ΠΟΙΗΤΕΣ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ CD#001: Θοδωρής Βοριάς

Ίσως γίνεις ποιητής

Μια μέρα ίσως πάρεις την απόφαση
να ξαναγίνεις εργάτης,
στίχους να ψάξεις σπασμένους
κάτω από τα συντρίμμια της πόλης.

Ίσως χρειαστεί να τραβήξεις
το απέραντο νάιλον,
τον καταποντισμένο ουρανό
και νʼ απελευθερώσεις
θεούς και θυμητάρια,
λέξεις-ανοιχτές πληγές,
λέξεις ακρωτηριασμένες.

Ίσως, μια μέρα,
με τα χέρια ματωμένα,
να γίνεις ποιητής
κι απʼ τη ντροπή να μην αντέξει,
να τον ξεκάνεις τον πατέρα σου.
Κι ύστερα,
να κλαις για τα στενά
που έρημα ξεμένουνε συχνά
από διαβάτες.

Έρωτες και θάνατοι

Έρωτες και θάνατοι
είναι στην ομίχλη, στο σκοτάδι
οι παλλόμενοι σηματοδότες,
είναι το φεγγάρι που τριγυρνάει
στα κεραμίδια του σπιτιού σου όλη νύχτα,
είναι το νυχτοπούλι
που ψάχνει να κρυφτεί
μέσα στʼ αστέρια.

Έρωτες και θάνατοι
είναι το φεγγάρι που κρύβεται,
το νυχτοπούλι και το άστρο
που πέφτουν πίσω από το δέντρο.

Έρωτες και θάνατοι ταιριάζουν,
θέλουν να τους βρεις,
να τους διαλέξεις,
θέλουν να μιλήσουν στην ψυχή σου.
Θέλουν να πεις τον έρωτα θάνατο
και τον θάνατο έρωτα
για να τους νιώσεις.

Νυχτερινός επόπτης

Άφησε τον αγέρα να κατεβαίνει
μανιασμένος απʼ το Σκρά.
Να περνάει απʼ τις λόγχες των φρουρών
και να ξεσκίζεται,
να λερώνει με σκόνη τις στολές τους
και να θαμπώνει το φεγγάρι.

Κοίταξέ τους·
στρατιώτες που δεν καπνίζουνε νωχελικά
τα φθηνά τους τσιγάρα·
στρατιώτες που δε μιλούν για τρυφερά κορμιά.

Κοίταξέ τους·
στέκουν ακίνητοι
κι αφουγκράζονται τον άνεμο
που ψιθυρίζει ονόματα
νεκρών συντρόφων τους
στον Πολικό αστέρα.

Το ρεπερτόριο του θανάτου

Η μελωδία της χορδής και του βέλους,
η συμφωνική των κανονιών,
το κονσέρτο των πολυβόλων,
ο αρμαγεδώνας της ατομικής βόμβας…

κάθε εποχή ο θάνατος
έχει το δικό του ρεπερτόριο.

Είναι κι οι φιλόμουσοι,
που ξεχωρίζουν
τη μουσική της κάθε σφαίρας.
Που ξεχωρίζουν το μοναδικό εμβατήριο
του δικού τους θανάτου
μέσα από τις χιλιάδες
πιστές στο στόχο τους βολίδες.

Είναι κι οι άλλοι που αναστενάζουν,
ανασφαλείς για τη ζωή τους,
εξαρτημένοι απʼ τις δειλές,
τις άστοχες σφαίρες,
εκείνες που προτίμησαν
να εξοστρακιστούν
πάνω στο άψυχο μπετόν,
εκείνες τις παράφωνες
σφαίρες του οίκτου.

Αδικαιολογήτως παρών

Να ʽρθεις για λίγο
να μʼ αντικαταστήσεις
κι αντάλλαγμά σου
το μπαλκόνι μου,
ο ήσυχος μικρός μου κόσμος
-το σμήνος των περιστεριών,
ο δρόμος των περαστικών ζητιάνων,
οι ανέκφραστοι υπήκοοι
στη στάση των αστικών…

Να καθίσεις ήσυχα στη θέση μου,
να μου δώσεις τα πόδια σου
να σηκωθώ, να φύγω.
Να μου δώσεις ένα ρυθμό βαδίσματος,
ένα δρόμο αγαπημένο
και μια μάχη να μʼ ανάψει.

Για δυο τρεις ώρες
αδικαιολογήτως παρών
στον κόσμο.