Ι) ΣΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
Απαντώντας σε ερώτηση σχετική με την απήχηση των «συνεικόνων» του στο εξωτερικό, ο Οδυσσέας Ελύτης, μιλώντας στους Φωστιέρη και Νιάρχο, είπε: «Εκεί τα βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα. Δίνουν σημασία και στο πιο άτεχνο σκιτσάκι, αρκεί να προέρχεται από τον ίδιο τον ποιητή».
Το Συμπόσιο Ποίησης της Πάτρας διοργάνωσε πέρσι σειρά σεμιναρίων για εξέχουσες μορφές της ελληνικής ποίησης. Ένα από τα τελευταία σεμινάρια του κύκλου ήταν αφιερωμένο στο Μίλτο Σαχτούρη, εισηγητής, δε, ήταν ο κριτικός και ποιητής Νίκος Λάζαρης.
Προσήλθα πρώτος, πρώτος μπήκα στη μεγάλη αίθουσα του συνεδριακού κέντρου του πανεπιστημίου Πατρών και κάθισα πρώτος, έμπλεος ενδιαφέροντος, γιομάτος ελπίδα νʼ ακούσω αυτό το κάτι που θα άρει τη διαφωνία μου με την ιστορία για το νεοϋπερρεαλιστή αυτό ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Οι φορές που με αποκάλεσαν ανάγωγο, αδαή, μικρό, τιποτένιο και απαίδευτο δε στάθηκαν αρκετές να μου αλλάξουν τη γνώμη, ωστόσο επέτειναν την ανάγκη μου να συμφωνήσω με την ιστορία, γιατί είναι δυσάρεστο και ενοχλητικό να διαχωρίζεις τη θέση σου από το δεδομένο των πολλών. Όσο, όμως, κι αν ορέγομαι τη συναίνεση, δεν μπορώ να την επιτύχω αν δεν έρθει το φωτεινόστομα που θα πάρει τα δάχτυλα μου να ψαύσουν την αλήθεια που αγνοούσαν. Η ευθύνη της σεισάχθειας έπεσε εκείνο το βράδυ στους ώμους του Νίκου Λάζαρη. Περίμενα τη λύτρωση με κομμένη την ανάσα, να μʼ αγκαλιάσουν, επιτέλους, ομότεχνοι και συνομιλητές καθώς δακρυσμένος θα παραδεχόμουν το λάθος.
Πού τέτοια τύχη. Το πράγμα κινήθηκε επί χιλιοπερπατημένων δρόμων τεκμηρίωσης και αξιολόγησης, γύρω από την απαράμιλλη εικονοπλαστική δύναμη του ποιητή και τη ριζοσπαστικότητα της έκφρασής του. Στιγμή με τη στιγμή απογοητευόμουν, θλιβόμουν κι έφριττα, διότι για μια ακόμη φορά θα έφευγα τσακωμένος με την ιστορία και τους υπασπιστές της. Σα να μην έφτανε αυτό, ένα κάψιμο στο λαιμό μου ερωτοτροπούσε με τις φωνητικές μου χορδές, τείνοντάς τες στο γνώριμο παλμό της ένστασης και της διαμαρτυρίας.
Τι να έλεγα, όμως; Ο βασιλεύς είναι γυμνός; Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς φαιδρό μέσα στην κραυγή του, στην περίπτωση, δε, που θα δοκίμαζα να επεκταθώ, σίγουρα δε θα γλίτωνα από το σωφρονιστικό «συντομεύετε». Νευρικός, άρχισα να ξεφυλλίζω το ανθολόγιο των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη που μοιράστηκε προ της ενάρξεως της διαδικασίας, το οποίο είχε επιμεληθεί ο εισηγητής. Μέσα στα ποιήματα, πρόσεξα το εξής:
ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ
Καημένε Νίκο
τι ζωή ήταν κι αυτή
κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες
οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου
όμως εσύ καλά έκανες
έπινες τα ουζάκια σου
κι όλους αυτούς τους μούντζωνες
και πριν φύγεις
πρόφτασες κι αρπάχτηκες
από ένα κάτασπρο σύννεφο
από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό κοιτάζεις
την αθανασία σου.
«Αχ, Οδυσσέα», σκέφτηκα, «δεν ξέρω τι κάνουν εκεί με τα άτεχνα σκιτσάκια, να δεις τι κάνουν εδώ με τα άτεχνα ποιηματάκια»- κι η διαφωνία μου απλώθηκε σκέψη χταπόδι. Διαφωνώ, καταρχάς, με τον Ελύτη. Βεβαίως και δεν έχει αξία το άτεχνο σκιτσάκι μόνο και μόνο επειδή το φιλοτέχνησε ατέχνως ο ίδιος ο ποιητής (το αυτό και για το άτεχνο ποιηματάκι). Δε δίνει το πρόσωπο αξία στο έργο, αλλά το αντίστροφο. Επιπροσθέτως, ακόμη είμαστε εν αναμονή των ανθολογιών που αντί να προσφέρουν μια γεύση της ποίησης συγκεκριμένων προσώπων, θα αποπειρώνται να δώσουν μια κάποια γεύση της ποίησης κάποιας περιόδου. Πρέπει, επιτέλους, να εφευρεθεί και να τεθεί σε ισχύ ο νόμος που θα απαγορεύει την ανθολόγηση άνευ του πλήρους καταλόγου των συλλογών που ο ανθολόγος εξέτασε, προκειμένου να φθάσει στα συμπεράσματά του. Το γούστο, οι επιλογές και το εύρος της μελέτης των αποθησαυριστών πρέπει να τεθούν επί καθαρής αντικειμενοφόρου, η εξονυχιστική παρατήρηση της οποίας θα αντικαταστήσει το τρέχον ήθος της βασιλείας μεσαζόντων, παραγοντίσκων και άλλων βαρβάρων. Να το πω και με τη χάρη του παραδείγματος. Στη θέση του ποιήματος «Για τον Νίκο Καρούζο» του Μίλτου Σαχτούρη θα μπορούσε να μπει ένα άλλο του ιδίου, όπως το «Κεφάλι του ποιητή» ή, ακόμη ευστοχότερα, να μπει το ποίημα κάποιου άλλου ποιητή, όπως, ας πούμε, του σύγχρονού του Γεωργίου Λίκου, ο οποίος ήταν άγνωστος και παραμένει, για να θυμηθώ το στίχο του Μιχάλη Κατσαρού. Έλεγχος, λοιπόν, τόσο σε επίπεδο αισθητικής (αξιολόγηση ποιήματος) όσο και στο ηθικό επίπεδο (κίνητρο υποστήριξης ή αποδοκιμασίας ποιήματος). Πάσχουμε σε αμφότερα, στο δεύτερο βαριά.
Ζητώ το μικρόφωνο. Οπλισμένος με σιγουριά λέγω: «Κύριε Λάζαρη, γιατί επιλέξατε το ποιήμα που ο Μίλτος Σαχτούρης αφιέρωσε στον ομότεχνό του για το μικρό ανθολόγιο που επιμεληθήκατε στο πλαίσιο της εκδήλωσης; Μήπως για τις δυνατές του εικόνες; Μήπως για το περιεχόμενο του; Νομίζω ότι στο ποίημα αυτό δεν περιέχεται τίποτα περισσότερο από αυτό που κι ένας φίλος του Καρούζου θα μπορούσε να μας πει…»
Αργότερα, ένα κορίτσι που ήταν μέσα στην αίθουσα όπου αποπειράθηκα να διακόψω την αγιογραφία, με πλησίασε για να μου πει: «Είχες δίκιο, αυτά θα μπορούσε να μας τα πει κι ένας φίλος του…»
ΙΙ) ΕΛΕΓΧΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ
Το συγκρότημα Mr. Mister τραγουδούσε το 1985 «πάρε αυτά τα σπασμένα φτερά και μάθε να πετάς ξανά» πραγματοποιώντας διεθνή επιτυχία… το άσμα «Σπασμένα Φτερά» ήταν, ως γνωστό, εμπνευσμένο από το ομότιτλο έργο του Kahlil Gibran (1911), στο οποίο, άλλωστε, βρίσκουμε ανάλογες διατυπώσεις, όπως «Λυπήσου μας, Κύριε, θεράπευσε τα σπασμένα μας φτερά» ή «κανένα πουλί δεν πετά με σπασμένα τα φτερά του». Tα σπασμένα φτερά και το πέταγμα (ή η αδυναμία του εξαιτίας τους) συνιστούν μια συμπαθή εικόνα με, ενδεχομένως, προεκτάσεις (συμβολικές, υπερρεαλιστικές, ρομαντικές, beat, jazz, rock, pop ή άλλες), όμως από αυτή τη διαπίστωση ως την κατοχύρωση της ανακάλυψης της πυρίτιδας σε αυτόν που τη χρησιμοποιεί, υπάρχει μια απόσταση. Γιʼ αυτόν, άλλωστε, το λόγο, όταν συναντώ ύμνους σε ιστολόγια, σχολικά εγχειρίδια και βοηθήματα, ανθολογίες και λογύδρια φιλολόγων του περιβάλλοντός μου με φόντο τον «Ελεγκτή» του Μίλτου Σαχτούρη (1958) παραπέμπομαι σε μια προσωπόπληκτη αντιμετώπιση του ποιήματος, όμοια με αυτή της ιστορίας από τους υπασπιστές της. Όσο κι αν μου είναι, όμως, δύσκολο να αποδείξω κατά τρόπο τριγωνομετρικό ότι αυτό το ποίημα δεν είναι και τίποτα το σπουδαίο, ένα μπορώ να το πω: ότι οι στίχοι εγώ/κληρονόμος πουλιών/πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά/να πετάω δεν περιέχουν μια εικόνα τόσο πρωτότυπη ώστε να δοξάζονται ως μνημείο σεισμικού εικονοποιητικού ρίγους. Όσο για κείνους που θεωρούν ότι οι στίχοι αυτοί έχουν σημασία επειδή γράφονται στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι ποια καταστροφή έχουν ανάγκη για να δώσουν στη σύγχρονη ποίηση αξία…
ΙΙΙ) ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΙΑΣ ΑΣΗΜΑΝΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Γουίλιαμ Γουάλας: Γιοι της Σκωτίας! Είμαι ο Γουίλιαμ Γουάλας!
Νεαρός στρατιώτης: Ο Γουίλιαμ Γουάλας είναι πάνω από δυο μέτρα!
Γουίλιαμ Γουάλας: Ναι, το έχω ακούσει. Σκοτώνει με τις εκατοντάδες. Κι αν ήταν εδώ, θʼ αφάνιζε τους Εγγλέζους με φωτιά απʼ τα μάτια του και κεραυνούς απʼ τον πισινό του!
Ο παραπάνω διάλογος εκτυλίσσεται σε κάποια σκηνή της ταινίας “Braveheart”, παραπέμποντάς μας στη συχνάκις ιλαρή μυθολογία που ακολουθεί ένα πρόσωπο που, για κάποιους λόγους, διακρίθηκε, ηγήθηκε ή, τελοσπάντων, αγαπήθηκε πολύ από πολλούς (ή, έστω, από κάποιους, μιας και το ποιοι έχει σημασία). Στο σεμινάριο για το Μίλτο Σαχτούρη άκουσα για πολλοστή φορά την περιγραφή της γνωστής, ατμοσφαιρικής, συγκλονιστικής, αποφασιστικής πράξης του ποιητή που εγκαταλείπει τις νομικές του σπουδές για να αφοσιωθεί στην τέχνη του: το κάψιμο των πανεπιστημιακών του συγγραμάτων. Αν δε με είχε γειώσει το «συντομεύετε» της έδρας, θα είχα αποκαστήσει την αλήθεια μες στην αίθουσα. Δεν πειράζει, όμως, μπορώ να την αποκαταστήσω και από εδώ. Πράγματι ο Μίλτος Σαχτούρης εγκατέλειψε τις σπουδές του μετά το θάνατο του πατέρα του. Τα βιβλία του, όμως, δεν τα έκαψε (το κάψιμο δεν είναι παρά ένας προτιμητέος τρόπος του λέγειν). Τα περισσότερα τα πούλησε και κάποια τα αντήλλαξε . Όσο κι αν το γεγονός αυτό δεν είναι κατάλληλο για εισηγήσεις, παραμένει εξίσου αληθές μες στην ακαταλληλότητά του.
Περιοδικό Η Λέξη (190): 544
Δάλλας Γ., 1997: 254. Ο Ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, Κέδρος











ποιος θα ‘δινε σημασία στο άξιον εστί αν δεν ήταν του Ελύτη; ένας ποιητής του νεο-υπερρεαλιστικού κινήματος να γονατίζει μπροστά στον ρομαντισμό για ποιο λόγο;
ο Σαχτούρης είναι μια μοναδική περίπτωση…προσωπικά τον θεωρώ μαζί με τον Καρούζο τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές της γενιάς τους.τα βιβλία του μπορεί να μην τα έκαψε αλλά έκαψε το μέλλον του, παρατώντας τη νομική και αφιερώνοντας όλη του τη ζωή στην ποίηση.πράγμα πολύ ηρωικότερο.
Δεν οδηγώ αυτοκίνητο…μετά βίας ποδήλατο!
Οι πτήσεις μ’ αρέσουν, ιδιαίτερα οι υπερπόντιες…όταν οι συνάδελφοί μου πέρναν Ζανάξ κι Υπνοσεντόν, εγώ έγραφα ποιήματα…κάπως έτσι βγήκε κι ο “Χόρχε”, Αθήνα-Παρίσι-Σαν Πάουλο-Σαντιάγκο Χιλής…
Μ’ αρέσει που οι νέοι πατάνε το γκάζι…αν και κάποια παλιά τοπία (του Σαχτούρη, πχ), αποτελούν μέρος των παιδικών μου χρόνων, να διαφεύγουν από την αμαξοστοιχία σαν κάμπος σκεπασμένος μαύρο χιόνι…
Μίχο, είμαστε οι δυό μας στο ΙΝΤΕΡΣΙΤΥ και βλέπουμε απλώς το τοπίο…όσο μας το επιτρέπουν οι καταράκτες μας, τα γλαυκώματα, κι η αμετροποία μας…μέσα απ’ τα ευρύχωρα παράθυρα του συρμού…
Δεν οδηγούμε εμείς το τρένο…Μας πάει!
Δεν μπορώ να καταλάβω ποια η σημασία αυτής της δημοσίευσης όπως και πολλά άλλα. Όσο για τον Καρούζο τι να πω, αυτά τα μελοδραματικά δεν αρμόζουν.Τέλοσπαντων, από ποίηση λίγοι καταλαβαίνουν τελικά. Ο Καρούζος ήταν μεγαλύτερος και από τον Ελύτη, αλλά….αλλά…Κι εσείς κύριε Παστάκα που τυχαίνει να άκουσα πως είστε σοβαρός, τι κάνει το Ποιείν τελικά, τρέφει επίδοξους ποιητές δοκιμιογράφους-δημοσιογράφους επιδςιξιομανείς;;;; Λυπάμαι! Ακούω ασυναρτησίες. Παρακολουθήσατε ποτέ συνέντευξη του Σαχτούρη;;;Από έρωτα σταμάτησε τις σπουδές, μην μυθοποιούμε καταστάσεις..Καλή γιορτή αύριο!!!
“Λυπάμαι! Ακούω ασυναρτησίες.”
Σας εύχομαι από καρδιάς να τις ακούτε μόνον εδώ…εγώ δυστυχώς τις ακούω παντού!
Καλή γιορτή κάθε μέρα…
Μάλλον δεν μας ενδιαφέρει αν βρίσκεις το Σαχτούρη μεγάλο ποιητή ή όχι. Κι αν περιμένεις να αλλάξεις γνώμη από σεμινάρια φέξε μου και γλίστρισα. Φυσικά με εκνευρίζει και μένα η φιλολογική προσέγγιση μέσα από στερεότυπα και τσιτάτα όπως και συ μας είπες. Προσωπικά αγαπάω την ποίηση του Σαχτούρη και την απολαμβάνω.
Υ.Γ. Τα βιβλία που γράφτηκαν γι αυτόν, τόσο του Δαλλα, όσο και του Μαρωνίτη φωτίζουν πολλές πτυχές του σκοτεινού ποιητή. Κι ένα του Β.Χατζηβασιλείου που κατά κάποιο τρόπο συνοψίζει τα δύο προηγούμενα προσθέτοντας κάποια νέα δεδομένα το βρίσκω μια χαρά.
Δημήτρη, συγχαρητήρια για το ανεκδοτολογικής μορφής “Σεμινάριό σου”. Ένας άλλος τρόπος να μιλήσουμε, χρειάζεται και αυτός το χώρο του.
Το θέμα δεν είναι η προσωπική σου άποψη για το Σαχτούρη, όσοι έμειναν σε αυτό τον στόχο, κατά τη γνώμη μου έχασαν την ουσία του κειμένου.
Και φυσικά ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, το ονοματίζούμε “ασυναρτησίες”.
Τέλος, τα περί πατρότητας που αιωρούνται εδώ και μέρες, δεν με αφορούν -ως νεότερο- ειδικά όταν έχω επιλέξει εγώ τους πατέρες μου -νομίζω και εσύ Δημήτρη.
Και για να το πω αλλιώς μέσω Γώγου:
“Θα ρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν τους γονείς τους.”
Γύρισε, με κοίταξε και μου είπε;
Ξέρεις πόσο κουράστηκα
να με λένε μαλάκα και να μη με πειράζει;
Τώρα το μαθαίνω στα παιδιά.
Σου έχω ξαναπεί ,νομίζω, Δημήτρη ότι μου αρέσει η υπόγεια ειρωνεία που αποπνέει η γραφή σου και το πάθος με το οποίο υπερασπίζεσαι τις θέσεις σου ,όσο κι αν αυτό μπορεί εύκολα να παρερμηνευτεί ως ένδειξη έπαρσης.
Σημασία ,για μένα, έχει η ειλικρίνεια ..και νομίζω πως εσύ την έχεις , όσο κι αν δε συμφωνώ πάντα με όσα υποστηρίζεις .
Τα κείμενά σου πάντως τα απόλαυσα.
@12
Ποιός ήταν; Αυτός που χτύπησε το Γιωργάκη στον ώμο και τούπε να του πάρει το μισθό του για το καλό της πατρίδας; 🙂
-Αργότερα, ένα κορίτσι που ήταν μέσα στην αίθουσα όπου αποπειράθηκα να διακόψω την αγιογραφία, με πλησίασε για να μου πει: «Είχες δίκιο, αυτά θα μπορούσε να μας τα πει κι ένας φίλος του…»
Δημήτρη,
αυτό δεν επιβεβαιώνει την άποψή σου,
δεν της δίνει βαρύτητα.
Αντιθέτως, προκαλεί γέλιο.
Δεν μπορεί το ποίημα να έχει αξία
ως κάτι που δε γράφτηκε σαν ποίημα;
-Πράγματι ο Μίλτος Σαχτούρης εγκατέλειψε τις σπουδές του μετά το θάνατο του πατέρα του. Τα βιβλία του, όμως, δεν τα έκαψε (το κάψιμο δεν είναι παρά ένας προτιμητέος τρόπος του λέγειν). Τα περισσότερα τα πούλησε και κάποια τα αντήλλαξε . Όσο κι αν το γεγονός αυτό δεν είναι κατάλληλο για εισηγήσεις, παραμένει εξίσου αληθές μες στην ακαταλληλότητά του.
Λέγοντας “τα πούλησε” αντί του γενικού
“τα έκαψε” θεωρείς πως μειώνεις ηθικά τον Σαχτούρη;
Αδυνατώ να φανταστώ τον λόγο που το έγραψες..
Εμένα η ποίηση του Σαχτούρη ποτέ
δεν μου άρεσε.
Το γεγονός ότι αφιερώθηκε στην ποίηση
-έπειτα από την πώληση των βιβλίων και την
βέβαιη κονόμα που κανε-
είναι τουλάχιστον σεβαστό!
Η ανάρτηση αυτή νομίζω είναι
ανιαρή και χωρίς λόγο.
Σε όποιον δεν αρέσει ο Σαχτούρης
μπορεί να τον προσπεράσει.
Δε καταλαβαίνω γιατί γίνεται τέτοιο θέμα.
Φίλε Δημήτρη, ο Ελύτης κι ο Σαχτούρης είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μόνο που η μια είναι ολόλευκη και η άλλη κατάμαυρη. Δεν είναι φιλοσοφικό το ζήτημα. Είναι κατεξοχήν αισθητικής.
Θεωρώ τις αναφορές του κου Μουζάκη στα ονόματα μάλλον “σκηνικές”. Το όνομα του Σαχτούρη θα μπορούσε να αντικατασταθεί από αυτό του Παπαδιαμάντη και το κείμενο να υπογράφεται από τον Δημαρά (όπως εύστοχα παρατηρεί ο κος Μίχος). Κατά τη γνώμη μου, πέρα από προφανής για πολλούς (δι ο και αμφισβητήσιμη) κατάθεση μιας απόπειρας πατροκτονίας, η συγκεκριμένη ανάρτηση έχει αξία ως προσωπική εμπειρία και καταγραφή ενός μέρους της διαδικασίας με την οποία ένα σύστημα παραγωγής και εκμετάλλευσης ονομάτων μετατρέπει βίους και έργα (εδώ του Σαχτούρη) σε εμπορικά προϊόντα.
Στις 19 Μαρτίου γιορτάζεται η μνήμη των Χρυσάνθου και Δαρείας. Διαβάστε εδώ την αληθινή ιστορία τους: http://serafeimtousarof.blogspot.com/2010/03/19.html
Είναι στιγμές που πραγματικά μπαίνω στον πειρασμό να αρχίσω να γράφω λέξεις που αρχίζουν από ”α”…
Αυτό που κυρίως με συγκρατεί είναι πως έτσι κι εγώ θα μπω στο ίδιο παιχνίδι…
Ο Σαχτούρης είτε μας αγγίζει είτε όχι, έχει βάλει τη σφραγίδα του στον τρόπο που γράφουμε, διαβάζουμε και αντιλαμβανόμαστε την ποίηση…Αυτό αρκεί νομίζω…
Όλα τα υπόλοιπα είτε υπό μορφή ανάρτησης είτε σχολίου είναι (θαρρώ) άνευ λόγου…
ΥΓ
Να που τελικά χρησιμοποίησα λέξη που αρχίζει με ”α”…
…είναι (θαρρώ) άνευ λόγου…
Τότε γιατί σχολιάζεις;
Σχολιαστή σε συμβουλεύω να ψάξεις στο λεξικό τον ορισμό της λέξης ”ειρωνεία” (και αυτοειρωνεία…)
Σωτήρη ένα μικρό παράπονο, γιατί ”κ. Πατιό”?
ΥΓ
Είθε σύντομα να τα πούμε κι από κοντά!
Γιώργο, σου δίνω μια συμβουλή: μη δίνεις ποτέ συμβουλές.
Εδώ έχεις δίκιο.
Επαγγελματική διαστροφή…
🙂