Όταν θα κάνεις νούμερα
να κάθομαι στο αντικρινό τραπέζι
μπρος στο γλυκό σου κούνημα
μες στα βιολιά και στα μπουζούκια
που συνοδεύουν τη βραχνή φωνή σου
το μαγαζί θα τοʼ χω αγκαζέ
μονάχα εγώ θέλω νʼ ακούω
νταλγκαδιασμένος τα τραγούδια σου
και να γεμίζω ζάλη
…………………………………………………
Βιάζονται τα ποιήματα
να κάτσουν πάνω στο χαρτί
τόσο καιρό
καλά περνούσαν μες στο πνεύμα μου
τώρα θέλουν να δουν το αποτέλεσμα
θέλουν να μάθουν αν αξίζουν
…………………………………………………
Οδός Αθηνάς
-Όμορφη κοπέλα μη στέκεσαι έξω στα τσουβάλια έλα μέσα στα σφαχτάρια ,
της είπε μερακλωμένος
ο χασάπαρος
-Δεν μπαίνω στα βαθειά της αγοράς άδικα με περιμένεις
Σταματώ μπροστά στην είσοδο μονάχα για στραγάλια
και για ξηρούς καρπούς
με ζαλίζει το αίμα
με τρομάζει ο θάνατος
……………………………………………..
Αναστατώνεις τους άντρες
με την ομορφιά σου
με τα κουνήματα
και τη γυμνή σου μέση
κρυφά φουντωμένος
είμαι κι εγώ μαζί σου
κι ας παριστάνω τον αδιάφορο
φιλάρεσκη γιατί νευριάζεις ;
κι εγώ σε γουστάρω
κρυμμένος μες στη μοναξιά μου
……………………………………………..
Δωδεκάστιχο για μελιτζάνες
Μελιτζάνες και πατάτες
όλες τηγανιτές
σερβίρουν κάθε βράδυ στην ταβέρνα
Στη μακρινή Χιλή για τις πατάτες
ολόκληρη ωδή έγραψε ο Νερούντα
< όλο τις μάσαγε και τις γλεντούσε >
…όμως απόψε σώθηκαν νωρίς
και το τηγάνι βγάζει μόνο μελιτζάνες
καίγοντας λάδι από βουνό ελληνικό
Τις παραγγέλνω και τις αλατίζω
γεμάτες νοστιμιά τις δοκιμάζω
Γράφω και δωδεκάστιχο για χάρη τους
……………………………………………..
Μου λέγαν τα καμένα ξύλα :
μας μάζεψες χλωρά
και μέσα στη φωτιά μας έριξες
μαζί με τα δαδιά
κι έτσι γίναμε στάχτη
η υγρασία
δε μας γλίτωσε
……………………………………………..
Ιδρωμένος έρωτας
γεμάτος με την υγρασία
των φιλιών
και του κορμιού σου
μουσκεμένος έρωτας
με τους θερμούς χυμούς
που όλο μου φέρνεις
……………………………………………….
Στα μικρά μερμήγκια
που σεργιανούσαν στην κουζίνα
έριξε κατσαριδοκτόνο
και τα ξέκανε
-τι λύσσα
φώναζαν ξεψυχώντας
τόσο ακριβό δηλητήριο
μας έριξε η νοικοκυρά
για να φλομώσει
τα φτωχά κορμιά μας
έφτανε ένα φτηνό εντομοκτόνο
…………………………………………………
Θέλει μαλακό παλμό
ο έρωτας
πάνω στο τριζάτο κρεβάτι
τα κορμιά να κινούνται απαλά
να μην ενοχλούνται
οι ζηλιάρες του βίδες
…………………………………………… ….
οοοοοοοοοοοο
Άτσαλα τα τραβούν στην Ευελπίδων
τέτοια όμορφα κορίτσια
τις σέρνουν δύο δύο
τις πάνε για το δικαστή
σφιχτά βραχιόλια
άσπλαχνα
ήρθαν απʼ τη Ρωσία
για να χορτάσουν τους χαρμάνηδες
τώρα έχουν ερημώσει
μπαρ καφετέριες
και ξενοδοχεία
…………………………………………………
Παλιά ήμουν καράβι
κι όλο ταξίδευα
τώρα έγινα μουράγιο
πάνω μου δένουν
τα καράβια
……………………………………………….
Σου τʼ αντιγράφω
και τα φτιάχνω ματσάκι
ένα μπουκέτο ποιήματα
απʼ το περιβόλι μου
απʼ το τετράδιο μου
…………………………………………………
Από μακρινή θάλασσα
ήρθε κατεψυγμένο το χταπόδι
τώρα ζεστάθηκε λιγάκι
κομμένο σε πλοκάμια
λιάζεται κρεμασμένο στα σύρματα
της γραφικής ελληνικής ταβέρνας
…………………………………………………
Τσάντα μικρή κρατούσε
η όμορφη κοπέλα
εύκολα τη βούτηξε ο κλέφτης
τρέχοντας με τη μηχανή
πού να σηκώσει τη δικιά μου
γεμάτη τεφτέρια και βιβλία
…………………………………………………
-Δώσε μου τώρα τη ρόγα μου ,
της είπε ο χαρμάνης ,
τόσο πολύ κουράστηκα
για να σε φέρω στο πάρκο
-Πάρε λοιπόν τη ρώγα μου ,
απάντησε η ωραία Αντιγόνη,
αυτή είναι η αμοιβή σου
για την αγάπη που μου έχεις
Με χάδια και φιλιά
μεράκλωνε ο λεβέντης
ήρθε πια η ώρα να σμίξουν
και να γίνουν ένα
το όμικρον και το ωμέγα
……………………………………………….
Σαν τηλεφωνικός κατάλογος
τα περιεχόμενα
της μεγάλης ανθολογίας
Δίπλα στο Λειβαδίτη
κάθεται ο Λειβαδάς
Κοντά στο Ρίτσο
στήνεται ο Ριτσώνης
Με τέτοιο τρόπο
< στις τελευταίες σελίδες >
κάποιοι άγνωστοι σφαντάζουν
και κορδώνονται
δίπλα στους δοξασμένους
……………………………………………….
Άσπρα σπίτια αραγμένα
σαν καράβια
μέσα στην πρασινάδα
κοντά τους σαν ψαράκι
τριγυρνά η μοναξιά μου
Μέσα στα χρώματα της εξοχής
που έγινε πράσινη θάλασσα
προσπαθεί να βρει παρηγοριά
……………………………………………….
Χωρίς πυροσβεστήρα
πολεμά η μοναξιά μου
τη φλογερή σου ομορφιά
Με πλησιάζει το κορμί σου και η φωτιά
αρχίζει να φουντώνει
για χάρη σου
θα γίνουν κάρβουνο
τα διψασμένα μου δέντρα
……………………………………………….
Παρατημένο λεωφορείο
τώρα έγινες κοτέτσι
χωρίς ρόδες
χωρίς μηχανή
σκουριάζεις μέσα στα χωράφια
οι κότες δε θέλουν ταξίδια
κάνουν ήσυχα τʼ αυγά τους
πάνω στα παλιά καθίσματα
…………………………………………………
Ποιήματα μικρά
χρειάζομαι
για να χωρέσουν
μες στο τσεπάκι
της καρδιάς
…………………………………………………
Εσύ είσαι η βενζίνα
που γεμίζεις το ντεπόζιτο
της κούρσας μου
κι όλο βάζεις σε διαδρομές
τη μοναξιά μου
με απόγνωση
τρέχει στα ραντεβού
…………………………………………………
Μου φαίνονται λίγες οι λέξεις
σʼ αυτό το ποιηματάκι
μαζί με τα άρθρα
μονάχα 24
Και τι να πουν οι Γιαπωνέζοι
που γράφουν χαϊκού ;
…………………………………………………
Αναμμένο το τσιγάρο
έκαιγε δίπλα τους
μες στο σκοτάδι
,,,από το τασάκι έβγαινε καπνός
από τα κορμιά τους λάβρα…
Ξεκίνησαν απότομα τον έρωτα
και ξέχασαν να το καπνίσουν
< η κάφτρα έκαιγε μαζί τους >
Σε λίγο τέλειωσαν και σβήσαν τα κορμιά τους
< έσβησε κι η κάφτρα
κύλησε μονάχη της μέσα στη στάχτη >
…………………………………………………
Φεύγει ο έρωτας
και μένει μόνο
ο καημός
Φεύγουν τα πουλιά
και το δέντρο
ερημώνει
…………………………………………………
Προσπαθώ να σταματήσω το χρόνο
κι όλο απλώνω το χέρι
εύκολα μου ξεφεύγει
γλιστρά γρήγορα
σαν αέρας
ανάμεσα απʼ τα δάχτυλα μου
…………………………………………………
Άτυχε τζίτζικα
σε κατάπιε το πουλί
ολόκληρος τραγουδιστής
και χώρεσες μέσα
στο μικρό του στομάχι
…………………………………………………
Σπιτάκι κίτρινο
σαν καναρίνι
κι απʼ τα ανοιχτά παράθυρά του
ξεχύνονται ρεμπέτικα τραγούδια
…………………………………………………
Αδιάφορα μοντέλα
καθισμένα σε πολυθρόνες
κοιτούν τη γριά καθαρίστρια
που γυαλίζει κουρασμένη τη βιτρίνα
ακίνητες και λυγερές
οι ωραίες πλαστικές κούκλες
κάνουν φιγούρα στους διαβάτες
με ταʼ ακριβά τους φορέματα
-σηκωθείτε γόησσες
βάλτε κι εσείς ένα χεράκι
Μόνο για την ομορφιά τους νοιάζονται
που φέρνει λεφτά στους μαγαζάτορες
…………………………………………………
HOTEL ETOILE
Στα κρεβάτια του
πριν 40 χρόνια
καιγόμουν ολόκληρος
μαζί με το κορμί της
όμως απόψε
πήρε φωτιά στʼ αλήθεια
το παλιό ξενοδοχείο
ΦΩΤΙΑ στο Εtoile
καίγεται η 3ης Σεπτεμβρίου
έρχονται πυροσβέστες
να σώσουν το ερωτικό μνημείο
……………………………………………….
Δε χώρεσε το αίσθημα
μέσα στο μικρό χαϊκού
Δεν μπόρεσα να συμπυκνώσω
σε λίγες λέξεις
όλη τη μοναξιά μου
Χρειάστηκε να γράψω εξάστιχο
…………………………………………………
Πώς περπατούν τα ποδαράκια μου
τώρα που έγιναν καλά
Τόσους μήνες πόναγαν
άλατα , χτυπήματα
χαλασμένες αρθρώσεις
όμως τώρα αμολήθηκαν
σε ανηφόρες
και σε κατηφόρες
…………………………………………………
…………………………………………………











αντί για μάσκα αλήθειας, είδαμε μια κλειδαρότρυπα πραγματικότητας.
Φιλαράκι
σε λέξη-θάλασσες με ταξιδεύεις
σε νόημα- το-πέλαγα με αρμενίζεις
χωρίς Ε.Τ.Α. ( Estimate Time of Arrival ).
Πάμε για το επόμενο Πόρτο !!!
Δεν μπορώ να πω πως σύμφωνο με βρίσκει η άποψη του φίλου Μάριου του πιο απο πάνω μου σχολίου.
Η έννοια του¨”καταλαβαίνω τι γράφω “στην ποίηση, επιδέχεται και επιφέρει πολλή συζήτηση.
Σίγουρα θα πρέπει να υπάρχει ένα ήδη αναγνωρίσιμο ως απόλυτα ιδιωτικό αυτοκίνητο για να ξεκινήσει το ταξίδι.Οι χειρισμοί όμως που θα του κάνεις,το είδος της διαδρομής που θα επιλέξεις ή και αυτοί ακόμη οι σταματημένοι σηματοδότες που θα αναζητήσεις ίσως κάποια στιγμή να βρεις μπροστά σου προκειμένου να ξεκουράσεις τη φόρα σου ,δεν αποτελούν ενέργειες που σίγουρος είσαι πως εκ των προτέρων τις έχεις καταλάβει.
Ο Πωλ Βαλερύ έλεγε πως “υπάρχει κάτι μέσα σου που ισοδυναμεί με ότι σε ξεπερνά”
Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου επίσης καθώς λέει ο ίδιος όταν γράφει τους στίχους του πολλές φορές έχει αναρωτηθεί αν είναι στα καλά του και εαν υπάρχει ίχνος νοήματος σε αυτό που έχει γράψει.Θέλω να πω καταλήγοντας ότι εφόσον μπαίνεις μέσα σε μια υπερβατική του εαυτού σου διαδικασία ,η έννοια του “ξέρω τι λέω” είναι μια πολύ επισφαλής διαπίστωση για να μπορούμε γενικόλογα να την λέμε.
Ζητώντας συγνώμη για την παραπάνω εκτός θέματος αναφορά μου ,έρχομαι τώρα στο
συ-ζητούμενο που είναι ασφαλώς η ποίηση του κυρίου Ριτσώνη.
Αποκόμισα μια αίσθηση γλυκάδας και καθαρότητας καθώς την διάβαζα.Η πλουραλιστικότητα της θεματολογίας καθώς και ο σύντομος και καίριος τρόπος που στέκεται ο ποιητής πάνω της κάνουν τα μικρά αυτά ποίηματα να μοιάζουν με ξαφνικές “ριπές” διαπιστώσεων που όλες μαζί θα μπορούσαν άνετα να συμπεριεληφθούν στο βιβλίο με τις άχρηστες πληροφορίες μιας άσκοπης μέρας κάποιου που “τυχαία” τις βρήκε.
Και ως γνωστόν κάτι τέτοια βιβλία καθώς λένε κι οι μάγκες, πρέπει να είσαι και λίγο μούτρο για να βρίσκεις κάθε φορά τωρινά τι να λένε..
χωρολατρη, αν δεν ξερεις τι να πεις, καλυτερα μην το πεις. Δεν εχει να κανει μονο με την ποιηση, ειναι ορισμος της ζωης, μην ξεχνωντας το αυτονοητο.
Σαν αναγνώστης θέλω να αποκομίζω κάτι απο ένα ποίημα είτε εικόνες είτε νοήματα ή και τα δυο μαζί.Στα ποιήματα του κ.Ριτσώνη βρήκα κι απ τα δυο.Τώρα (επειδή την άποψη του χωρολάτρη την έχω ακούσει κι από άλλους) το να διαβάζεις ένα ποίημα που κανείς ούτε αυτός που το γραψε ούτε αυτός που το διαβάζει καταλαβαίνει κάτι ή τουλάχιστον παίρνει όμορφες εικόνες όπως συμβαίνει στα τραγούδια του Παπακωνσταντίνου (στη σχέση την δικιά μου μαζί τους για να μη παρεξηγηθώ) τι νόημα έχει;
συνεπής ερωτικός ο κύριος Ριτσώνης, αισθηματίας γλυκός…έχουμε ταξιδέψει μαζί του όμαρφα…
Το κορίτσι του επάνω πατώματος
παίζει πιάνο τ΄απογεύματα
μας χωρίζει μονάχα το ταβάνι κι ακούγοντάς την
ξεχνώ εκείνα τα βαριά λαϊκά μοτίβα, γρήγορα
αποκοιμιέμαι στις γλυκές της μουσικές, τριγύρω της
αρχίζουν και διαγράφονται προοπτικές,
μπολιάζονται μαζί της οι ελπίδες μου
Τίποτε λάθη που και που στις νότες
-είναι μικρό κορίτσι δεκατέσσερω χρονώ,
γι΄αυτό δεν έμαθε ακόμη το σολφέζ καλά-
δεν έχουν σημασία μπρος στα ξανθά μαλλιά της
Τί κρίμα όμως που έρχεται το βράδυ
και το μικρό κορίτσι σταματά το παίξιμο
κι αρχίζει τότε να μην έχει πια για μένα
ξανθά μαλλιά και η μουσική του πιάνου,
τότε ξυπνούν κάτι παραπονετικοί σκοποί,
μελαγχολούν κάτι παλιοί καημοί μου
(από την “ΑΓΚΑΛΙΑ”)
H carmen ώς φαν των οπτικών παιχνιδιών παραθέτει και το εξής του Ριτσώνη:
Ένα σμήνος ολόκληρο τελείες
δεν καταφέρνει μήνες τώρα
να βάλει τέλος
στη σιωπή που μ’ έχει πιάσει
Ένα χωράφι γεμάτο ερωτηματικά
;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;???????????????
??????????????? ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;???????????????
με ρωτάει κάθε μέρα με αγωνία
«πότε θα ξαναγράψεις ποιήματα?;»
Μα τα σημεία στίξεως που ταιριάζουν
πιο πολύ
στη σιωπή μου και στην τεμπελιά
είναι οι ξαπλωμένες παύλες
– – – –
– – – –
– – – –
– – – –
– – – –
Όμορφα τραγούδια/ποιήματα, όμορφη και η ζωγραφιά σας και “Οι φίλοι” το περιόδικό σας κύριε Ριτσώνη.
“Άσπρα σπίτια αραγμένα
σαν καράβια
μέσα στην πρασινάδα
κοντά τους σαν ψαράκι
τριγυρνά η μοναξιά μου
Μέσα στα χρώματα της εξοχής
που έγινε πράσινη θάλασσα
προσπαθεί να βρει παρηγοριά”
To ξεχωρίζω προσωπικά γιατί με βοηθάει να καταλάβω και μια άλλη πτυχή της ζωγραφικής του Ριτσώνη, εκεί ιδίως που τριγυρνά σαν ψαράκι η μοναξία. Εξαιρετικό “zoom out” και κίνηση τρεμάμενη. Εύγε!
Λεει ο ποιητής Ριτσώνης:
Δίπλα στο Λειβαδίτη
κάθεται ο Λειβαδάς
Κοντά στο Ρίτσο
στήνεται ο Ριτσώνης
Ο Λειβαδάς δεν το συζητάμε άνετα κάθεται δίπλα και πάνω και βάλε, ενώ ο Ριτσώνης στήνεται και σκέφτομαι πως ενώ στη ζωγραφική του δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα, ρέουν όλα τόσο φυσικά, προέχει ενδεικτικά το καλοσυνάτο και παιδικό της ψυχής του που έχει έγνοια τον άλλον και ποθεί τόσο τη συνεύρεση και τη συνάντηση, στην ποίηση του φορές αφήνει την αίσθηση πως προσπαθεί να γίνει αποδεκτός από τους μάγκες και τα αλάνια μέχρι τους “ποιητάδες”. Ίσως κάνω λάθος. Ένα podcast θα βοηθούσε.
Επίσης θα μπορούσες να μας “ρίξεις” και περισσότερους πίνακες ανάμεσα στα ποιήματα μόρτη Ριτσώνη. Καληνύχτα και μπαρντόν. Θα διαβάσω τους “λεπρούς” σου πάλι της Σπιναλόγκας και θα πέσω για ύπνο.
καλή η διαύγεια… όμως δεν πρέπει να μπλεκονται
τα ποιήματα μαζί με τα τραγούδια και με τα
ζωγραφίσματα…
το πολύ πολύ ποιήματα μαζί με πεζά…όπως έλεγε και ο Mαξ Ζακόμπ ο χορός
πρέπει να μείνει απέξω…δηλαδή οι ποιητές χορευτές
οι ποιητές ζωγράφοι και τραγουδομανείς κάνουν
αμάρτημα;…πιο σωστό λοιπόν ποίηματα μονάχα…
σκέτα…μακριά από τραγούδια…πιρουέτες…καβαλέτα…
μουσικά όργανα…ποιήματα μικρα χαικού που τα
θυμάσαι απέξω και χωράνε στην τζέπη…Αυτό που επιτρέπεται και επιβάλεται με λύσσα είναι η
επικοινωνία η δημοκρατική μεταξύ των ποιητών με
το ταχυδρομείο και με το ιντερνέτ…
Άμεση ποίηση, ανθρώπινη, ζεστή
Με αφορμή το δείγμα που αναδημοσίευσε ο Σώτος στο φατσομπούκι:
Για μια ρώγα από Αντιγόνη
καίγονταν οχτώ λιγούρια
λαχταρούσαν, τα καψούρια
τσίρι-τίρι-τσιριτρό
τσιριτρί, τσιριτρό….
@11
Δεν ξέρω ποιός μπορεί να κάθεται ή να στήνεται δίπλα σε ποιόν, ξέρω όμως ποιός διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού όπως λένε.
“Ο Λειβαδάς δεν το συζητάμε άνετα κάθεται δίπλα και πάνω και βάλε…” (Σ.Σ !!!????!!??!!!???)
Κι ούτε το συζητάτε κάν! Προσέξτε όμως, μην τον βάζετε να κάτσει πολύ ψηλά γιατί αν πέσει…
Ύστερα αυτοί οι “ποιητάδες” (έτσι σε εισαγωγικά) ποιοί είναι; Ο Λειβαδίτης κι ο Ρίτσος;
Η ενασχόληση κάποιου με την ποίηση έχει είτε μια είτε δυο πλευρές. Αυτή του αναγνώστη (που προηγείται και είναι υποχρεωτική) και οφείλει να είναι κατ’ αρχήν ανοικτός σε όλα και σε αυτήν του δημιουργού (αν το θέλει και στο βαθμό που του το επιτρέπει η ποιητική του φλέβα) ο οποίος επιλέγει κάθε φορά τον τρόπο που θα εκφραστεί ή μάλλον θα εκφράσει το άρρητο προϊόν των αισθήσεων και που θέλει να φτιάξει σε ποίημα. Το να ασκούμε κριτική (άσχετη με το μου άρεσε ή δε μου άρεσε) στο ποίημα που διαβάσαμε με βάση τον τρόπο που εκφραζόμαστε ή θα θέλαμε να εκφραζόμαστε μας εγκλωβίζει. Κατά την άποψή μου το μόνο θέμα στο οποίο μπορεί να υπάρξει ουσιαστική κριτική (αναφέρομαι γενικά στην ποίηση και όχι στην ανάρτηση) που δεν αρκείται σε πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού είναι αν, το ποίημα, πετυχαίνει μέσα από είτε μια απλή ολιγόλεξη πρόταση είτε από ένα πολύπλοκο και δουλεμένο πόνημα να αφήσει χώρο στον αναγνώστη να υπονοήσει πράγματα.
@περιηγητή: Ο Ρίτσος είναι πολύ σημαντικός ποιητής και τον Λειβαδίτη τον εκτιμώ και τον σέβομαι. Τα εισαγωγικά τα παρανοήσατε (ταιριάζουν στο κλίμα του Ριτσώνη), υποθέτοντας πως χάσατε ενδεχομένως το στόχο του σχόλιου μου.
Πολύ εύστοχο το σχόλιο σου κ.Πρίμπα.Να συμπληρώσω πως και η ιεράρχηση ποιητών σε σχολιασμό μιας ανάρτησης είναι προσβλητική (ο ένας κάτω ο άλλος πάνω ο άλλος τους καβαλάει και τους δυο κ.λ.π.) εμένα τουλάχιστον με ξενίζει.Εχω την εντύπωση αν κατάλαβα σωστά το ποίημα του κ.Ριτσώνη ότι δεν είναι αυτού του πνεύματος…άλλο θέλει να πει ο ποιητής 🙂
Αγαπητέ sfen, το ποίημα του Ριτσώνη έχει ως εξής:
“Σαν τηλεφωνικός κατάλογος
τα περιεχόμενα
της μεγάλης ανθολογίας
Δίπλα στο Λειβαδίτη
κάθεται ο Λειβαδάς
Κοντά στο Ρίτσο
στήνεται ο Ριτσώνης
Με τέτοιο τρόπο
στις τελευταίες σελίδες
κάποιοι άγνωστοι σφαντάζουν
και κορδώνονται
δίπλα στους δοξασμένους”
Το ποίημα ανοιχτό σε ερμηνείες. Πανέξυπνος ο Ριτσώνης.
H ιεράρχηση -του ίδιου του ποιητή- έχει ως εξής:
Δίπλα κάθεται
Κοντά στήνεται
κάποιοι κορδώνονται
Αγαπητέ Βαλεντίνο “δίπλα” και “κοντά” εμένα μου δείχνει την εικόνα παρέας και οι κάποιοι “άλλοι” που κορδώνονται είναι οι “δήθεν” (χωρίς ονόματα) που προσπαθούν να προσκοληθούν στη παρέα των “δοξασμένων” χωρίς να το αξίζουν.Έτσι το έχω αντιληφθεί κι αν είναι έτσι τότε δεν υπάρχει πουθενά ιεραρχία…Ας μας πει ο κ.Ριτσώνης μπορεί να κάνω εγω λάθος
πρέπει οι ποιητές να είναι φίλοι μεταξύ τους
και να γίνει μια μεγάλη
ανθολογια
να τους χωρέσει όλους…
η ελληνική ποίηση είναι μεγάλος μπαξές…
ας βρεθεί τωρα με το ιντερνετ
ενας φιλοστοργος και φιλόπονος
μπαξεβάνης
και όλοι θα ευχαριστηθουν και θα τους
περάσει ο νταλγκάς…
Το θέμα της κανονικοποίησης της λογοτεχνίας δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα μια και οι μηχανισμοί της είναι πολύτροποι και πολύπλοκοι. Μπαίνουν μέσα διάφοροι παράγοντες, απο εκδότες, αναγνώστες, το γούστο της εποχής, ανθολόγους, πανεπιστήμια, σχολεία και όπως σ’όλα και μπαίνουν και τα οικονομικά συμφέροντα. Γιατί πχ. δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα για την λογοτεχνική παραγωγή της Τανζανίας;
Αυτό που είπε ο Γιώργος Πρίμπας στο σχ. 17, είναι σημαντικότατο: όσο πιό ανοιχτό μένει το ποίημα για πολλές και διάφορες αναγνώσεις, τόσο περισσότερο θα τραβήξει το ενδιαφέρον και στο μέλλον, παίρνει διαχρονική αξία κι έτσι βρίσκει ευκολότερα το δρόμο να μπεί σε μια ανθολογία.
Θα το εχω όμως υπ’όψιν μου το ποίημα με τον Ρίτσο-Ριτσώνη, γιατί το χειμώνα έχω θέμα σε σεμινάριο σχετικό με τον λογοτεχνικό κανόνα.
Κύριε Ριτσώνη, μια και σας βρίσκω εδώ, θα μπορούσατε να με βοηθήσετε στην έρευνά μου για την οπτική ποίηση; Έχω βρεί στη “βραχνή φωνή” κάποια οπτικά, υπάρχουν μήπως και σε άλλη συλλογή; Δεν βρίσκομαι στην Αθήνα για να πώ πως θα ξεφυλλίσω όλες τις συλλογές, οπότε…
Τα ευχαριστώ εκ των προτέρων 🙂
Κάρμεν ευχαριστως να σου χαρισω τα βιβλια μου
με οπτικα καλιγκραμ ταμπελες κλπ
αυτο που ειδες ειναι του 1971 εχω πολλα τετοια διασκεδαστικα
kostasritsonis1@yahoo.gr
εχω γραψει και το KARMEN TWO
ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ που δεν ηταν τσιγγανα
Κώστα, είσαι πάντοτε αυθεντικά ο εαυτός σου! Στα τραγούδια, τη ζωγραφική, τα σχόλιά σου… 🙂
Υ.Γ. Συγχώρα με που παρέλειψα να αναφερθώ στην ποιητική σου, αλλά – διαβάζοντάς την – στα αυτιά μου ήχησε το μουρμουρητό των τραγουδιών σου και παρασύρθηκα από αυτό.
σ’ευχαριστώ Ειρήνη μου που γράφεις τόσο σπουδαία ποιήματα και πρέπει να τα εμφανίζεις πιο συχνά και
να μην τα κρύβεις… κι η φωνή σου γλυκεια και
λαγγεμένη…
κε Ριτσώνη σας ευχαριστώ πολύ – μόλις σας έστειλα mail.
To KARMEN TWO δεν το έχω διαβάσει, ανυπομονώ… είναι άραγε επηρεασμένο από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου (που λέει για μια κοπέλα που δεν είναι τσιγγάνα);
οχι κυρία Κάρμεν…μιλά για μια κοπέλα του
λιμανιού που παραστράτησε…τον Πάλαμα
τον διάβαζα το καλοκαίρι… σπουδαία τα ποιήματα
του για τη λιμνοθάλασσα…για το παλιό σπίτι…
τα τετράστιχα του…πρέπει να τον μελετάμε…
Φίλε Ριτσώνη, ο συνονόματος σου Κωστής Παλαμάς είχε πει:
«Άλλο η φιλοσοφική γνώση κι άλλο η φιλοσοφική συγκίνηση. Ο σοφός σέρνεται από την πρώτη. Ο ποιητής συχνά δέρνεται από τη δεύτερη».
Το ζητούμενο ίσως να είναι να «σέρνεται» κανείς κι από την πρώτη, αλλά να «δέρνεται» κι απ’ τη δεύτερη.
φίλε Πέτρο…κι ο Παλαμάς παρόλο που έγινε άγαλμα
πρέπει να είχε περάσει βάσανα …κι αυτόν τον είχε δείρει η μοίρα…ομως έμεινε στη μεγάλη ιδέα και δεν έγραψε για τους πρόσφυγες
που τους φέραν κουρέλια στην Ελλάδα
Τα βάσανα αλατίζουν τους στίχους των ποιητών όμως δε φτάνουν…πρέπει να είναι και λιγάκι φιλόσοφοι…
πχ ο ΠΟΕ ο ΜΠΩΝΤΛΕΡ ο ΑΠΟΛΙΝΕΡ ο ΡΕΜΠΩ ήταν σούπερ βασανισμένα παιδιά μα και σπουδαιοι φιλόσοφοι…και γενικά μακριά από βάσανα κι απο καλούς στίχους…
Κώστα αυτό για ‘σένα
Χάρου διάλογοι
Στον Κώστα Ριτσώνη
Αθήνα 15/8/10
Μ’ ένα καφέ βαρύ γλυκό
και δυό τζουργιές τσιγάρο
διάλογο ξεκίνησα
μάγκες μου με τον χάρο .
Τον κάλεσα τον ασικλή
για μια παρτίδα τάβλι
και στο τζου-μποξ του έβαλα
του Πάνα το σουραύλι .
Να μάθω τα τερτίπια του
να τον τρικλοποδίσω
μπας καταφέρω ο άμοιρος
δυό , τρεις , ζωές να ζήσω .
Πες μου ρε χάρε πίτουρα
που τις ψυχές θερίζεις
νομίζεις πως θα φοβηθώ
τ’ ότι με τριγυρίζεις .
Κοντολογίς ψευτόμαγκα
αν και δεν έχεις μπέσα
τι θα ’λεγες να παίζαμε
μία ζαριά τη λέσα .
Και αν σε κερδίσω θα δεχθείς
παράταση να δώσεις
στην έρμη κι άχαρη ζωή
που κάποτε θα κόψεις .
Μα αν με κερδίσεις τελικά
σ’ τσ’ αδένες μου σε γράφω
αφού γνωρίζω ενδελεχώς .
Γεννήθηκα να χάσω !!!
καλά το κατάλαβα Τυρταίε
πως είσαι μαχαλόμαγκας
δε φοβάσαι χάρο
γιατί ταξιδεψες
στις μεγάλες θάλασσες