Ο ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΣ ΥΠΝΟΣ
Καυγαδίζουμε σαν δάκρυα
Στην πλατεία του γέλιου,
(Μια δρασκελιά απ’ το άρωμα του αίματος).
Ριζώνουμε τις καρέκλες μας
Εκεί που το θέατρο της επαρχίας
συναντά τους χορηγούς του .
Σκάβουμε με τα νύχια ή τα δάχτυλα
-πια , η εντολή του νου μπερδεύει τα σταυροδρόμια των νεύρων-
Τον νιπτήρα που κοιμόμαστε;
Με υπότιτλους στα μάτια μας
Πέφτουν τα βλέφαρα .
ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ
Περιφρονώ το κόσμημα που μου πούλησες στα βιβλία
Και περιφέρομαι σαν κατσαρίδα του Κάφκα
Στο δωμάτιο των ματιών
Και σε ονόμασα πλάνη.
Πυρηνικοί αντιδραστήρες χαϊδεύουν τα χνώτα μου
Και ένας φακός μεγεθυντικός μου τραυλίζει
Το πείραμα των αιώνων.
Μην περιμένεις αύριο γιορτή
-στο είχα πει άλλωστε-
Οι ξανθές μέρες που κυλούσαν στην θάλασσα
Μετράνε τα δόντια και αθροίζουν την νιότη μου.
Μην περιμένεις αύριο γιορτή
-στο είχα πει άλλωστε-
Τρεμοσβήνουν σαν άστρα τα μάτια μου
Και τα χέρια μου καίνε σαν σφαίρα.
ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ
Το γέλιο σου αντηχεί
Σαν πριόνι στο δάσος .
Με χτύπησες στην πλάτη
μα πόνεσε η καρδιά μου
και έστειλε σήμα στα δάκρυα
να ζυγίσουν την θλίψη μου
Καίει η άμμος καίει η απόσταση
γυμνά πόδια περπατούν
στην αμμουδιά του κόσμου τούτου,
και μπαρκάρεις μ ένα καΐκι
σαν καναπέ διθέσιο
για να μας πείσεις πως γεννήθηκες από νερό και λάσπη
ΤΟ ΦΩΣ ΔΕΝ ΚΑΙΕΙ
Μέρες απλήρωτες
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου
Δείξαν τα δόντια τους
στο ασημένιο πεζοδρόμιο
ρίξαν φωτιά στις κάμερες που απεργούσαν
για να γεννήσει ο φόβος
μια νέα υποταγή.
Μέρες αγέλαστες
μάζεψαν απ τα σκουπίδια
την αξιοπρέπεια μας
την βούτηξαν σ’ ένα ποτήρι με αίμα
και έκαναν πρόποση στα σκυλιά των δρόμων.
(Μέρες πέτρινες
γυρίζουν ταινία την ζωή μας
-έντονοι διάλογοι
με δάκρυα στα μάτια
της τυφλής παρουσιάστριας-
δεσμεύουν την ελευθερία
στα καμαρίνια
ενός ιδεατού θεάτρου
που δεν παύει να είναι θέατρο).
Μέρες που ξύπνησαν
για να εξημερώσουν την ντροπή
και την ανατολή να ξεπαστρέψουν
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου.
Κι αυτή ούτε ένα σπασμένο δόντι
δεν κατάφερε να μας επιστρέψει.
Ο ΝΟΝΟΣ
Βαφτίζω τα καινούρια μου σιωπητήρια
Βαφτίζω το περιβόλι της κοιλιάς μου
Τα τελευταία φαγοπότια
Τις τελευταίες αμνησίες .
Βαφτίζω τις λέξεις μου στις χορδές των μαχαιριών,
Τους τοίχους στο πινέλο των φονιάδων .
Βαφτίζω τον ύπνο μου .
-Ληξιαρχεία των αιώνων κρατώ το αντικλείδι-
Βαφτίζω τις παλιές μου αγάπες .
Στις μυστικές κάμαρες πριν φωτιστεί
με την σκιά η ανάσα μου
βαφτίζω την ζωή μου.
Ο Ανδρέας Τσιάκος γεννήθηκε το 1979 στο Άργος
Έχει κυκλοφορήσει την ποιητική συλλογή:
«Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;»
Από τις εκδόσεις «ΧΑΡΑΜΑΔΑ» (2007)











“Με υπότιτλους στα μάτια μας
Πέφτουν τα βλέφαρα”.
Μακράν ο καλύτερος!
Η πέννα, εκτός από υπογραφές σε δάνεια, κάποιες φορές βάζει και σφραγίδες σε ζωές.
Ποιός είμαι ‘γώ που θα σου πω “μπράβο”.
Υποκλίνομαι.
Από νερό και χώμα! Λίγο νερό για να χτιστεί ο άνθρωπος και μετά πολύ για να ξεπλυθεί από τη λάσπη του.
Με πρώτο σκαλί αυτό το ποίημα, σε αναμονή για το υπόλοιπο του σπιτού!
Μπράβο Αντρέα! Μου αρέσει πολύ το στίγμα σου!
Πιο μεγάλη εντύπωση μου έκανε το “Φως δεν καιει”.
Εξαιρετική πένα!!!
Η ακροβασία της δικής μου περιέργειας
η απλή χαρά μιας γνωριμίας
μέχρι να δούμε πως θα εξελιχθεί
μέχρι να βρούμε που μπορεί να φθάσει
ο υποβασταζόμενος ενθουσιασμός !!!
Μου άρεσαν πάρα πολύ και εδώ, Ανδρέα.
Εύχομαι γρήγορα να βρεις το δρόμο σου μαζί με τις γραφές σου τις ιδιαίτερες.
Καλή επιτυχία και στη νέα συλλογή σου.
μ’ αρέσουν… 🙂
Yπάρχουν πολλές παρομοιώσεις στα ποίηματα που αποδυναμώνουν την εσωτερική συνοχή. Στα δύο τελευταία ποίηματα όπου λείπουν, το αποτέλεσμα λειτουργεί καλύτερα. Επίσης χρειάζεται προσοχή στην αλόγιστη χρήση της μεταφοράς. Έτσι η συγκινησιακή “σήμανση” της εναλλασσόμενης πορείας απ’ τον λόγο στην εμπειρία και τούμπαλιν θα μπορέσει να αναδείξει την όποια γνησιότητα χωρίς υπερβολές.
Καλή συνέχεια.
Όμορφα τα ποιήματα του κ. Τσιάκου, απο απλά υλικά, νερό και λάσπη.