🙂
Το κείμενο της ανάρτησης είναι τόσο ποίημα, όσο το αυγό του κόκκορα και του πουλιού του γάλα. Μια χαρά ταΐζει όποιον ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται.
Κώστα ο Μπέκετ τουλάχιστον (όπως κι ο Ιονέσκο ή ο Πιραντέλο) δημιούργησε ‘νόημα’ πάνω στην έλλειψη νοήματος.
Εδώ το ‘έγκλημα’ είναι η προσπάθεια ‘απενεχοποίησης’ του κυρίως ενόχου: του απόλυτου δημιουργικά μηδενός…
Να τονίσω για ακόμη μια φορά, η εκφορά κριτικού λόγου δεν μπορεί να διεκδικεί την εκφορά ποιητικού…
Παναγιώτη προσυπογράφω με χέρια και με πόδια…
O κ. Αναγνώστου εύστοχα διευκρινίζει πως το ποίημά του είναι μια συγκεκριμένη θέση υποκειμένου (subject position) που αγωνίζεται να καταγγείλει, αλλά και να υπερβεί μια (πεζή) πραγματικότητα, χωρίς βέβαια να την καταργεί. Κι αυτό όχι βέβαια επειδή το ποίημα είναι αδύνατο, αλλά επειδή το ποίημα γεννιέται και γίνεται απ’ αυτή τη θέση-κατάσταση.
Σε σχέση ίσως με μια “slice of life” ποιητική η οποία θα εκδηλωνόταν ενδεχομένως ασπόνδυλη, θεωρώ ότι το ποίημα του κ. Αναγνώστου, με τη στέρεη και πολλαπλή θεωρητική του βάση και με τη “subject position” του οδηγεί σε άλλους συσχετισμούς, είναι ευκρινές και η στόχευση του συγκεκριμένη.
Ενδεικτικά παραθέτω:
(«Ποτέ δεν προσέλαβε μαύρους για σερβιτόρους ο Μάκης»
θα σκεφτώ μόνο χρόνια αργότερα).
“Ίσως προλάβω και τη Margie
που τώρα τελευταία
έχει ανάγκη τις υπερωρίες της…”
“(Τι κάνουν οι Ελληνοαμερικανοί διανοούμενοι
για την εργατιά της ξενιτιάς;)
– Hey gorgeous!
Η Joyce αλατίζει τα ορεκτικά
Μισοκλείνοντας τα μάτια[…]”
Επίσης παραθέτω ένα δεύτερο ποίημα του, τον “Αντίλογο”
«Ανάθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!»
(Τραγούδι της Χενιτιάς)
Η σιωπή της παρουσίας της
Σκιάστηκε στην εξουσία
που
σε άλλη γλώσσα
–τελικά–
αυτήν την ίδια
–την έλεγαν Φανή–
εκτόπισε.
Στην σιωπή ενός δισταγμού εκεί
Μεταξύ–ας πούμε–του υ και του m
Κατέκτησε τους όρους για να πει
«ο αχρείος αυτός πουmuted me».
(Χωρίς να φανεί ότι τραύλλισε η Φανή,
σύμμαχο βλέπετε είχε την οργή.)
Στο αγκαζέ της νέας γλώσσας
Στρίγγλισε η κιμωλία στη γραφή
Empowerement, όπως λένε, η φωνή
Tρικλοποδιά, you see, στην εξορία της.
Κατάφερε,
με άλλα λόγια δηλαδή,
να βγάλει γλώσσα
επιτέλους, να φανεί
σαν άνθρωπος κι αυτή
σε άλλη γλώσσα η Φανή
___
Ο πρώτος στίχος ενοχλεί κάπως, όπως και στο πρώτο ποίημα τα “καλαμαράκια και οι ρετσίνες” μα μετά δυναμώνει.
Με αφορμή τέλος το ζήτημα του subject position παραθέτω:
In Foucault’s theory a subject is created within a certain discourse. One of Foucault’s main concerns is the relationship between knowledge and power. According to him, it is not a subject itself who produces knowledge, but the discursive formation of which the subject is only one part. Foucault’s definition of subject position highlights the productive nature of disciplinary power – how it names and categorizes people into hierarchies (of normalcy, health, morality, etc.).
Foucault includes the subject in his theory in two meanings: First, one cannot communicate outside discourse meaningfully and therefore one is subject of discourse. This means that one is somehow determined by discourse, its meanings, power and regulations. Secondly, the viewer or reader becomes subject to the discourse if he/she puts him-/herself at the position from which discourse makes most sense. This processes of becoming subject of or to discourse is called subjectivization.
http://wikieducator.org/Cultural_Studies_Terms/Subject_Position_and_Subjectivization
Κύριε Μίχο, προσυπογράφω με χέρια και με πόδια…
😉
As Parmigianino did it, the right hand
Bigger than the head, thrust at the viewer
And swerving easily away, as though to protect
What it advertises. A few leaded panes, old beams,
Fur, pleated muslin, a coral ring run together
In a movement supporting the face, which swims
Toward and away like the hand
Except that it is in repose. It is what is
Sequestered. Vasari says, “Francesco one day set himself
To take his own portrait, looking at himself from that purpose
In a convex mirror, such as is used by barbers . . .
He accordingly caused a ball of wood to be made
By a turner, and having divided it in half and
Brought it to the size of the mirror, he set himself
With great art to copy all that he saw in the glass,”
Chiefly his reflection, of which the portrait
Is the reflection, of which the portrait
Is the reflection once removed.
The glass chose to reflect only what he saw
Which was enough for his purpose: his image
Glazed, embalmed, projected at a 180-degree angle.
The time of day or the density of the light
Adhering to the face keeps it
Lively and intact in a recurring wave
Of arrival. The soul establishes itself.
But how far can it swim out through the eyes
And still return safely to its nest? The surface
Of the mirror being convex, the distance increases
Significantly; that is, enough to make the point
That the soul is a captive, treated humanely, kept
In suspension, unable to advance much farther
Than your look as it intercepts the picture.
Pope Clement and his court were “stupefied”
By it, according to Vasari, and promised a commission
That never materialized. The soul has to stay where it is,
Even though restless, hearing raindrops at the pane,
The sighing of autumn leaves thrashed by the wind,
Longing to be free, outside, but it must stay
Posing in this place. It must move
As little as possible. This is what the portrait says.
But there is in that gaze a combination
Of tenderness, amusement and regret, so powerful
In its restraint that one cannot look for long.
The secret is too plain. The pity of it smarts,
Makes hot tears spurt: that the soul is not a soul,
Has no secret, is small, and it fits
Its hollow perfectly: its room, our moment of attention.
That is the tune but there are no words.
The words are only speculation
(From the Latin speculum, mirror):
They seek and cannot find the meaning of the music.
We see only postures of the dream,
Riders of the motion that swings the face
Into view under evening skies, with no
False disarray as proof of authenticity.
But it is life englobed.
One would like to stick one’s hand
Out of the globe, but its dimension,
What carries it, will not allow it.
No doubt it is this, not the reflex
To hide something, which makes the hand loom large
As it retreats slightly. There is no way
To build it flat like a section of wall:
It must join the segment of a circle,
Roving back to the body of which it seems
So unlikely a part, to fence in and shore up the face
On which the effort of this condition reads
Like a pinpoint of a smile, a spark
Or star one is not sure of having seen
As darkness resumes. A perverse light whose
Imperative of subtlety dooms in advance its
Conceit to light up: unimportant but meant.
Francesco, your hand is big enough
To wreck the sphere, and too big,
One would think, to weave delicate meshes
That only argue its further detention.
(Big, but not coarse, merely on another scale,
Like a dozing whale on the sea bottom
In relation to the tiny, self-important ship
On the surface.) But your eyes proclaim
That everything is surface. The surface is what’s there
And nothing can exist except what’s there.
There are no recesses in the room, only alcoves,
And the window doesn’t matter much, or that
Sliver of window or mirror on the right, even
As a gauge of the weather, which in French is
Le temps, the word for time, and which
Follows a course wherein changes are merely
Features of the whole. The whole is stable within
Instability, a globe like ours, resting
On a pedestal of vacuum, a ping-pong ball
Secure on its jet of water.
And just as there are no words for the surface, that is,
No words to say what it really is, that it is not
Superficial but a visible core, then there is
No way out of the problem of pathos vs. experience.
You will stay on, restive, serene in
Your gesture which is neither embrace nor warning
But which holds something of both in pure
Affirmation that doesn’t affirm anything.
The balloon pops, the attention
Turns dully away. Clouds
In the puddle stir up into sawtoothed fragments.
I think of the friends
Who came to see me, of what yesterday
Was like. A peculiar slant
Of memory that intrudes on the dreaming model
In the silence of the studio as he considers
Lifting the pencil to the self-portrait.
How many people came and stayed a certain time,
Uttered light or dark speech that became part of you
Like light behind windblown fog and sand,
Filtered and influenced by it, until no part
Remains that is surely you. Those voices in the dusk
Have told you all and still the tale goes on
In the form of memories deposited in irregular
Clumps of crystals. Whose curved hand controls,
Francesco, the turning seasons and the thoughts
That peel off and fly away at breathless speeds
Like the last stubborn leaves ripped
From wet branches? I see in this only the chaos
Of your round mirror which organizes everything
Around the polestar of your eyes which are empty,
Know nothing, dream but reveal nothing.
I feel the carousel starting slowly
And going faster and faster: desk, papers, books,
Photographs of friends, the window and the trees
Merging in one neutral band that surrounds
Me on all sides, everywhere I look.
And I cannot explain the action of leveling,
Why it should all boil down to one
Uniform substance, a magma of interiors.
My guide in these matters is your self,
Firm, oblique, accepting everything with the same
Wraith of a smile, and as time speeds up so that it is soon
Much later, I can know only the straight way out,
The distance between us. Long ago
The strewn evidence meant something,
The small accidents and pleasures
Of the day as it moved gracelessly on,
A housewife doing chores. Impossible now
To restore those properties in the silver blur that is
The record of what you accomplished by sitting down
“With great art to copy all that you saw in the glass”
So as to perfect and rule out the extraneous
Forever. In the circle of your intentions certain spars
Remain that perpetuate the enchantment of self with self:
Eyebeams, muslin, coral. It doesn’t matter
Because these are things as they are today
Before one’s shadow ever grew
Out of the field into thoughts of tomorrow.
Tomorrow is easy, but today is uncharted,
Desolate, reluctant as any landscape
To yield what are laws of perspective
After all only to the painter’s deep
Mistrust, a weak instrument though
Necessary. Of course some things
Are possible, it knows, but it doesn’t know
Which ones. Some day we will try
To do as many things as are possible
And perhaps we shall succeed at a handful
Of them, but this will not have anything
To do with what is promised today, our
Landscape sweeping out from us to disappear
On the horizon. Today enough of a cover burnishes
To keep the supposition of promises together
In one piece of surface, letting one ramble
Back home from them so that these
Even stronger possibilities can remain
Whole without being tested. Actually
The skin of the bubble-chamber’s as tough as
Reptile eggs; everything gets “programmed” there
In due course: more keeps getting included
Without adding to the sum, and just as one
Gets accustomed to a noise that
Kept one awake but now no longer does,
So the room contains this flow like an hourglass
Without varying in climate or quality
(Except perhaps to brighten bleakly and almost
Invisibly, in a focus sharpening toward death–more
Of this later). What should be the vacuum of a dream
Becomes continually replete as the source of dreams
Is being tapped so that this one dream
May wax, flourish like a cabbage rose,
Defying sumptuary laws, leaving us
To awake and try to begin living in what
Has now become a slum. Sydney Freedberg in his
Parmigianino says of it: “Realism in this portrait
No longer produces and objective truth, but a bizarria . . . .
However its distortion does not create
A feeling of disharmony . . . . The forms retain
A strong measure of ideal beauty,” because
Fed by our dreams, so inconsequential until one day
We notice the hole they left. Now their importance
If not their meaning is plain. They were to nourish
A dream which includes them all, as they are
Finally reversed in the accumulating mirror.
They seemed strange because we couldn’t actually see them.
And we realize this only at a point where they lapse
Like a wave breaking on a rock, giving up
Its shape in a gesture which expresses that shape.
The forms retain a strong measure of ideal beauty
As they forage in secret on our idea of distortion.
Why be unhappy with this arrangement, since
Dreams prolong us as they are absorbed?
Something like living occurs, a movement
Out of the dream into its codification.
As I start to forget it
It presents its stereotype again
But it is an unfamiliar stereotype, the face
Riding at anchor, issued from hazards, soon
To accost others, “rather angel than man” (Vasari).
Perhaps an angel looks like everything
We have forgotten, I mean forgotten
Things that don’t seem familiar when
We meet them again, lost beyond telling,
Which were ours once. This would be the point
Of invading the privacy of this man who
“Dabbled in alchemy, but whose wish
Here was not to examine the subtleties of art
In a detached, scientific spirit: he wished through them
To impart the sense of novelty and amazement to the spectator”
(Freedberg). Later portraits such as the Uffizi
“Gentleman,” the Borghese “Young Prelate” and
The Naples “Antea” issue from Mannerist
Tensions, but here, as Freedberg points out,
The surprise, the tension are in the concept
Rather than its realization.
The consonance of the High Renaissance
Is present, though distorted by the mirror.
What is novel is the extreme care in rendering
The velleities of the rounded reflecting surface
(It is the first mirror portrait),
So that you could be fooled for a moment
Before you realize the reflection
Isn’t yours. You feel then like one of those
Hoffmann characters who have been deprived
Of a reflection, except that the whole of me
Is seen to be supplanted by the strict
Otherness of the painter in his
Other room. We have surprised him
At work, but no, he has surprised us
As he works. The picture is almost finished,
The surprise almost over, as when one looks out,
Startled by a snowfall which even now is
Ending in specks and sparkles of snow.
It happened while you were inside, asleep,
And there is no reason why you should have
Been awake for it, except that the day
Is ending and it will be hard for you
To get to sleep tonight, at least until late.
The shadow of the city injects its own
Urgency: Rome where Francesco
Was at work during the Sack: his inventions
Amazed the soldiers who burst in on him;
They decided to spare his life, but he left soon after;
Vienna where the painting is today, where
I saw it with Pierre in the summer of 1959; New York
Where I am now, which is a logarithm
Of other cities. Our landscape
Is alive with filiations, shuttlings;
Business is carried on by look, gesture,
Hearsay. It is another life to the city,
The backing of the looking glass of the
Unidentified but precisely sketched studio. It wants
To siphon off the life of the studio, deflate
Its mapped space to enactments, island it.
That operation has been temporarily stalled
But something new is on the way, a new preciosity
In the wind. Can you stand it,
Francesco? Are you strong enough for it?
This wind brings what it knows not, is
Self–propelled, blind, has no notion
Of itself. It is inertia that once
Acknowledged saps all activity, secret or public:
Whispers of the word that can’t be understood
But can be felt, a chill, a blight
Moving outward along the capes and peninsulas
Of your nervures and so to the archipelagoes
And to the bathed, aired secrecy of the open sea.
This is its negative side. Its positive side is
Making you notice life and the stresses
That only seemed to go away, but now,
As this new mode questions, are seen to be
Hastening out of style. If they are to become classics
They must decide which side they are on.
Their reticence has undermined
The urban scenery, made its ambiguities
Look willful and tired, the games of an old man.
What we need now is this unlikely
Challenger pounding on the gates of an amazed
Castle. Your argument, Francesco,
Had begun to grow stale as no answer
Or answers were forthcoming. If it dissolves now
Into dust, that only means its time had come
Some time ago, but look now, and listen:
It may be that another life is stocked there
In recesses no one knew of; that it,
Not we, are the change; that we are in fact it
If we could get back to it, relive some of the way
It looked, turn our faces to the globe as it sets
And still be coming out all right:
Nerves normal, breath normal. Since it is a metaphor
Made to include us, we are a part of it and
Can live in it as in fact we have done,
Only leaving our minds bare for questioning
We now see will not take place at random
But in an orderly way that means to menace
Nobody–the normal way things are done,
Like the concentric growing up of days
Around a life: correctly, if you think about it.
A breeze like the turning of a page
Brings back your face: the moment
Takes such a big bite out of the haze
Of pleasant intuition it comes after.
The locking into place is “death itself,”
As Berg said of a phrase in Mahler’s Ninth;
Or, to quote Imogen in Cymbeline, “There cannot
Be a pinch in death more sharp than this,” for,
Though only exercise or tactic, it carries
The momentum of a conviction that had been building.
Mere forgetfulness cannot remove it
Nor wishing bring it back, as long as it remains
The white precipitate of its dream
In the climate of sighs flung across our world,
A cloth over a birdcage. But it is certain that
What is beautiful seems so only in relation to a specific
Life, experienced or not, channeled into some form
Steeped in the nostalgia of a collective past.
The light sinks today with an enthusiasm
I have known elsewhere, and known why
It seemed meaningful, that others felt this way
Years ago. I go on consulting
This mirror that is no longer mine
For as much brisk vacancy as is to be
My portion this time. And the vase is always full
Because there is only just so much room
And it accommodates everything. The sample
One sees is not to be taken as
Merely that, but as everything as it
May be imagined outside time–not as a gesture
But as all, in the refined, assimilable state.
But what is this universe the porch of
As it veers in and out, back and forth,
Refusing to surround us and still the only
Thing we can see? Love once
Tipped the scales but now is shadowed, invisible,
Though mysteriously present, around somewhere.
But we know it cannot be sandwiched
Between two adjacent moments, that its windings
Lead nowhere except to further tributaries
And that these empty themselves into a vague
Sense of something that can never be known
Even though it seems likely that each of us
Knows what it is and is capable of
Communicating it to the other. But the look
Some wear as a sign makes one want to
Push forward ignoring the apparent
NaÏveté of the attempt, not caring
That no one is listening, since the light
Has been lit once and for all in their eyes
And is present, unimpaired, a permanent anomaly,
Awake and silent. On the surface of it
There seems no special reason why that light
Should be focused by love, or why
The city falling with its beautiful suburbs
Into space always less clear, less defined,
Should read as the support of its progress,
The easel upon which the drama unfolded
To its own satisfaction and to the end
Of our dreaming, as we had never imagined
It would end, in worn daylight with the painted
Promise showing through as a gage, a bond.
This nondescript, never-to-be defined daytime is
The secret of where it takes place
And we can no longer return to the various
Conflicting statements gathered, lapses of memory
Of the principal witnesses. All we know
Is that we are a little early, that
Today has that special, lapidary
Todayness that the sunlight reproduces
Faithfully in casting twig-shadows on blithe
Sidewalks. No previous day would have been like this.
I used to think they were all alike,
That the present always looked the same to everybody
But this confusion drains away as one
Is always cresting into one’s present.
Yet the “poetic,” straw-colored space
Of the long corridor that leads back to the painting,
Its darkening opposite–is this
Some figment of “art,” not to be imagined
As real, let alone special? Hasn’t it too its lair
In the present we are always escaping from
And falling back into, as the waterwheel of days
Pursues its uneventful, even serene course?
I think it is trying to say it is today
And we must get out of it even as the public
Is pushing through the museum now so as to
Be out by closing time. You can’t live there.
The gray glaze of the past attacks all know-how:
Secrets of wash and finish that took a lifetime
To learn and are reduced to the status of
Black-and-white illustrations in a book where colorplates
Are rare. That is, all time
Reduces to no special time. No one
Alludes to the change; to do so might
Involve calling attention to oneself
Which would augment the dread of not getting out
Before having seen the whole collection
(Except for the sculptures in the basement:
They are where they belong).
Our time gets to be veiled, compromised
By the portrait’s will to endure. It hints at
Our own, which we were hoping to keep hidden.
We don’t need paintings or
Doggerel written by mature poets when
The explosion is so precise, so fine.
Is there any point even in acknowledging
The existence of all that? Does it
Exist? Certainly the leisure to
Indulge stately pastimes doesn’t,
Any more. Today has no margins, the event arrives
Flush with its edges, is of the same substance,
Indistinguishable. “Play” is something else;
It exists, in a society specifically
Organized as a demonstration of itself.
There is no other way, and those assholes
Who would confuse everything with their mirror games
Which seem to multiply stakes and possibilities, or
At least confuse issues by means of an investing
Aura that would corrode the architecture
Of the whole in a haze of suppressed mockery,
Are beside the point. They are out of the game,
Which doesn’t exist until they are out of it.
It seems like a very hostile universe
But as the principle of each individual thing is
Hostile to, exists at the expense of all the others
As philosophers have often pointed out, at least
This thing, the mute, undivided present,
Has the justification of logic, which
In this instance isn’t a bad thing
Or wouldn’t be, if the way of telling
Didn’t somehow intrude, twisting the end result
Into a caricature of itself. This always
Happens, as in the game where
A whispered phrase passed around the room
Ends up as something completely different.
It is the principle that makes works of art so unlike
What the artist intended. Often he finds
He has omitted the thing he started out to say
In the first place. Seduced by flowers,
Explicit pleasures, he blames himself (though
Secretly satisfied with the result), imagining
He had a say in the matter and exercised
An option of which he was hardly conscious,
Unaware that necessity circumvents such resolutions.
So as to create something new
For itself, that there is no other way,
That the history of creation proceeds according to
Stringent laws, and that things
Do get done in this way, but never the things
We set out to accomplish and wanted so desperately
To see come into being. Parmigianino
Must have realized this as he worked at his
Life-obstructing task. One is forced to read
The perfectly plausible accomplishment of a purpose
Into the smooth, perhaps even bland (but so
Enigmatic) finish. Is there anything
To be serious about beyond this otherness
That gets included in the most ordinary
Forms of daily activity, changing everything
Slightly and profoundly, and tearing the matter
Of creation, any creation, not just artistic creation
Out of our hands, to install it on some monstrous, near
Peak, too close to ignore, too far
For one to intervene? This otherness, this
“Not-being-us” is all there is to look at
In the mirror, though no one can say
How it came to be this way. A ship
Flying unknown colors has entered the harbor.
You are allowing extraneous matters
To break up your day, cloud the focus
Of the crystal ball. Its scene drifts away
Like vapor scattered on the wind. The fertile
Thought-associations that until now came
So easily, appear no more, or rarely. Their
Colorings are less intense, washed out
By autumn rains and winds, spoiled, muddied,
Given back to you because they are worthless.
Yet we are such creatures of habit that their
Implications are still around en permanence, confusing
Issues. To be serious only about sex
Is perhaps one way, but the sands are hissing
As they approach the beginning of the big slide
Into what happened. This past
Is now here: the painter’s
Reflected face, in which we linger, receiving
Dreams and inspirations on an unassigned
Frequency, but the hues have turned metallic,
The curves and edges are not so rich. Each person
Has one big theory to explain the universe
But it doesn’t tell the whole story
And in the end it is what is outside him
That matters, to him and especially to us
Who have been given no help whatever
In decoding our own man-size quotient and must rely
On second-hand knowledge. Yet I know
That no one else’s taste is going to be
Any help, and might as well be ignored.
Once it seemed so perfect–gloss on the fine
Freckled skin, lips moistened as though about to part
Releasing speech, and the familiar look
Of clothes and furniture that one forgets.
This could have been our paradise: exotic
Refuge within an exhausted world, but that wasn’t
In the cards, because it couldn’t have been
The point. Aping naturalness may be the first step
Toward achieving an inner calm
But it is the first step only, and often
Remains a frozen gesture of welcome etched
On the air materializing behind it,
A convention. And we have really
No time for these, except to use them
For kindling. The sooner they are burnt up
The better for the roles we have to play.
Therefore I beseech you, withdraw that hand,
Offer it no longer as shield or greeting,
The shield of a greeting, Francesco:
There is room for one bullet in the chamber:
Our looking through the wrong end
Of the telescope as you fall back at a speed
Faster than that of light to flatten ultimately
Among the features of the room, an invitation
Never mailed, the “it was all a dream”
Syndrome, though the “all” tells tersely
Enough how it wasn’t. Its existence
Was real, though troubled, and the ache
Of this waking dream can never drown out
The diagram still sketched on the wind,
Chosen, meant for me and materialized
In the disguising radiance of my room.
We have seen the city; it is the gibbous
Mirrored eye of an insect. All things happen
On its balcony and are resumed within,
But the action is the cold, syrupy flow
Of a pageant. One feels too confined,
Sifting the April sunlight for clues,
In the mere stillness of the ease of its
Parameter. The hand holds no chalk
And each part of the whole falls off
And cannot know it knew, except
Here and there, in cold pockets
Of remembrance, whispers out of time.
John Ashbery
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Μίχο, αν και μάλλον είναι αρκετά πομπώδες…
“the soul is not a soul,
Has no secret, is small, and it fits
Its hollow perfectly” μας λέει ορθά ο κ. Πατιός μέσω J. Ashbery.
Συμφωνώ με τον κ. Μίχο βεβαίως και θα προσθέσω το στίχο “σκιά πάνω στη σκιά/ θα γίνεις πίνακας του Μάλεβιτς”.
Τα “κομπάνιον” των εγγλέζικων πανεπιστημίων μπορούν να αφομοιωθούν μερικώς και να δοκιμαστούν και να λειτουργήσουν και στα εδώ. Θεωρώ ότι η συζήτηση “make it new” και “make it strange” σκάβει, αποκαλύπτει και δείχνει “σωστά”. Από εκεί, πλάγια, έρχεται και ο κ. Αναγνώστου.
Τέλος, σκέφτομαι το σχόλιο του κ. Παπαθανασίου, “Ο ρόλος της γλώσσας ως λειτουργίας ερήμην της συνειδητής πρόθεσης του συγραφέα έχει επισημανθεί ακόμα κι απ’ τον Νίτσε και τον Χάιντεγγερ (για να μην αναφέρουμε τους ύστερους, Λεβι Στρως, Λακαν, Μπαρτ, Ντεριντά κλπ.), εξού και η γλωσσολογική στροφή […]” και τον φαντάζομαι να βάζει τους νέους ποιητές που τον γυρεύουν, να περπάτανε πρώτα πέρα δώθε και μετά να τους λέει: “μιλήστε τώρα παρακαλώ, μιλήστε”.
Παρακολουθώντας τις απαντήσεις
και ανταπαντήσεις των αγαπητών
και εγκρίτων φίλων του Ποιείν
αντιλαμβάνεσαι κάτι που δεν είχες
την τύχη να διδαχθείς , μια και δεν
είχες την αξιοσύνη να καθίσεις
σε πανεπιστημιακά έδρανα .
Το πως τελικά ο λόγος μετουσιώνεται
μετ-αλλάσεται σε επιστήμη , την οποία
εάν δεν γνωρίζεις , καλλίτερο είναι
η σιωπή !
…πρός εμπλουτισμό αναφορικά με την αντιπαράθεση που εχει αναδειχθεί , ως πρός τις μοντερνιστικές και μετα-μοντερνιστικές τάσεις, ενα σχετικό λίνκ για οποιον θέλει
μιλά ο jean francois Lyotard
http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/808/1/Jean+Francois+Lyotard.pdf
Σ’ ευχαριστούμε, κίσσα!
Από το κείμενο του Λυοτάρ εξάγω το συμπέρασμα ότι ο μεταμοντερνισμός δεν είναι ούτε κριτική θεωρία, ούτε φιλοσοφικό ρεύμα, ούτε καλλιτεχνικό κίνημα. Με το να μην είναι τίποτα από τα παραπάνω, δεν μπορεί να “πεθάνει εν τη γενέσει του”, ούτε, προφανώς, να γεννηθεί ή να πεθάνει στα πλαίσια μιας τυπικής οντογενετικής διαδικασίας. Η “μηχανική”, κατά Λυοτάρ, σημασία της λέξης “μεταμοντερνισμός” (ως η κατάσταση γένεσης του μοντερνισμού) μου είναι αρκετή – δεν θα ακολουθήσω τον φιλόσοφο στη διερεύνηση των αποχρώσεων της σχέσης μεταξύ αναπαραστάσιμου και νοητού.
Ως συνθήκη γένεσης του μοντέρνου, το μεταμοντέρνο συμμετέχει στη σύλληψη και την κυοφορία του. Και εκεί που το μοντέρνο έρχεται στον κόσμο (εκκοσμικεύεται) και καθιερώνεται στα πλαίσια της εποχής και της κουλτούρας που το υποδέχεται, το μεταμοντέρνο έρχεται ξανά, μόλις ωριμάσει η μήτρα του μοντέρνου, να συμμετάσχει στη σύλληψη και την κυοφορία του επόμενου μοντέρνου. Επάνω σε αυτήν, την ομολογουμένως χονδροειδή, περιγραφή (τουλάχιστον όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι), βασίζεται η εξέλιξη τόσο στην τέχνη όσο και στη θεωρία της. Γιατί αν ο καλλιτέχνης επιδιώκει να υπερβεί το μοντέρνο, ως καθιερωμένο, θέτοντας ερωτήματα και παραβιάζοντας τους κανόνες, έτσι και ο κριτικός (πιστεύω) αναθεωρεί τους κανόνες και την προοπτική υπό την οποία κρίνει τα αντικείμενα τέχνης – άλλοτε με αφορμή έργα τέχνης που επιβάλλουν νέα θέαση, άλλοτε εκφράζοντας φιλοσοφικά ερωτήματα και ανησυχίες δικές του ή της εποχής του. Συχνά οι δυο ρόλοι, του καλλιτέχνη και του θεωρητικού, συμπλέκονται, με ατυχές αποτέλεσμα τη σύγχυση του κοινού, το οποίο βλέπει καχύποπτα τον καλλιτέχνη που προσπαθεί να εξηγήσει θεωρητικά τη δημιουργία του, ειδικά όταν το κοινό είτε παίρνει το ρόλο του κριτικού, χωρίς να διαθέτει τη σχετική θεωρητική σκευή, είτε επιχειρεί να αναγάγει το έργο σε ό,τι ήδη γνωρίζει ή πιστεύει.
Έτσι, ο κύριος Χατζάκης απορρίπτει το ποίημα του κυρίου Αναγνώστου στο όνομα ενός αφορισμού του κυρίου Βαγενά, ο κύριος Πατιός δαιμονοποιεί το μεταμοντέρνο για να μπορεί στη συνέχεια να το ξορκίσει, και ο κύριος Αναγνώστου ξεκοιλιάζει το ποίημά του μπροστά στα μάτια των καχύποπτων περαστικών, για να τους δείξει ότι κι αυτό, όπως όλα τα ποιήματα και οι θεωρίες, είναι απλώς λόγια, λόγια, λόγια…
Γεώργιε Μιχε
Ξέρω κάποιους που θα χαρούν
με αυτή σου την αγγελία.
Εμένα με θλίβει ,
Ουσιαστικά το μπέρδεμα ξεκινά με την “κειμενική” θεωρία των μετα-στρουκτουραλιστών (Ντελέζ, Φουκώ κλπ.)κ των αποδομιστών (Ντεριντα, Χάρολντ Μπλουμ κλπ), ότι δηλ. μια πραγματικότητα υπάρχει μόνο μέσω της γραφής. Το ακραίο αυτής της τάσης οδηγεί στην υπερβολή, σ’ ένα είδος σολιψισμού. Αυτό όμως διαφέρει απ’ την ανεξαρτησία της τέχνης που κύρηξε ο ρώσικος φορμαλισμός στο όνομα της τεχνικής.
Ας θεωρήσουμε τη μετα-μοντερνιστική φάση
ως την τελευταία φάση του μοντερνισμού με την ανακύκληση των ειδών. Για μένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ζαν Εσενόζ, ένας συγγραφέας που ξεχωρίζω. Το ότι κινείται άνετα σε παλαιότερα είδη (π.χ. βιογραφία στον Ραβέλ, αστυνομικό νουάρ στο Ψηλές Ξανθιές κλπ) εισάγοντας στοιχεία από το ένα στο άλλο, ούτε του αφαιρεί από το απαράμιλλο στυλ του, ούτε από το νόημα των έργων του.
Μιας και δεν έχω άμεση πρόσβαση στο διαδίκτυο θα μετάσχω εκπρόθεσμα στη συζήτηση. Όσον αφορά το ποίημα του Σεφέρη που παραβάλατε κε. Μίχο, να θέσω ένα ερώτημα: Τι σχέση έχει με την προς-ποίηση (που αναγνωρίζει πλέον και ο ίδιος ο συγγραφέας), πέρα από το γεγονός ότι το ουίσκι και το τζιν από τη μια πλευρά και η ρετσίνα από την άλλη, ανήκουν στα οινοπνευματώδη ποτά; Εκείνο που λείπει από τους στίχους του κου Αναγνώστου είναι το στοιχείο της συγκίνησης, στοιχείο έκδηλο στο ποίημα του Σεφέρη. Και μιας και αναφερθήκατε στο Σεφέρη να σας θυμίσω τη δική του φιλοσοφία για την ποίηση: …Η βασική αρχή της ποιητικής θεωρίας του Σεφέρη είναι ότι η ποίηση είναι μια γλώσσα της συγκίνησης. Η ποίηση είναι “η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας” (Βαγενάς, Ο Ποιητής και ο Χορευτής, Κέδρος, 1996).
Όσον αφορά τη θέση υποκειμένου και τα όσα καταγγέλλει η γραφή του κου Αναγνώστου, είχα επισημάνει ήδη πως το θεματικό υλικό είναι ενδιαφέρον, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ποιητική. Όσο γιʼ αυτούς που αναγνωρίζουν την παιδεία του βλέμματος (που δεν έχει φτάσει ακόμα στην Ελλάδα) στην εξιστόρηση μιας παραγγελιοληψίας ρετσίνας, γαρίδων και μυδιών (συμφωνώ με τον κο. Αναγνώστου πως αυτά τα σύμβολα υποδηλώνουν την ταυτότητα του αφηγητή στην ξενιτιά, αλλά η εκφορά και ανάδειξη αυτής της καταγγελίας δεν παραπέμπει σε ποίηση, παρά σε ένα προσχέδιο σπουδής λόγου με εθνολογικές προεκτάσεις) ας συνεχίσουν να καρφώνουν τις πρόκες του υποκειμενισμού στο κατά παραγγελία φέρετρο της ποίησης. Μέγας εμπνευστής αυτής της ενορχηστρωμένης προσπάθειας εξόντωσης δεν είναι άλλος, από τον ίδιο τον μεταμοντερνισμό, ο οποίος αρχικά προσπάθησε, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να καταλήξει μια κακέκτυπη απομίμηση του μοντερνισμού.
Μιά άλλη άποψη, πάλι φοβάμαι με αγγλοσαξονικά γυαλιά….
http://plato.stanford.edu/entries/postmodernism/
Γιώργο, το κείμενο που παραθέτεις δεν συνιστά άποψη. Είναι εγκυκλοπαιδικό λήμμα – και ως τέτοιο, περιορίζεται σε μια αναδρομή στην ιστορία της φιλοσοφίας. Εάν με το “αγγλοσαξονικά γυαλιά” εννοείς την ψυχρή καταγραφή των εκατέρωθεν απόψεων, το δέχομαι. Εάν πάλι εννοείς το ειρωνικό χαμόγελο που συνοδεύει τη σιωπή των αγγλοσαξόνων απέναντι σε μια συζήτηση που θεωρούν ανόητη, και πάλι το δέχομαι. Αλλά αυτή η στάση, τόσο τυπικά αγγλοσαξονική (ομολογουμένως, με τα θετικά της) δεν έχει καμιά ουσιαστική συμβολή στο ζήτημα που εξετάζουμε με αφορμή αυτή την ανάρτηση. Και το ζήτημα δεν είναι ο ορισμός του μεταμοντέρνου και εάν το συγκεκριμένο ποίημα ή το κίνητρό του είναι μεταμοντέρνο, αλλά καταρχήν εάν δικαιούται να κατατίθεται ως ποίημα. (Επ’ αυτού, η συζήτηση μεταξύ των κυρίων Χατζάκη και Μίχου είναι ενδεικτική του χάσματος ανάμεσα στον υποκειμενισμό και στον “υποκειμενικό αντικειμενισμό”.)
Το ποίημα, αν είναι ποίημα, προσπαθεί περισσότερο να μεταφέρει και να εκφράσει μιαν ατμόσφαιρα, παρά να πει κάτι το διανοητικό και το στοχαστικό. Αφήνεται στον “ανερυθρίαστο” υποκειμενισμό του ψάχνοντας, κατα σύμπτωση, μια επαφή και μια συνεννόηση με τον τυχόντα υποκειμενισμό ενός αναγνώστη του.
Κάτι αισθάνθηκα απο την ατμόσφαιρά του. Κάτι λειτούργησε στην φαντασία μου. Και αυτό το κάτι θα ήταν, πιστεύω, κάτι πολύ περισσότερο αν είχα παρόμοια βιώματα με αυτά του κ. Αναγνώστου (ελληνοαμερικάνικα στέκια, ομογένεια κλπ.).
Τέλος, θα ήθελα να πιστεύω πως η μορφή του ποιήματος δεν υπαγορεύεται απο κάποιο “ρεύμα” ή απο κάποια νεόκοπη ή μεσόκοπη “σχολή ποίησης”, αλλά, μέσα απο τη γνώση της ποιήσης, ακολουθεί το δικό του ύφος (το ύφος και το πρόσωπο του δημιουργού του), ή τουλάχιστον, ακολουθώντας το, το αναζητεί.
Παναγιώτη μου έχω την αίσθηση πως πίσω από τις ‘μαρκίζες’ υπάρχει το απόλυτο ποιητικό κενό, σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμμένη ανάρτηση βέβαια…
Όσο για τους αγγλοσάξωνες, μέσα είσαι σε όλα όσα υποθέτεις…
Άντε να διαβάσουμε και κανά ποίημα της προκοπής… μοντέρνο ή μεταμοντέρνο…
“Η έκφραση του αληθινού συναισθήματος είναι πάντα κοινότοπη. Όσο πιο αληθινοί, τόσο πιο κοινότοποι είμαστε. Διότι χρειάζεται να το ψάξει κανείς για να μην είναι.
Αν, ωστόσο, το ον είναι πραγματικά απαίδευτο, ή αν το συναίσθημα είναι αρκετά δυνατό για να εξαλείψει μέχρι και την κοινοτοπία, μέχρι και την ανάμνηση αυτού που ταιριάζει χυδαία στην περίσταση, τότε το τυφλό τούτο ψηλάφισμα στη γλώσσα μπορεί να δώσει κ α τ α τ ύ χ η λόγια που θα ‘ναι όμορφα”
Paul Valery