ΞΑΝΑΔΑΓΚΩ ΚΙ ΟΛΟΜΑΣΩΝΩ

Στο λεύκωμά μου κόλλησα φωτογραφία
του τάφου μου
πʼ άλλο βέβαια δε δείχνει
απʼ το κρεβάτι μας
όπου σαν κτήνος σʼ αγαπώ
φονεύοντας την ηδονή.

Μʼ όλα τα μουγκρητά της ζούγκλας
μπήγομαι στο κορμί σου
μʼ όλα τα ρετσίνια των δένδρων
πασαλείβομαι στο τραύμα σου
κι εφευρίσκω όλο νεώτερους
αιμάτων μυζητήρες
να μη χάσω σταγόνα πόνου κι ουρλιαχτού
στα ρημαγμένα μέλη σου
πʼ ολοτρυγώ με λόγια και με τρόπους
ώσπου φτάνει μη φτάνει μη
ψελλίζει η σακάτική σου γλώσσα
μες στο στόμα μου
όταν εγώ ακόρεστος ξαναδαγκώ
κι ολομασώνω διάπυρος σπερμάτων
το καθετί που είσαι.

Θα σου το πω και το γιατί
σταλήλιακτη λιακάδα λιοστεργόσπορη:
μόνο στην όψη σου πετάλων κι ωοθήκης
(τέτοια καμπυλωτά καρπόφυλλα
μεστολομελωμένα)
αν μείνουν έστω και λεπτόνιά σου
αγονιμοποίητά μου
θα εκραγώ πυρηνικός μέσʼ απʼ το σώμα μου
ουτιδανός κι ατιμασμένος μάγος.

Ενώ έτσι˙ θα δεις
ξαπλώνοντας μετά πάνω στο στήθος μου
πόσο διαφανής είναι αυτή η βουλιμία μου
και πόσα χρώματα το στρώμα μας αλλάζει

όπως με την αυγή αχνίζει απʼ το δέρμα μου
η στρατόσφαιρα της βόλτας μας αυτής.

ΧΡΩΜ ΚΑΙ ΛΕΚΤΕΣ

Στου πρωτοκόσμου το στερέωμα
πάλεψαν Χρωμ και Λέκτες
κι εξόργισαν με το αίμα τους
τον τέκτονα της Aρχής.
Καταραμένοι να ʼνʼ οι Χρωμ
όρισε η φύση
να εγκλωβίζουν τις φιγούρες τους
σε διαστάσεις δυο.
Καταραμένοι και οι Λέκτες
όρισε ο Θεός
σε δυο να τραγουδούν
ξελόγιασμα της τρίτης διάστασης.
Θα καταργήσει, άραγες, κάποτε
Λέκτης τη βαρύτητα
αφήνοντας των Χρωμ
το μουσαμά λευκό;
Θέλω σʼ αυτή τη γη η ζωγραφιά να περπατήσει.

ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Αντί να φορέσω το μαλλί του
ενσωμάτωσα τον αμνό.
Κατόπιν άδειασα το μαξιλάρι μου
απ’ τα πούπουλα
κι έβαλα μέσα του λίμνη με πάπιες.

Τα πούπουλα τα πήρα μαζί μου
στη δουλειά.
Δεν άφησα συνάδελφο
να μην τα δείξω.

Δεν είμαι σίγουρος γιατί.
Ίσως είναι ο τρόπος μου
να προτείνω κάτι καλύτερο
μέσʼ απʼ αυτό που ζούμε.
Ποιος θα τα βάλει με τα πούπουλα
αν δεν του πεις πώς είναι να κοιμάσαι
πάνω στη λίμνη με τις πάπιες;

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ Ο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ

Όταν φωνάζει ο γείτονας
στη γυναίκα του, στο παιδί του
στο άτακτο, παχύ σκυλί του
μου ʼρχεται νʼ αρπάξω
τη σιδερώστρα
να του χτυπήσω το κουδούνι
και με το που θʼ ανοίξει
να του φέρω στο κεφάλι
άπλυτα, πλυμένα, σίδερα
κι ατμούς. Δεν το κάνω.

Ο λόγος δεν είναι
το δικαίωμα που θα του δώσω
να μʼ ανοίξει το κεφάλι
όποτε φωνάξω εγώ. Όχι.
Ξέρω καλά πόσο ενοχλείται
ο γείτονας
έτσι που είμαι μόνιμα μουντός
απρόσιτος, αμίλητος, σκυφτός.

Εάν ενδώσω στη φωνή του
θα ενδώσει στη σιωπή μου
ο γείτονας ο διαφορετικός.

ΔΩΡΗΤΗΣ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ

Αν το παιδί μου γίνει
γιατρός ή δικηγόρος
πρόεδρος κάποιας κυβέρνησης
ή καθηγητής πανεπιστημίου
πείτε του, σας εκλιπαρώ
ποιος ήταν ο πατέρας του.
Αλλιώς
ούτε να το ξέρω δε θέλω.

ΟΙ ΤΟΜΕΣ

Ξεχάστε τις εποχές
με τις αυξητικές στήθους
και τις λιπαναρροφήσεις
των γνωστών μοντέλων.
Εφεξής κι
ανεξαιρέτως όλες οι γυναίκες
ως και τις αιμορροΐδες τους
θα χειρουργούν
στους πλαστικούς χειρουργούς.
Μόνο το επιδέξιο νυστέρι
μπορεί στο σκύψιμο να κρύψει
τις τομές.

ΓΙΑ ΛΥΠΗΣΗ

Μπορώ νʼ ανταλλάξω λέξεις
κρατώντας τη σημασία τους˙
να πω την αγάπη όρνεο
την πίστη μου λευχαιμία.
Μʼ όρνεο στα σωθικά
στο νου μου λευχαιμία
κανείς δε θα καταλαβαίνει
κι όλοι θα με λυπούνται˙
θʼ απομείνω μοναχός, αόρατος
εξόν ενός ή δυο ανθρώπων.
Αυτοί θα ξέρουν το μυστικό μου.
Θα ʼναι κι αυτοί για λύπηση
ένοικοι των σκιών
όπου το φως ευφραίνεται
ασφαλές κι ακοινοποίητο.