Το ισπανικό κείμενο και η φωνή του ποιητή εδώ: http://www.palabravirtual.com/index.php?ir=ver_voz1.php&wid=318&p=Jos%E9%20Hierro&t=R%E9quiem&o=Jos%E9%20Hierro
Ο Μανουέλ ντελ Ρίο, καταγωγή:
Ισπανία, απεβίωσε το Σάββατο
11 Μαϊου , συνεπεία ενός
δυστυχήματος. Η σορρός του
κείται στο D´Agostino
Funeral Home. Haskell. New Jersey.
Θα γίνει ασματική λειτουργία
στις 9,30, στο St. Francis.
Είναι μια ιστορία που αρχίζει
με ήλιο και πέτρα, και που τελειώνει
σ’ ενα τραπέζι, στο D´Agostino,
με λουλούδια και κεριά ηλεκτρικά.
Είναι μια ιστορία που αρχίζει
σε μιαν ακτή του Ατλαντικού.
Συνεχίζεται σε μια καμπίνα
τρίτης, πάνω στα κύματα
-πάνω στα σύννεφα- στις βυθισμένες
γαίες κατά τον Πλάτωνα.
Και βρίσκει στην Αμερική το τέλος της
μ’ ένα γερανό, μια κλινική,
μ’ ένα αγγελτήριο μια λειτουργία
ασματική στην εκκλησία St. Francis.
Στο κάτω κάτω ο κάθε τόπος
κάνει το ίδιο για να πεθάνεις:
κι ο αρωματισμένος δενδρολίβανο
κι ο χαραγμένος στην πέτρα, ή στο χιόνι
κι ο βουτηγμένος στο πετρέλαιο.
Το ίδιο κάνει αν ένα σώμα γίνεται
πέτρα, πετρέλαιο, χιόνι ή άρωμα.
Ο πόνος δεν είναι να πεθαίνεις
εδώ ή εκεί…
Requviem aeternam
Μανουέλ ντελ Ρίο. Πάνω στο μάρμαρο
στο D´Agostino, βόσκουνε ταύροι
της Ισπανίας, Μανουέλ, και τα λουλούδια
(κηδεία δευτέρας, φέρετρο
που μυρίζει χειμωνιάτικα έλατα),
σαράντα δολλάρια. Κι έχουνε βάλλει
κάποια λουλούδια τεχνητά
ανάμεσα στα άλλα που ξερίζωσαν
από τον κήπο…Liberame Domine
de morte aeterna…Όταν πεθάνουν
ο Τζέιμς κι ο Γιακόμπ θα δουν τα άνθη
που πλήρωσαν ο Τζούλιο ή ο Μανουέλ…
Τώρα στις κορυφές σου πέφτουνε
νύχια αετού. Dies irae.
Ο πόνος δεν είναι που πεθαίνεις
Dies illa εδώ ή εκεί
αλλά που άδοξα…
Οι παππούδες σου
γονιμοποίησαν τη γη ολάκερη
τη μούλιαζαν στην περιπέτεια.
Σαν έπεφτε ένας Iσπανός
ακρωτηριαζότανε το σύμπαν.
Τους ξαγρυπνούσαν όχι στο D´Agostino
Funeral Home, μα σε πυρές ανάμεσα
ανάμεσα σε άλογα και όπλα. Ήρωες
για πάντα. Αγάλματα με πρόσωπο
σβησμένο. Ντυμένοι ακόμα
τα χρώματά τους του παπαγάλου
της δύναμης και της φαντασίας.
Αυτός δεν έπεσε έτσι. Δεν πέθανε
για καμιά τρέλα όμορφη.
(Καιρό τώρα ο Ισπανός
πεθαίνει ανώνυμα και λογικά,
ή σε αλληλοσπαραγμούς της τρέλας
ανάμεσα σ’ αδέλφια. Σαν μαχαιρώνει
φλασκιά με κρασί, χύνει
αίμα αδελφικό).΄Ηρθε μια μέρα
γιατί η γη του είναι φτωχή. Ο κόσμος
Liberame Domine είναι πατρίδα.
Και πέθανε. Δεν ίδρυσε πόλεις.
Δεν πήρε τ’ όνομά του κάποια θάλασσα. Δεν έκανε
τίποτα περισσότερο από το να πεθάνει για δεκαεφτά
δολλάρια ( αυτός θα τα σκεφτόταν
σε πεσέτες) Requviem aeternam.
και τον επισκέπτονται στο D´Agostino
οι Πολωνοί, οι Ιρλανδοί
οι Ισπανοί, όσοι πεθαίνουνε
στο week-end.
Requviem aeternam.
Σίγουρα όλα
έχουν τελειώσει. Η σορρός του
κείται στο D´Agostino
Funeral Home. Haskell. New Jersey.
θα γίνει λειτουργία ασματική
για την ψυχή του.
Περιορίστηκα
να περιγράψω εδώ ένα αγγελτήριο
από μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης.
Αντικειμενικά χωρίς πετάγματα
στο στίχο. Αντικειμενικά.
Ένας Ισπανός όπως εκατομμύρια
Ισπανοί. Δεν είπα σε κανέναν
πως ἠμουν έτοιμος να κλάψω.
(Σημείωση Ποιείν: Αφιερώνεται στη Φωτεινή Λ. με τις ευχές και τις ευχαριστίες μας)












Ωραίος.
Βάζω πρώτο τον Ντε Όρυ και μετά ετούτον. Θα έλέγα να κάνατε ένα βιβλίο με ποιήματά του κ. Λαλιώτη.
Καταπληκτική η ανάγνωση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή JOSÉ HIERRO. Προσθέτει και φωτίζει πτυχές. Πολύ σημαντικό το link που μας έκανε ο Σπύρος Αραβανής στη φωνή του ποιητή.
Συμφωνώ για την ανάγνωση, διαφωνώ για το link…Όλα σήμερα κερασμένα από τον Βασίλη Λαλιώτη:)
Συγχαρητήρια και για τον HIERRO ένα βιβλίο του στα ελληνικά θα ήταν μεγάλη χαρά.
Α)
«Σε όλες τις χώρες, ο θάνατος είναι ένα τέλος. Έρχεται και η αυλαία κλείνει. Όχι στην Ισπανία, όμως. Στην Ισπανία η αυλαία ανοίγει… Ένας πεθαμένος στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».
Federico Garcia Lorca.
http://www.penya-atenes.net/gr/index2.php?option=com_content&do_pdf=1&id=206
Β) Θρήνος για τον Ιγνάτιο Σάντσιεθ Μεχίας του Federico Garcia Lorca σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου.
(Ι: «Το χτύπημα κι ο θάνατος»)
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει εν’ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ’ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ’ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
όταν η αρένα γέμιζε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Μια κάσα με καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπο του ο ταύρος μουκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κίολα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.
(2: «Το σκόρπιο αίμα»)
Δε θέλω να το βλέπω!
Πες στο φεγγάρι να φανεί,
γιατί δε θέλω πια να βλέπω
το αίμα του Ιγνάθιο στην αρένα.
Δε θέλω να το βλέπω!
Αχνό φεγγάρι απ’ άκρη σ’ άκρη.
Άτι από σύννεφα γαλήνια
και η σταχτιά του ονείρου αρένα
με τις ιτιές γύρω γύρω.
Δε θέλω να το βλέπω!
Γέρικου κόσμου η αγελάδα
έσερνε την πικρή της γλώσσα
σ’ ένα μουσούδι κόκκινο αίμα
ξεχειλισμένο στην αρένα,
κι οι αρχαίοι ταύροι του Γκισάντο,
πέτρα μαζί και θάνατος,
μουκάνισαν σα δυο αιώνες
που έχουν χορτάσει πια τη γη.
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!
Σκαλί σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατο του φορτωμένος.
Γύρευε να ‘βρει την αυγή
και πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ’ όνειρο του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ’ όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο αίμα.
Μη! μη μου λέτε να το βλέπω!
Το ανάβρυσμα του να μη βλέπω
κάθε φορά να λιγοστεύει,
το ανάβρυσμά του που φωτίζει
τόσες κερκίδες και σκορπιέται
μες στο πετσί και το βελούδο
κοσμοπλημμύρας διψασμένης.
Ποιος μου φωνάζει να κοιτάξω;
Μη! μη μου λέτε να το βλέπω!
Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από τα βοσκοτόπια πέρα
ήρθ’ ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.
Δεν είχεν άρχοντα η Σεβίλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να ‘ν’ τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.
Φως χρυσαφένιο είχε μιας Ρώμης
ανδαλουσιάνικης στο μάτι,
και το χαμόγελο του νάρδος
από σπιρτάδα κι απ’ αλάτι.
Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι βράχος πάνω στα βουνά!
Τι απαλός με τ’ άγρια στάχυα!
Τι δυνατός με τα σπιρούνια!
Τι τρυφερός με τη δροσιά!
Τι λαμπερός στα πανηγύρια!
Τι τρομερός με τις στερνές
του σκοταδιού τις μπαντερίλιες!
Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
Της Ισπανίας ώ άσπρε τοίχε!
Κι εσύ του πόνου ώ μαύρε ταύρε!
Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!
Αηδόνι στην καρδιά του μέσα!
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!
Που δισκοπότηρο αγιασμένο
που κάλυκας να το χωρέσει
και χελιδόνια να το πιούνε,
πάχνη φωτός να το κρυώσει,
τραγούδι και κρινοπλημμύρα,
και κρύσταλλο να το ασημώσει.
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!
(3: «Σώμα στην πέτρα»)
Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν
μα δεν κρατάει κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια.
Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώνει
με δέντρα δακρυστάλαχτα, κορδέλες και πλανήτες.
Είδα βροχές, σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν
τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια,
να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας
που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα.
Γιατί η πέτρα είν’ ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη,
σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’ αμφιλύκης λύκους,
μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες
παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους.
Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο, ο καλογεννημένος.
Τελείωσε πια. Τι μένει εδώ; την όψη του κοιτάχτε:
ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια
και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι.
Τελείωσε πια. Τώρα η βροχή στ’ άδειο του στόμα μπαίνει.
Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη,
και ποτισμένος ο Έρωτας με του χιονιού τα δάκρυα
πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια.
Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει.
Μπροστά μας είν’ ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο,
μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια
και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’ άκρη.
Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια.
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει, κανείς εδώ δεν κλαίει,
Κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δε σκιάζει:
μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να ‘χω,
να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δε θα ‘βρει.
Τους άντρες θέλω εδώ να ιδώ με τη φωνή την άγρια,
που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε,
που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα.
Εδώ να ‘ρθούν να τους ιδώ. Μπροστά σ’ αυτήν την πέτρα.
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια.
Εδώ να ‘ρθούνε να μου ειπούν ποιος δρόμος τώρα μένει
για τούτον τον παλληκαρά που ο θάνατος ορίζει.
Θέλω ένα θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες,
μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο ώσπου να σβήσει
χωρίς ν’ ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου.
Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα,
που όντας παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο,
να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι
στ’ άσπρα τα θαμνά του καπνού που η παγωνιά πετρώνει.
Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντήλια,
Για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδελφός του.
Πήγαινε, Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει.
(4: «Ψυχή φευγάτη»)
Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά,
τ’ άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου,
δε σε γνωρίζει η νυχτιά και τ’ αγόρι,
γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.
Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη,
το μαύρο ατλάζι μέσα του που λιώνεις,
δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη,
γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.
Φθινόπωρο θα ‘ρθει με καρακόλες,
σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα,
όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια,
γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα,
σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη Γη,
σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβαγμένοι.
Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θα ‘ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου.
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα.
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών του.
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου.
Χρόνια θ’ αργήσει να φανεί, αν θα φανεί ποτέ του,
τέτοιος καθάριος, ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος.
Την αρχοντιά του τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.
________________________________________
Ο θάνατος μέσα από τα μάτια δυο πολύ μεγάλων Ισπανών ποιητών που αν μην τι άλλο εκφράζουν μοναδικά τη σχέση μας με το θάνατο και το πόσο είναι άρρηκτα δεμένη με τον πολιτισμό μας.
Συμφωνώ κε Λαλιώτη ότι ξεκινήσαμε πολύ καλά το 2010!