ΚΑΤΙ
Θέλω να πάρω κάτι από τα χέρια σου
κάτι σαν κέντημα, σαν πέτρα, σα λουλούδι
τόσο απαλό κιʼ ωραίο που να μοιάζει σου
και νάναι απείραχτο απʼ του χρόνου τʼ άγριο χνούδι.
Νάναι πλεγμένο, θέλω, από τα χέρια σου
νάναι σαν κράξιμο απʼ τα δικά σου χείλη
κάτι σα δάκρυ απʼ την χλωμήν εικόνα σου
κάτι θαμπό σα φλόγα από καντήλι.
Θέλω από σένα κάτι̇̇ κι έχω φύλαγμα
τέτοιο, που ανέγγιχτο ό,τι δώσεις μου θα μείνει:
Έχω έναν ίσκιο στης καρδιάς τα τρίσβαθα
για των λευκών σου των χεριών την καλωσύνη.
«ΟΙΩΝΟΙ» (1959)
ΑΡΚΕΙ
Κάθε που ρχόσουν φέρνοντας μιας νέας στιγμής το θάμπος
έτσι που δεν ξεχώριζα το τώρα από το χτες
ανθοβολούσε η κάμαρα κι όρμαγε μέσα ο κάμπος
κι έλεγα τέτοια ονείρατα πως δεν ξυπνούν ποτές.
Μα όπως γεφύρωνε ο καιρός καιρούς μʼ ανθούς και χιόνια
ξεχώρισαν οι στράτες μας, μʼ αλάργεψες και συ
κι ούτε που το κατάλαβα πως ρχόσουν τόσα χρόνια
κι έλεγα ως το σκεφτόμουνα: που το θυμάμαι, αρκεί.
«ΑΙΘΡΙΑ» 1962
στερνη φωνη
Είναι πολλές της ζωής οι μονές
κι οι θάνατοι πολλοί.
Ένα χέρι φυτεύει το δέντρο
ένα χέρι το ορίζει.
Δίνει τον ήσκιο του
παρηγοριά των αποσταμένων.
Καρπίζει και φυλλώνει
ο μόχθος να πλερωθεί.
Μιας γενιάς θα γίνει το δέντρο της ζωής
μιας πολιτείας το σύνορο.
Είναι πολλές της ζωής οι μονές
κι οι θάνατοι πολλοί.
Ένας χειμώνας
που δεν ξυπνάει του Μάρτη το πρωινό
ένα τσεκούρι ανελέητο,
η φωτιά.
Στη ζωή και στο θάνατο
ωραίο, ανθρώπινο, αγαθό.
Όπως ζει κανείς, πεθαίνει.
Έτσι ο θάνατος έρχεται νωρίτερα
για το πουλί που δεν κελαδεί
για το μύλο που δεν γυρίζει
για το στάχυ που δεν καρπίζει
για το μαχαίρι που στομώνει
για το σουραύλι που σιωπά.
Μην αρνηθούμε τούτο το αγαθό
πούχει δέσει κόμπο την καρδιά του ανθρώπου
για να χτυπάει
για κάποιο στη ζωή σκοπό.
Αυτόν τον άνθρωπο, ήθελα να πω,
αν δεν του απλώσουμε τα φτερά
αν του μαγκώσουμε τη φτερωτή
αν του σπάσουμε τις χορδές
τον σκοτώνουμε.
Ζεις, για να θέλεις και να μπορείς.
Ζεις, όσο θέλεις και μπορείς.
Πάτρα,
Νοέμβριος 1967, Ιούνιος 1968.
«ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΜΥΘΟΥ» 1978
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ
ΣΤΕΚΟΜΟΥΝ στην άκρη του γκρεμού
και δε μου άπλωνες το χέρι.
Με κυττούσες μόνο και δεν έλεγες
τίποτε. Δεν ήξερες όμως
πως απʼ αυτό το βλέμμα σου
κρατιόμουν.
«ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ» 1985
ΕΙΜΑΙ
Ένα δέντρο είμαι που περπατεί.
Η σκιά μου σαν έμμονη ιδέα με ακολουθεί
και το τραγούδι μου φυλλορροεί στους τέσσερις ανέμους.
Ένα σκιάχτρο είμαι στην ερημιά.
Τα τραίνα που περνούν
με ταχύτητα αστραπής διαβάζουν τη σκέψη μου
που γίνεται καπνός στη μνήμη των ανθρώπων.
Ένα πέλμα είμαι πάνω στη γη.
Το άλλο μου σώμα αεροβατεί
κι επισκοπεί τα παράξενα του κόσμου.
Ένα δέντρο είμαι σαν ουρανός.
Στους κλώνους μου παγιδεύω τους ανέμους
κι όταν αποδημούν τα πουλιά
ξεμένω με τους απελπισμένους.
«ΕΣΤΩ» 1988
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
Σʼ αυτά τα σπίτια δεν υπάρχουν γωνιές να καταχωνιάσεις τα μυστικά σου,
ούτε παράθυρα με ορίζοντες ανοιχτούς για να τα φυγαδεύσεις.
Κι οι δρόμοι στις πόλεις είναι απέραντοι και με φώτα πολλά, που κάνουν
τη νύχτα μέρα. Πουθενά δεν βρίσκεις λίγη διάκριση, λίγη μοναξιά – τόπο και χρόνο-
για να συναντήσεις ήσυχα τον εαυτό σου, εξόν κι είναι φθινόπωρο, που αδειάζουν
οι δρόμοι κι οι πλατείες, καθώς πιάνει βροχή και σκορπάει ο κόσμος.
Τότε γυρίζεις στο σπίτι κυνηγημένος από την μπόρα, με τους δικούς σου
να σε περιεργάζονται και να ρωτούν για τον καιρό.
Την κρυφή χαρά που σε συνέχει, οι άλλοι δεν την μαντεύουν: τη χαρά πως αντάμωσες
πάλι τους ήρωες σου, σαν τότε που κρυβόσουν -παιδί – στο κελλάρι,
πλέκοντας δικούς σου θρύλους στη βροχή. Κι ευχαριστημένος, κρατώντας το μυστικό
αυτής της αναδρομής, τινάζεις το παλτό σου………………………………………………………………..
«ΙΔΙΩΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ» 1990
ΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΟΥ
Για φαντάσου να πήγαιναν όλα καλά.
Να είχαμε παντρευτεί τον πρώτο μας έρωτα
να είχαμε μπει με την πρώτη στο πολυτεχνείο
να είχαμε κερδίσει την πρώτη δημοπρασία.
Να μην ξέρουμε πως χτυπά η καρδιά από νοσταλγία
να μην έχουμε ξαναδοκιμάσει, να μην έχουμε απογοητευτεί.
Για φαντάσου να είμαστε ικανοποιημένοι.
«Η ΡΟΒΜΙΑ» 1997
Η ΚΟΥΖΙΝΑ
Ένας φτωχός ίσως πλούσιος.
Β.ΟΥΓΚΟ (Οι Άθλιοι)
Κάποια ώρα, προς το βράδυ, μια άφωνη κλήση μας
αποσπούσε από ό,τι κι αν κάναμε, από όπου κι αν
βρισκόμαστε. Και σαν από κάποιο ένστικτο οδηγημένοι,
τραβούσαμε ένας ένας για την κουζίνα.
Ο πατέρας παράταγε την εφημερίδα, εμείς τα παιχνίδια,
για να βρεθούμε μπερδεμένοι στα πόδια της μάνας,
που εκείνη την ώρα πάντα κάτι ανακάτευε
πάνω στη φωτιά. Ο τσοπάνος δρόμος μας λευτέρωνε
από την επιτήρηση του μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει
και γυρίζαμε μόνοι μας στο μαντρί
-οδοιπόροι της νύχτας που κάπου διακρίνουν φως.
Τότε ο κόσμος όλος γινόταν ξαφνικά μικρός.
το σύμπαν συσπειρωνόταν γύρω από την εστία,
το σπίτι μεταμορφωνόταν σε βασίλειο, η γωνιά μας
γινόταν απόρθητη̇ κι εγώ ξεχνούσα πώς ήθελα να
γίνω θαλασσοπόρος.
«ΠΑΙΔΙΟΘΕΝ» 1997
ΤΕΤΑΡΤΗ
Το γκρίζο απόγευμα ξεθωριάζει
καταχωνιασμένο πίσω απʼ τις θαμπές κουρτίνες
που κρέμονται απεγνωσμένα.
Οι ανταύγειες από τα φώτα του δρόμου
ξυπνούν το φάντασμα της φωτογραφίας
που επιμένει να έχει γνώμη, ή, έστω, να θυμίζει.
Ένα σύννεφο καπνού σαν ξέφτι από σκοτάδι
ανεβαίνει κάθε τόσο από τα πνευμόνια της πολυθρόνας
και σαν φύλλο ξερό έτοιμο να πέσει
θροΐζει η σελίδα του βιβλίου που σκοτώνει
τον ήρωά του. Η ρόμπα
που περιφερόταν στο ημίφως ζητώντας το κορμί της
παρουσιάζεται μόλις γυρίσει ο διακόπτης
με τη σουπιέρα νʼ αχνίζει. Και μʼ ένα δείπνο
η μέρα τελειώνει.
«ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ» 2001
ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ
Να μετακομίζεις βράδυ, είναι η καλύτερη ώρα.
Δεν σε παίρνει είδηση κανένας. Σβήνεις το φως
τρυπώνεις στα σκεπάσματά σου, βάζεις σπινά το κασετόφωνο
κι αρχίζεις να κουβαλάς ένα – ένα τα πράγματά σου
από την παλιά σου κάμαρα.
Καταφθάνουν ύστερα οι παιδικοί σου φίλοι
μοιράζεσαι μερικές ώρες μαζύ τους
και σαν τότε, σήμερα, ένα άλλο σήμερα ονειρεύεσαι.
ΑΜΗΧΑΝΙΑ
Το χαρτί τελειώνει̇̇̇ το μολύβι μου
άφησε κιʼ αυτό την τελευταία του πνοή̇
νυχτώνει και δεν έχω φως. Και τώρα
τι γίνεται; Τώρα, θεέ μου, συγκράτησέ με̇
τώρα μη μου κατεβάσεις καμιά καλή ιδέα
και δεν έχω τι να την κάνω.
ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ
Μου άφησες την ψάθα
για να μη με καίει ο ήλιος̇
μου άφησες την ομπρέλλα
σε περίπτωση βροχής̇
μου άφησες τα γάντια
για να μη ξυλιάζουν τα δάχτυλά μου.
Μου άφησες τόσα τέλοσπάντων
ώστε η φτώχεια μου
να σπαταλιέται μέσα σε πολλά.
Όμως μου πήρες τα παπούτσια.
Στην ουσία με αφόπλισες. Γιατί
πώς να διασχίσω ανυπόδητος
αυτόν τον χέρσο τόπο με ταʼ αγκάθια
που μας χωρίζει.Πώς να θυμάμαι,
ακολουθώντας τʼ αχνάρια σου,
χωρίς να ματώνω.
«ΕΥΘΕΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ» 2005
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ
Γύρω γύρω θάλασσα και παντού βράχια.
Πράσινο του πεύκου, σταχτί της ελιάς, κίτρινο του σπάρτου.
Κι ο κάμπος παλέτα. Από αγρός, τοπίο.
Του κόσμου τα επιφάνεια σʼ ένα σβώλο χώμα.
Κι ό,τι πιάσει του μάστορη το χέρι
δένει με το φως. Κι αν είναι πέτρα,
ριζώνει̇ κι αν είναι πλίθα, χτίζει
κι αν είναι λάσπη, κολλάει.
Ασβέστης και κοκκινόχωμα̇ κεραμιδί και σχιστόλιθος.
Θεός και χτίστης ο κύριος της γης.
Σε μια μέρα γίνηκε ο κόσμος
σε μια νύχτα πάλιωσε. Νυχτόημερο
η αιωνιότητα.
Γύρω γύρω θάλασσα και παντού βράχια.
Κι ο ξωμάχος κι ο θαλασσινός εικόνα και
ομοίωση:
κορμί ξερακιανό, κούτελο σκαμμένο.
Ο ήλιος τρώει το δέρμα, η αρμύρα
την ψυχή.
«ΤΟΠΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ» 2007
ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ (Ανέκδοτα ποιήματα)
Από μια φυλακή
χωρίς φρουρούς και κάγκελα
πώς να δραπετεύσω.
***
Τι πληκτική μέρα η σημερινή!
Τίποτα δεν επιθύμησα.
***
Με τη φαντασία μπορείς
να ταξιδέψεις, νʼ ανατρέψεις
το χρόνο, να μεταμορφωθείς.
Δε μπορείς νʼ αποκτήσεις.
***
Ένα τριζόνι μπορεί
να βγάλει πέρα μόνο του
ολόκληρη νύχτα.
***
Σε κατοικίες μια πολυκατοικία
είναι όσο ένα χωριό
χωρίς συγχωριανούς και πλάτανο.
***
Είμαστε τόσοι
όσοι αυτοί
που μας ξέρουν.
***
Ξαναγυρίζουμε στα παλιά
γιατί τα καινούργια πάλιωσαν.
***
Η αγάπη συγχωρεί τον φταίχτη.
Ο έρωτας τιμωρεί τους αθώους.
Ο Δημήτρης Κάββουρας, (Πάτρα,1932). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και εργάστηκε στον (Α.Σ.Ο.)
Ποιητής και πεζογράφος. Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων κ.α.
Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά, έχουν μελοποιηθεί και έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες (γερμανικά, γαλλικά, ουγγρικά, περσικά).
Τα ποιήματά του, κατά τους σχολιαστές του, είναι αβρά, ενδοσκοπικά, μελαγχολικά, έκτακτης στοχαστικής ευαισθησίας.
Ο λόγος του χαρακτηρίζεται από έναν συγκρατημένο, παλμώδη λυρισμό, που υψώνεται κατακόρυφα για να εκφράσει ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς.
Έργα του:
ΠΟΙΗΣΗ
ΟΙΩΝΟΙ (1959)
ΑΙΘΡΙΑ (1962)
ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΕΖΑΛ – ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – (1978)
ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ (1985)
ΕΣΤΩ (1988)
ΙΔΙΩΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ (1992)
Η ΡΟΜΒΙΑ (1997)
ΠΑΙΔΙΟΘΕΝ (1997)
ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (2001)
ΕΥΘΕΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ (2005)
ΤΟΠΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (2007)
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΛΜΑ (1966)
Ι.Σ. ΜΠΑΧ – ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ (1985)
ΔΙΣΕΧΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ (1994)
ΕΠΙΕΙΚΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ (1997)
ΣΤΟΛΗ ΕΞΟΔΟΥ (2004)
ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΧΡΟΝΟΥΣ (2007)
Σχόλιο
Παρατηρούσα τον Δημήτρη Κάββουρα στους μοναχικούς περιπάτους του,
στο Κάστρο και στους στενούς δρόμους της παλιάς Πάτρας.
Κρατούσα από λεπτότητα παράλληλη πορεία επειδή δεν ήθελα να διακόψω την ονειροπόληση
και το περισσότερο, ότι έπρεπε ακάλεστος να διασχίσω την ποιητική αύρα που
ακολουθούσε τον αναχωρητή των στίχων.
Κι όταν τύχη αγαθή διασταύρωνε τα βήματα μας στην πολύβουη οδό Κορίνθου
ή στην πλατεία Ομονοίας, επέστρεφα σπίτι φορτωμένος από τα δώρα
ενός εξαίσιου διαλόγου.
Ο Δημήτρης Κάββουρας είναι ένας αθόρυβα σεμνός δημιουργός
τόσο, που κάθε φορά που φεύγει και γυρίζω πίσω να κοιτάξω,
βλέπω μόνο ένα κενό ανθρώπων, και θυμάμαι πάντα τα λόγια του:
«…που ο μοναχικός επισκέπτης δεν άφησε, φεύγοντας απόψε, ούτε τη σκιά του.»











H μεταφορά με απλό λόγο εικόνων του κόσμου, εικόνων που ξεπερνούν το εκάστοτε τώρα, εμπλουτισμένων από την μελαγχολική ματιά του ποιητή η οποία, όμως, σε κανένα σημείο δεν πέφτει στον ανούσιο ρομαντισμό, είναι Ποίηση.
Με άγγιξαν όλα, αλλά ξεχώρισα τα «στερνή φωνή» και «στην άκρη του γκρεμού» ενώ πραγματικά εντυπωσιάστηκα από τα ανέκδοτα επιγραμματικά. Λόγος αιχμηρός σα χειρουργική λεπίδα, αλλά και λόγος (και αναφέρομαι στο τρίτο από αυτά) όπου το ειρωνικό υπόβαθρο δεν υπάρχει ως υπόστρωμα για τις λέξεις αλλά ακριβώς το αντίστροφο!
Κορυφαίος
Η πραγματική υπόσταση του Ποιητή
Δεν γνώριζα το έργο του ποιητή. Ειλικρινείς ευχαριστίες.
Κι εγώ δεν γνώριζα τον ποιητή και το έργο του. Υποκλίνομαι! Αυτά μ’ αρέσουν. Ποίηση και σοφία, ποτάμι ο λόγος, εικόνες άψογα όμορφες. Εντυπωσιακά καλός ο μοναχικός αληθινός ποιητής.
Σας είχα γνωρίσει το 1992 στο Πολύεδρο ακόμα θυμάμαι την θετικής σας αύρα και την καλοσύνη σας.Εκει γνώρισα και τον Χρίστο το Λάσκαρη,σήμερα έμαθα ότι πέθανε λυπήθηκα πάρα πολύ.Εχω φύγει χρόνια από την πόλη.Αλλά οι εφηβικές αναμνήσεις δεν ξεχνιούνται.Να είστε καλά!!!
Μου άρεσαν πολύ τα ποιήματα που διάβασα εδώ. Τυχαία συνάντησα την Περσεφόνη σας στην Πρωτοπορία και είσασταν για μένα μια πραγματικά “δικιά” μου νέα “γνωριμία” . Το ξέρετε βέβαια πώς κρύβεστε μέσα σε ράφια με απρόβλεπτες συνέπειες..
ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ 2013-2014ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΑΥΤΟΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΑΙ ΑΝΕΞΙΓΗΤΟ ΤΡΟΠΟ!!!Η ΗΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΑΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΣΥΓΚΛΟΝΗΣΑΝ!!!82ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΕΦΗΒΟΣ ΜΑΖΙ!!!ΠΟΣΟ ΑΠΛΟΧΕΙΡΑ ΣΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ,ΠΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ!!!ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ!!ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΧΡΟΝΙΑ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ!!!
“Πέθανε το βράδυ της Τετάρτης, ο γνωστός ποιητής και πεζογράφος Δημήτρης Κάββουρας, σε ηλικία 87 ετών, μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Η κηδεία του θα γίνει αύριο στις 2 το μεσημέρι από τον ναό των Αγγέλων στο Α΄Νεκροταφείο Πατρών.
Ο Δημήτρης Κάββουρας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1932. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και εργάστηκε ως ανώτερος υπάλληλος στον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό (ΑΣΟ). Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε ανθολογίες που έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες (γερμανικά, γαλλικά, ουγγρικά και περσικά).
Το θεατρικό του «Πατρίτσια υπάρχει» αλλά και ανέκδοτα ποιήματα με τίτλο «Αγάπης Λόγια» παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Act στην Πάτρα.
Εχουν μελοποιηθεί ποιήματα από τον αδερφό του ποιητή, Θεόφιλο, και τον συνθέτη Σωτήρη Σακελλαρόπουλο.
Με αφορμή την ποίησή του έχει γυριστεί ταινία μικρού μήκους με τίτλο «Θέλω να πάρω κάτι από τα χέρια σου», με τη Λίλα Μπακλέση.
Εχει διακριθεί και τιμηθεί από τον Δήμο Πατρέων, τη Δημοτική Πινακοθήκη, το Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας και το Πανεπιστήμιο Πατρών.
Μεταξύ άλλων, έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Οιωνοί» (1959), «Αιθρία» (1962), «Ανδρέας Βεζάλ» (1964), «Η Περσεφόνη του ανθρώπινου μύθου» (1978), τη συλλογή διηγημάτων «Κάλμα» (1966), μελέτη για το ποιητικό έργο του Γ. Κουτσοχέρα (1982), ένα αφιέρωμα για τα 300 χρόνια από τη γέννηση του Ι.Σ. Μπαχ (1985), τη συλλογή διηγημάτων «Απόδραση σε τρεις χρόνους» (2007) κ.ά. Αλλα έργα του είναι τα εξής: «Κάτι από το τίποτα» (2017), «Να λες Μαρία…» (2012), «Εννέα επικλήσεις στο όνομα του Μπετόβεν» (2011), «Η Περσεφόνη του ανθρώπινου μύθου» (2010), «Εύθετος χρόνος» (2005), «Στολή εξόδου» (2004), «Λεζάντες για ένα ημερολόγιο» (2001), «Η ρομβία» (1996), «Συμφιλίωση» (1985)”.