ΜΙΛΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μίλτου Σαχτούρη )
Εκείνο τ’ απόγευμα, κατά το τέλος του Σεπτέμβρη, είχε βρέξει πολύ. Είχε βρέξει, και το κοκκινόχωμα του δρόμου είχε τη μυρουδιά του ζεστού ψωμιού.
Αυτή η οσμή μ’ έπνιγε καθώς κατέβαινα τ’ αυτοκίνητο για να μπω στο ξενοδοχείο. Ο γκρούμ με κοίταζε παράξενα και δίσταζε να πάρει τα μπαγάζια μου. « Τώρα που φεύγουν όλοι έρχετ’ αυτός ; » θα σκεφτόταν. Κι’ εγώ ερχόμουνα τέτοιον καιρό για να ξεκουραστώ απ’ το διάβασμα των πτυχιακών εξετάσεων.
Πέρασα το χώλλ χαιρετώντας πρώτα – πρώτα έναν καμπούρη πούσκυβε στην εφημερίδα του σα νάθελε να την καταβροχθίσει με το πιθηκίσιο στόμα του στο χαιρετισμό μου απάντησε βγάζοντας απ’ τη μύτη τα γυαλιά του … Ύστερα, γυρίζοντας δεξιά, χαιρέτησα μία κυρία αφοσιωμένη στο πλεχτό της, που δε με πρόσεξε πάντως με χαιρέτησε δίπλα το αδύνατο αγόρι, βγάζοντας τη γλώσσα του. Όταν έφτασα στη σκάλα, χαιρέτησα τον τελευταίο άνθρωπο του χώλλ, την κυρία με το λευκό μέτωπο ( έτσι την βάφτισα με την πρώτη ματιά )˙ αυτή μου απάντησε χαμογελώντας. Ήταν το πρώτο χαμόγελο που πήρα, κι’ η λευκότητα του μετώπου έλαμψε υπέροχα …
Το δωμάτιο που διάλεξα είχα θέα έξοχη. Σα βγεις στη βεράντα, φάτσα είναι ο απέραντος κάμπος με φόντο τα περήφανα μέτωπα των βουνών˙ δεξιά, σπίτια˙ αριστερά οργιάζει το πράσινο του πευκοδάσου.
Κείνο τ’ απόγευμα, τα μέτωπα των βουνών ήτανε γκρίζα˙ γκρίζα και χλωμά, γιατί σκέφτονταν το κακό που θα ρχόταν.
Και την πρώτη αυτή νύχτα δεν έκλεισα μάτι απ’ το κακό που σκέφτονταν τα μέτωπα των βουνών, δεν έκλεισα μάτι απ’ τους κεραυνούς, τις αστραπές και τη νεροποντή.
♣
Το πρωί ο καιρός δεν έφτιασε˙ έβρεχε και η οσμή απ’ τα πεύκα και το χώμα ήταν διάχυτη παντού. Η καμαριέρας μου είπε ότι όλοι – όλοι μείναμε τέσσεροι πελάτες. Σήμερα το πρωί έφυγε ο απόστρατος συνταγματάρχης της χωροφυλακής ( ο καμπούρης με το πιθηκίσιο στόμα ), και το αστείο είναι που φεύγοντας είπε στο αφεντικό, ότι θα καθόταν ακόμα « αν δεν τον χαιρετούσε τον χαιρετούσε χτες το βράδυ ο νεαρός » !
Λοιπόν, όπως είπαμε, μείναμε τέσσεροι : Η κ. Λουκίδου, το παιδάκι της ( είναι άρρωστο και όλο σκανταλιές κάνει ), η κ. Νέφη και ο κύριος ( εγώ ).
« Το καλοκαίρι έπρεπε να ρθω », λέει, « που το ξενοδοχείο είχε ζωή, χορεύαν κάθε Πέμπτη, κι’ ήταν να το χαίρεσαι. Τώρα σούρχεται να σκάσεις, κι’ αυτή σε μιά βδομάδα θα φύγει, θα πάει καμαριέρα στου κυρίου Β …, – αυτός που έχει το εργοστάσιο και κάνει κάρβουνα … που η γυναίκα του … »
Σταμάτησα τη φλυαρία της και κατέβηκα κάτου.
Στην ίδια θέση, σα χτες, η κυρία έπλεκε. Δίπλα της καθόταν το αδύνατο αγόρι, και στα μάτια του ζωγραφιζόταν η νέα αταξία που θα θύμωνε τη μητέρα του περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
Σε μιά γωνιά, το λευκό ,μέτωπο ήταν σκυμμένο σ’ ένα ξένο περιοδικό.
Άνοιξα κι’ εγώ μιά εφημερίδα κι’ έκανα πως διαβάζω. Σε κάποια στιγμή, μ’ άρπαξαν απ’ το κεφάλι και κακοποίησαν οικτρά την καλοφτιαγμένη χωρίστρα μου˙ πίσω μου το αδύνατο αγόρι γελούσε για το κατόρθωμά του με στριγγιές υστερικές.
– Τζων, Τζων ! φώναζε η κ. Λουκίδου κατακόκκινη. Βρωμόπαιδο, τι έκανες πάλι ; Να με συγχωρείτε, κύριε, είναι άρρωστο και δεν μπορώ να το δείρω.
– Έλα, πάμε πάλι να βάλουμε το θερμόμετρο …, είπε κι’ έφυγε σέρνοντας τον Τζων, που τώρα έκλαιγε απελπιστικά.
Σηκώθηκα κι’ εγώ, φεύγοντας σαν κάτι να μ’ ενοχλούσε πίσω μου. Γύρισα και είδα σε μιά γωνιά κάτι μάτια που με κοιτούσαν παράξενα, και το λευκό μέτωπο άστραφτε …
♣
Το απόγευμα τράβηξα για το πευκοδάσος. Η βροχή είχε σταματήσει, μα τα σύγνεφα κυνηγιόνταν αργά˙ ένα γκριζόμαυρο μάλιστα, σαν κοιλιά πελώριου ζωντανού, ήταν τόσο χολωμένο, πούλεγα πως θα σκάσει και θα με πνίξει στη νεροπλημμύρα του. Και το δάσος ! Το δάσος ήταν κάτι το αφάνταστο.
Πρώτα – πρώτα, ήταν η οσμή του φρέσκου ψωμιού και του πεύκου, έπειτα η σκοτεινιά, τα σύγνεφα, και μια χελώνα που σερνόταν πάνου στις μουσκεμένες πευκοβελόνες. Περπατούσα μες τη σκιά, γεμάτος έκσταση για την τόση ομορφιά, και τα πεύκα με δρόσιζαν με τα δάκρυα της χαράς τους.
Το δεύτερο βράδυ κοιμήθηκα˙ μα τα μεσάνυχτα με ξύπνησαν κάτι γελάκια στο διπλανό δωμάτιο, και μιά αντρίκια φωνή που κάτι μουρμούριζε.
Αυτό κράτησε καμιάν ώρα, κι’ έπειτα σώπασαν.
Περίεργο. Ήξερα το διπλανό δωμάτιο γι’ αδειανό. Μήπως ήρθαν νέοι χτες το βράδυ και δεν τους είδα ;
Το πρωί ρώτησα την καμαριέρα.
– Δίπλα κοιμάται τ’ αφεντικό, είπε, κι’ έχει « συνήθειο » να παραμιλάει.
– Μα εγώ άκουσα δύο φωνές. Μήπως είναι εγγαστρίμυθος ; ρώτησα
– Μπορεί νάναι κι’ αυτό που λέτε.
Κι’ έγινε παπαρούνα.
Αφού λύθηκε το πρόβλημα, κατέβηκα στο χώλλ.
Η κυρία Νέφη με χαιρέτησε πρόσχαρα.
– Ξέρετε, σήμερα ο Τζων έχει πάλι 38ο και η κυρία Λουκίδου είναι αναστατωμένη.
– Μπα, το καημένο ! είπα, κι’ από μέσα μου ήμουν ευχαριστημένος, γιατί αν ήταν καλά, ποιος ξέρει τι θα μου σκάρωνε πάλι.
Έφερνα βόλτες πάνου – κάτου ξακολουθόντας τη συζήτηση.
– Μα γιατί δεν κάθεστε ; ρώτησε.
– Κάνω και τίποτ’ άλλο εδώ και δυό μέρες ; έχω μουδιάσει απ’ το κάθισμα.
– Τότε πάμε στο δάσος, μου απάντησε
Καθώς ανεβαίναμε τον κόκκινο δρόμο, μου δόθηκε ευκαιρία να τη δω καλύτερα. Μέχρι τώρα ήξερα το λευκό μέτωπο˙ τώρα έβλεπα την κομψή σαν κοριτσίστικη τάγια και τα καλοφτιαγμένα πόδια.
Το δάσος σήμερα ήτανε ένα δάσος. Το χτεσινό μεγαλείο τόχε σβύσει το φως. Καθήσαμε κάτου από ένα παράξενο πεύκο, που ο κορμός του λύγιζε, τεράστιος σε πάχος, κι’ έφτιαχνε σχήμα αλόγου.
– Θα μείνετε ακόμη καιρό ; τη ρώτησα.
– Μέχρι νάρθει να με πάρει.
– Εγώ θάμενα για πάντα, αν δεν άλλαζαν οι εποχές και μπορούσα να ζώ καθημερινά το χτεσινό.
– Ποιο είναι το χτεσινό ; ρώτησε.
– Δεν εξηγιέται με λόγια, πρέπει να το δει κανείς.
Οι ώρες περνούσαν σα δευτερόλεπτα. Δίχως να το καταλάβουμε, ο ένας είχε γείρει πάνου στον άλλο … Σαν είδε ότι τα μάτια μας λέγαν πολλά, τα χέρια παίρναν ψυχή και μιλούσαν, μούδειξε μιά φωτογραφία :
– Ο άντρας μου, είπε. Σας αρέσει ; Είναι δικηγόρος.
Η αδέξια φράση χάλασε την ιερότητα της στιγμής˙ πραγματικά ο άντρας της φωτογραφίας ήταν ωραίος, η έκφρασή του μου ήταν πολύ γνωστή, μα δεν κατόρθωνα να συλλάβω την έννοια της …
Δε μιλούσαμε πια. Σε λίγο έβγαλα το ρολόϊ μου :
– Η ώρα είναι μιά και είκοσι. Θα τρώνε, είπα και σηκώθηκα.
Καθώς φεύγαμε, ένας σπίνος σα νάκλαιγε …
♣
Η επέμβαση της φωτογραφίας με λύπησε εξαιρετικά. Η πράξη ήταν όχι μόνο προσβολή για μένα, μα και έλλειψη τάκτ. Μιά και έιχα σκοπό να μου φερθεί έτσι, γιατί πρότεινε τον περίπατο του δάσους ; Γιατί έγειρε κοντά μου, και γιατί, πριν βγάλει τη φωτογραφία, τα μάτια μίλησαν ;
Το απόγευμα, όλο νεύρα, τράβηξα πάλι για το δάσος. Σήμερα δεν είχε σύννεφα, κι’ η δύση τόχε βάψει πορφυρό˙ το κόκκινο του δρόμου, το πορφυρό της δύσης και το πράσινο συνδυάζονταν υπέροχα.
Το κέφι μου έφτιασε. Τραγούδησα όλους τους σκοπούς μου, και σα σκοτείνιασε, πήρα το δρόμο του γυρισμού ξαλαφρωμένος.
Καθώς κατέβαινα τον κόκκινο δρόμο, είδα το ένα φως του εξώστη του ξενοδοχείου αναμμένο κι’ αποκάτου να κάθονται δυό άνθρωποι που δε διακρίνονταν ακόμη καθαρά.
Σαν πλησίασα ήταν αυτή κι’ ένας άντρας.
Περνώντας από μπροστά, δεν μπόρεσα να την αποφύγω˙ χαιρέτησα.
– Να σας συστήσω τον άντρα μου, είπε εκείνη.
– Χαίρω πολύ, πρόσθεσε η ψιλή φωνή, και τότε τον πρόσεξα καλύτερα.
Ήταν ένα παχύσαρκο σώμα που μόλις χωρούσε στην πολυθρόνα˙ μιά χοντρή χρυσή καδένα κρεμόταν στην αυθάδικη κοιλιά.
– Ήρθα να την πάρω για τη Λεύκη, ξανάπε η ψιλή φωνή. Ο καιρός κρύωσε πιά.
Καθώς μιλούσε, παρατήρησα το πελώριο κεφάλι με τα μισόκλειστα απ’ το πάχος μάτια, που κουνιόταν δεξιά κι’ αριστερά λες και τα νεύρα του λαιμού ήταν παράλυτα.
Το βλέμμα μου πήγε σ’ αυτήν˙ το μέτωπο πιά δεν έλαμπε.
Μείναμε μερικές στιγμές αμίλητοι, έπειτα η ψιλή φωνή ξανάρχισε :
– Δεν είναι ούτε έξω να καθόμαστε, έχει υγρασία. Πάμε καλύτερα στο σαλόνι.
Κούνησε δυό-τρείς φορές τους ώμους, σα να τούρθαν κρυάδες και σηκώθηκε βαριά.
– Εμένα να με συγχωρείτε, κι’ έφυγα χωρίς να περιμένω την καληνύχτα τους.
Το πρωί με ξύπνησε η καμαριέρα˙ σαν μπήκε στην κάμαρά μου, άρχισε κατά την συνήθειά της :
– Τι πάθατε κι’ αργήσατε τόσο να ξυπνήσετε ; Φταίει βέβαια ο καιρός, η σκοτεινιά, είνε δέκα η ώρα και είναι σαν ξημερώματα … Που να μάθετε τα νέα, ο άντρας της κ. Νέφης μας ξύπνησε νύχτα ακόμα, αποφάσισαν να φύγουν, είπε, βιαζόταν, και το κεφάλι του έλεγες ότι θα ξεκολλήσει απ’ το πήγαιν’ έλα … Αναστάτωσε όλο το ξενοδοχείο με τις φωνές του, και τι λέτε πως μούδωσε πουρμπουάρ ; Ένα τάληρο !… Ά ! ξέχασα, η κυρία μου είπε να σας δώσω αυτό το γράμμα.
Τ’ άνοιξα με τρεμάμενα χέρια : « Ο άντρας της φωτογραφίας ήταν αδερφός μου. Δεν πρόσεξες το μέτωπο ; » έγραφε.
Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο τα μέτωπα των βουνών φαντάζαν μαύρα … Ήταν φανερό, δε με ανέχονταν πιά. Κάτου ακουγόταν το νευρικό γέλιο του Τζων. Θα τούπεσε φαίνεται ο πυρετός. Το μεσημέρι έφυγα.
Θερμές ευχαριστίες στον Αντώνη Ψάλτη για την αποστολή του διηγήματος.











“τό’ριξα στο ποτάμι [το κεφάλι] μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος στους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή.”
Αυτό το κεφάλι τώρα λεει:
Συγχαρητήρια στο Ποιείν, στον κ. Αραβανή και στον κ. Ψάλτη για την ανάρτηση. Κύριοι Παστάκα και Αραβανή πραγματώνετε τις δυνατότητες του μέσου με το οποίο εμπλέκεστε. Δεν λεω να ησυχάσω ο νεκρός. Που και που θα σας παρακολουθώ.
Μίλτο, αν δεν ησυχάζεις νεκρός, τι να πούμε κι οι ζωντανοί…
ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΝΕΚΡΟ ΠΟΙΗΤΗ
Θα ακολουθήσω, μίλτατε Φίλτο, τις οδηγίες που υπάρχουν στο Στοιχειώδες Πρωτόκολλο Συνομιλιών με το Ανύπαρκτο, γι αυτό και δε θα σε ρωτήσω αν υπάρχουν λέσχες βιβλίου στο υπερπέραν. Ωστόσο, χρειάζεται η εξής υπενθύμιση: δε ρωτάμε ποτέ τους νεκρούς, γιατί δε θα μας απαντήσουν, επίσης δεν απαντάμε ποτέ σε νεκρούς, γιατί δε θα μας ακούσουν, και αν τύχει να δούμε νεκρό στο δρόμο μας, απευθυνόμαστε στο κοντινότερο ιατρείο. Όλα αυτά αποτελούν απαραίτητα μέτρα προστασίας, αν όχι για τους ζωντανούς, τουλάχιστον για την υστεροφημία των νεκρών, γιατί όπως φαίνεται η παράνοια των πρώτων έχει ξεπεράσει την ανυπαρξία των δεύτερων. Κι αυτό όχι τυχαία. Πάντα υπήρχε ένας αιώνιος ανταγωνισμός με τους νεκρούς, που ξεκινούσε από την αντιγραφή για να φτάσει στην αποθέωση ή την απόρριψη, αλλά τελευταία έχει παραγίνει το κακό. Φταίνε μάλλον όλες αυτές οι ανόητες ιστορίες με τα φαντάσματα και τα ζόμπι, και πολύ περισσότερο φταίει η αφέλεια όλων εκείνων που τολμούν να ταυτιστούν με τέτοιες καρικατούρες, σε σημείο μάλιστα που η ζωή τους να καταντά μια κακόγουστη πρόβα θανάτου. Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο που κι αυτή ακόμα η λέξη θάνατος έχει γίνει καραμέλα ολκής και κυκλοφορεί σε κάθε είδους συσκευασίες, για να τεκμηριώσει την ανεπάρκεια και να επιβεβαιώσει ένα μακάβριο κιτς που θέλει, σώνει και καλά, η έμπνευση ζωής και δημιουργίας να έχει ως αντίποδα την εσχατιά του επιθανάτιου ρόγχου. Από που κι ως που τέτοια αυθαιρεσία; Αλλά επειδή η παράνοια καθοδηγεί τον ανθρώπινο νου, όλα αυτά δεν επιδέχονται απαντήσεις, μόνο θεραπείες. Γι αυτό, μίλτατε Φίλτο, δεν απευθύνθηκα σε σένα. Οι όχθες εξάλλου συναντιούνται στη πηγή.
ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΖΩΝΤΑΝΟ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗ
ΟΡΥΧΕΙΟ
Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι
Για νεκρός έχεις πάντως πολύ ζωντανό χιούμορ. Φαίνεται ότι η μεταφυσική είναι το ύστατο καλαμπούρι.