Ι. Φορμόζη

Στην ταχεία των 19.40

Πάνε χρόνια που είχα να πάρω το τραίνο
Διαδρομές με το αυτοκίνητο
Το αεροπλάνο
Ένα ταξίδι δια θαλάσσης κι ακόμα ένα ακόμη μακρύτερο

Και να με ξάφνου σήμερα το απόβραδο μέσα σʼ αυτόν τον ήχο του σιδηροδρόμου που κάποτε μου ήτανε τόσο οικείος
Και να που μου φαίνεται πως σήμερα τον καταλαβαίνω καλύτερα απʼ ότι παλιά

Βαγκόν-ρεστοράν
Έξω δεν διακρίνεις τίποτα
Μαύρη είνʼ η νύχτα
Το τέταρτο της σελήνης δεν κινείται όσο κι αν το κοιτάζεις
Μόνο που πάει μια από τʼ αριστερά, μια από τα δεξιά του τραίνου

Η ταχεία πιάνει τα 110 την ώρα
Δεν βλέπω τίποτα
Αυτή η υπόκωφη στριγκιά για ήχο που κάνει τα τύμπανα μου να βουίζουν – το αριστερό σχεδόν πονάει – είναι το πέρασμα πάνω από κάποια τάφρο μπαζωμένη
Κι ύστερα ο καταρράκτης μιας μετάλλινης γέφυρας

Η παλλόμενη άρπα των φρένων το ράπισμα ενός σταθμού το διπλό κροσέ στο σαγόνι ενός οργίλου τούνελ
Όταν το τραίνο επιβραδύνει εξαιτίας των πλημμύρων ακούς έναν βορβορυγμό καταρράκτη και τα πυρωμένα πιστόνια των εκατοντάδων τόνων μέσα στη μέση ενός ορυμαγδού τζαμιών και φρένων

Η Χάβρη ασανσέρ ωτομπούσι
Ανοίγω τις περσίδες της κάμαρας της πανσιόν
Κρεμιέμαι στις μπάσσες του λιμανιού κι η εκτυφλωτική ψυχρή μαρμαρυγή μιας νύχτας μʼ αστέρια
Ένα θηλυκό κακαρίζει στις αποβάθρες σαν να του καθάριζαν αυγά
Μια αλυσίδα βήχει μουγκρίζει δουλεύει δίχως τέλος

Αποκοιμιέμαι με το παράθυρο ανοιχτό νʼ ακούω τους θορύβους
Όπως στην εξοχή τους ήχους του αγροκτήματος.

Ξύπνημα

Κοιμάμαι πάντα μʼ ανοιχτά τα παράθυρα
Κοιμήθηκα σαν ένας άνθρωπος μόνος
Οι σειρήνες του ατμού και του πεπιεσμένου αέρος δεν μʼ ενοχλήσαν ιδιαίτερα

Αυτό το πρωί κρεμιέμαι στο παράθυρο
Βλέπω
Τον ουρανό
Την θάλασσα
Τον ναύσταθμο απʼ τον οποίο έφυγα το ʼ11 για την Νέα Υόρκη
Το παράπηγμα των πηδαλιούχων
Και
Στα αριστερά
Τους καπνούς των καμινάδων τους γερανούς τα ηλεκτρικά τόξα στο ημίφως
Το πρώτο τραμ αγκομαχά μέσα στην παγωμένη αυγή
Εγώ ζεσταίνομαι πολύ
Αντίο Παρίσι
Ήλιε καλημέρα

Είσαι πιο όμορφη από τον ήλιο κι από τη θάλασσα

Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Παράτα τη γυναίκα σου παράτα το παιδί σου
Παράτα και το φίλο σου παράτα και τη φίλη σου
Παράτα και την ερωμένη σου παράτα και τον εραστή σου
Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις

Ο κόσμος είναι γεμάτος με νέγρους και νέγρισσες
Γυναίκες άντρες άντρες γυναίκες
Κοίτα τα καλά μαγαζιά
Τον κανάγια τον άντρα τη γυναίκα τον κανάγια
Όλες αυτές τις όμορφες πραμάτειες

Υπάρχει ο αέρας υπάρχει ο άνεμος
Τα βουνά το νερό η γη ο ουρανός
Τα παιδιά τα κτήνη
Τα φυτά και ο άνθρακας μες στη γη

Μάθε να πουλάς νʼ αγοράζεις να ξαναπουλάς
Πάρε-δώσε πάρε-δώσε
Όταν αγαπάς πρέπει να ξέρεις
Να τραγουδάς να τρέχεις να πίνεις να τρως
Να σφυρίζεις
Και να μάθεις πια να δουλεύεις

Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Μη δακρύζεις χαμογελώντας
Μη φωλιάζεις μέσα σε δυο βυζιά
Ανάσα βαθιά ξεκίνα φεύγα εμπρός

Παίρνω το μπάνιο μου και κοιτάω
Βλέπω το στόμα που ξέρω
Το χέρι τη γάμπα Αυτό το μάτι
Παίρνω το μπάνιο μου και κοιτάω

Ο κόσμος όλος παραμένει στη θέση του
Η ζωή γεμάτη με πράγματα που ξαφνιάζουν κι εκπλήσσουν
Βγαίνω απʼ το φαρμακείο
Κατεβαίνω την τράμπα
Ζυγίζω τα 80 κιλά μου
Σʼ αγαπώ

Γράμμα

Μου είπες αν μου γράψεις
Μην τα χτυπήσεις όλα στη γραφομηχανή
Πρόσθεσε μια γραμμή γραμμένη με το χέρι σου
Μια λέξη ένα τίποτα όχι σπουδαία πράγματα
Ναι ναι ναι ναι ναι ναι ναι ναι

Κι όμως η Remington μου είναι όμορφη
Την αγαπώ πολύ και δουλεύει καλά
Η γραφή μου είναι καθαρή και ξάστερη
Βλέπει κανείς με το πρώτο πως είμαι εγώ που δακτυλογράφησα

Υπάρχουν κενά που μόνο εγώ ξέρω να κάνω
Το μάτι διακρίνει αμέσως πως πρόκειται για δική μου σελίδα
Παρόλα αυτά για να σου κάνω την χάρη προσθέτω με μελάνι
Δυο τρεις λέξεις
Κι ένα μεγάλο λεκέ μελάνι
Ώστε να μην μπορείς να τις διαβάσεις

Φεγγαρόφωτο

Βουρλίζεσαι βουρλίζεσαι επάνω στο καράβι
Το φεγγάρι το φεγγάρι κάνει κύκλους στο νερό
Στον ουρανό τους κύκλους κάνει το κατάρτι
Και δείχνει όλα τʼ αστέρια με το δάχτυλο

Μια νεαρή Αργεντινή ακουμπά με τους αγκώνες της στη κουπαστή
Ονειρεύεται το Παρίσι ατενίζοντας τους φάρους που σχεδιάζουν τις ακτές της Γαλλίας
Ονειρεύεται το Παρίσι που ό,τι πρόλαβε να γνωρίσει και ήδη το αναπολεί
Αυτά τα φώτα που λικνίζονται ακίνητα διπλά χρωματισμένα απʼ τις εκλείψεις της θυμίζουν τα φώτα των μεγάλων Βουλεβάρτων που έβλεπε απʼ το παραθύρι της πανσιόν της και της υπόσχονταν μια γρήγορη επιστροφή
Ονειρεύεται να επιστρέψει στη Γαλλία σύντομα να κατοικήσει το Παρίσι
Ο βόμβος της γραφομηχανής μου την εμποδίζει να πάει τʼ όνειρο της μέχρι τέλους

Η ωραία γραφομηχανή μου που βροντά στο τέλος της κάθε γραμμής και είναι τόσο γρήγορη όσο ένα κομμάτι τζαζ
Η ωραία γραφομηχανή μου που μʼ εμποδίζει να ονειρεύομαι τόσο προς τη μεριά του πελάγους όσο και προς αυτή του μουράγιου
Και με υποχρεώνει νʼ ακολουθήσω μέχρι τέλους μιαν ιδέα
Τη δική μου ιδέα

Στη κουβέρτα του Φορμόζη

Ο ουρανός είναι μαύρος ξεσκισμένος σε μπάντες λεπρές
Το νερό είναι μαύρο
Τʼ αστέρια μεγαλώνουν ακόμα και λιώνουν σαν κλαίοντα κεριά
Να τι συμβαίνει στη κουβέρτα

Στη γέφυρα τέσσερις Ρώσοι ταχτοποιούνται μέσα σʼ ένα μπόγο από σκοινιά και το ρίχνουν στα χαρτιά στο αρρωστιάρικο φως ενός βενετσιάνικου φανού

Στη πλώρη οι Εβραίοι μειοψηφία όπως στον τόπο τους στην Πολωνία σιωπούν και παραχωρούν την θέση τους στους Ισπανούς που παίζουνε το μαντολίνο και τραγουδάνε και χορεύουνε την γιότα

Στο καμπούνι Πορτογάλοι μετανάστες παίρνουνε θέσεις για μια χωριάτικη ρόντα ένας νέγρος χτυπά δυο κοκάλινες καστανιέτες μακριές και τα ζευγάρια διασπούν τον κύκλο προχωράνε ξαναγυρνάνε χτυπούν τα τακούνια και μια στρίγκα θηλυκιά φωνή ανεβαίνει στον αέρα

Οι επιβάτες της πρώτης κοιτάνε με μάτι άπληστο τους πάντες και ζηλεύουν τούτα τα λαϊκά παιγνίδια

Στο σαλόνι μια ξιπασμένη Γερμανή παίζει βιολί με άπειρες τσιριμονιές και με άπειρες τσιριμονιές μια ακόμα περισσότερο ξιπασμένη Γαλλιδούλα τη συνοδεύει με το πιάνο

Στη γέφυρα πηγαινοέρχεται ένας μυστηριώδης Ρώσος αξιωματικός της φρουράς κάποιου αρχιδούκα που ταξιδεύει ινκόγκνιτο α λα Ντοστογιέβσκι και που τον βάφτισα Ντόμπρο-Βέτσερ μικρό θλιμμένο ανθρωπάκι το βράδυ να γυροφέρνει νευρικό με τα βερνικωμένα του σκαρπίνια τη βάσκικη του φορεσιά κι ένα τεράστιο καπέλο σαν αυτά που φόραγε ο γέρος μου στα 1895

Στο καπνιστήριο ένας νεαρός γιατρός που μοιάζει του Jules Romains και πάει στο Σουδάν παίζει ντόμινο μʼ έναν βέλγο οπλοποιό που θα κατεβεί στο Περναμπούκο έναν ολλανδό με το μέτωπο χωρισμένο σε δυο ημισφαίρια από μια βαθιά ουλή ο οποίος είναι διευθυντής του Mont-de-Piété στο Σαντιάγκο της Χιλής και μια νεαρή θεατρίνα απʼ την Ménilmontant σινάφι κούλικο χωμένο στην κομπίνα των αυτοκινήτων και που μου προσφέρει ένα ορυχείο μολύβδου στη Μπραζίλια και στο Μπακού μια πετρελαιοπηγή

Στο κάσσαρο ατσαλάκωτοι εμιγκρέδες γερμανοί τραγουδούν με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους αυστηρές ωδές και άσματα συναισθηματικά

Στη κόντρα-γέφυρα μιλάνε δυνατά φωνάζουν καβγαδίζουν σʼ όλες τις γλώσσες της ανατολικής Ευρώπης

Στο κουβούσι οι Μπορντελέζοι φουμαίρνουνε χασίς κι ο ασυρματιστής στο πόστο του τσακώνεται με το Σαντάντερ και το Μογκαντόρ

Γράμμα Ωκεανού

Το γράμμα ωκεανού δεν είναι ένα νέο ποιητικό είδος
Είναι μόνο ένα μήνυμα πρακτικό σε λογική τιμή και σίγουρα πιο συμφερτικό από τον ασύρματο
Το χρησιμοποιεί κανείς πολύ εν πλω προκειμένου να απαλλαχθεί από ένα σωρό δουλειές που δεν πρόλαβε να ρυθμίσει πριν την αναχώρηση του και για να δώσει τις τελευταίες οδηγίες
Είναι επίσης ένας συναισθηματικός αποκρισάτορας που έρχεται να σας πει μια καλημέρα εκ μέρους μου ανάμεσα σε δύο σκάλες τόσο απομακρυσμένες όσο το Leixões και το Ντακάρ τη στιγμή που με νομίζετε στη θάλασσα και που για τις κατοπινές μέρες δεν προσμένετε τα νέα μου
Θα τον χρησιμοποιήσω ακόμα μια φορά όσο θα διασχίζουμε το νότιο Ατλαντικό ανάμεσα στο Ντακάρ και το Ρίο ντε Τζάνερο για να μεταφέρει προς τα πίσω τα μηνύματα μου γιατί μόνο προς την κατεύθυνση αυτή μπορούν να πάνε
Το γράμμα ωκεανού δεν επινοήθηκε για να κάνει ποίηση κανείς
Όταν όμως ταξιδεύουμε όταν εμπορευόμαστε όταν είμαστε εν πλω όταν στέλνουμε γράμματα ωκεανού
Τότε κάνουμε ποίηση